Loser

Loser Αυτό το βραβείο ποιος θα το πάρει; Μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει ότι η απόσταση ανάμεσα στην ήττα και στον θρίαμβο είναι απλώς θέμα οπτικής και στερεοτύπων «Οποιος λέει ότι είναι νικητής διαπράττει ένα ανιαρό λάθος. Οποιος λέει ότι είναι ηττημένος διαπράττει ένα σπαρακτικό λάθος». Ο ποιητής Νίκος Καρούζος με λίγες φράσεις γκρεμίζει την αγαπημένη σχηματοποίηση

Loser

Αυτό το βραβείο ποιος θα το πάρει;






Μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει ότι η απόσταση ανάμεσα στην ήττα και στον θρίαμβο είναι απλώς θέμα οπτικής και στερεοτύπων


«Οποιος λέει ότι είναι νικητής διαπράττει ένα ανιαρό λάθος. Οποιος λέει ότι είναι ηττημένος διαπράττει ένα σπαρακτικό λάθος». Ο ποιητής Νίκος Καρούζος με λίγες φράσεις γκρεμίζει την αγαπημένη σχηματοποίηση της εποχής μας: νικητές και ηττημένοι. Η καθημερινότητά μας αλλά και η εικόνα του κόσμου μας έχουν ποτιστεί από αυτό που λέμε «αμερικανικό όνειρο». Πάνω σε αυτό, σαν σε μαξιλάρι, νανουρίζονται χιλιάδες άνθρωποι που ξημεροβραδιάζονται στο κυνήγι αποδοχής με κάθετους διαχωρισμούς σε winners και losers. Οι «καθαγιασμένες» αξίες σήμερα ξορκίζουν, όπως ο διάβολος το λιβάνι, αυτούς που έμειναν έξω από το κλαμπ των νικητών, είτε ως επιλογή είτε ως μη τροπαιούχο αποτέλεσμα.


Οι προσωπικές μάχες άνευ «χάπι εντ» δεν μετράνε ­ άλλωστε η διαδικασία έχει προ πολλού εκπέσει στον βωμό του αποτελέσματος ­, ο χρωστήρας στην πινακοθήκη των πράξεων βολεύεται μόνο σε φανταχτερούς τόνους. Η ήττα μάλιστα καταγράφεται τις περισσότερες φορές για να νομιμοποιήσει τα κλισέ των απονομών στους νικητές. Ολοι συμφωνούν ότι δεν είναι κακό να κερδίσει κάποιος βραβείο. Ποιος όμως λέει ότι δεν είναι κακό και να το χάσει… Είναι αλήθεια ότι θα ήταν βαρετό να παίζει κανείς παιχνίδι μόνος του. Είναι αλήθεια όμως ότι υπάρχουν κι αυτοί που έχουν απέναντί τους τον πιο σκληρό παίκτη από όλους: τη συνέπεια με τις ιδέες τους, ανεξάρτητα αν γίνουν αποδεκτοί ή αν τους φέρουν στο λιμάνι της δόξας οι συνθήκες ή και οι ανάγκες αυτών που εξυπηρετούνται από τη στάση τους.


Ο Ντόναλντ είναι εδώ


Κριτήριο νίκης ή ήττας οι πωλήσεις ή τα Οσκαρ ή η παχιά τσέπη ή το Πρωτάθλημα ή το πρώτο σκαλί στο βάθρο ή η φήμη ή το τέλος του «δεδικαίωται» στην ιστορία που γράφεται πάντα από τους ισχυρούς και τους νικητές. Οι Αρμάν Ματλάρ και Αριέλ Ντορφμάν στο βιβλίο τους «Ντόναλντ ο απατεώνας ή η διήγηση του ιμπεριαλισμού στα παιδιά» μιλούν για τον δαιδαλώδη κόσμο του συναγωνισμού, όπως βγαίνει από τα κόμικς, και αναφέρουν την αναγνώριση από την κοινή γνώμη μέσω του Τύπου. «Τα μοναχικά κατορθώματα δεν έχουν νόημα αφού ο ήρωας δρα για να εντυπωσιάσει τη γαλαρία, για να δουν όλοι ότι νίκησε, για να συντρίψει τα πάντα μέσα από τη μικρή οθόνη, το ραδιόφωνο, την εφημερίδα». Ετσι η μαγική μελάνη του Ντίσνεϊ είχε κάνει την πιο δημοφιλή «χαμένη» πάπια βουτηγμένη στην περιπέτεια της ταλαιπωρίας. Ντόναλντ, ο αντίποδας του άνετου Γκαστόνε με την «από μηχανής» αφικνούμενη πάντα επιτυχία. Ο loser των κόμικς όσο προσπαθούσε να… ντουμπλάρει τα κόλπα των επιτυχημένων, όσο προσπαθούσε να ρουφήξει μια σταγόνα από τη συνταγή της επιτυχίας, τόσο πιο πολύ είχε την τάση να χάνει.


Σε κάποια στιγμή ο Ντόναλντ προσπάθησε να βρει τρόπους να βγει από την ανωνυμία. Οπως σημειώνουν χαρακτηριστικά οι συγγραφείς Ματλάρ και Ντορφμάν, αφού κατ’ επανάληψιν απέτυχε, ένας πολιτικός τού εμπιστεύθηκε ότι «είχε ανακαλύψει έναν τρόπο να αναγκάζει τους ανθρώπους να τον κοιτάζουν και το παπί σκαρφαλώνει στο κοντάρι της σημαίας, κατρακυλάει όμως δυο φορες προτού προλάβουν οι φωτογράφοι να απαθανατίσουν τη σκηνή. Τελικά τον φωτογράφισαν. “Η επιτυχία δεν έφθασε χωρίς κόπο αλλά έφθασε” λένε ο Χιούι, ο Λιούι και ο Ντιούι. “Μετά από αυτό, θείε Ντόναλντ, θα μπορέσεις να γίνεις βεντέτα του κινηματογράφου ή γερουσιαστής ή ακόμη και πρόεδρος”. Στην εφημερίδα όμως γίνεται τυπογραφικό λάθος και το όνομά του γράφεται Ρόναλντ». Τραγωδία…


«Ι am the best, fuck the rest» έγραφε το μπλουζάκι ενός 20ρη, σαρκάζοντας ή υποδηλώνοντας το μαύρο προαίσθημα ότι ανήκει ή θα ενταχθεί σε αυτούς που «υπο-βιώνουν». «Loser» έγραφε το μπλουζάκι του Εντι Βέντερ, διάσημου τραγουδιστή – αρχηγού των Pearl Jam, με το οποίο εμφανιζόταν σε τηλεοπτικά σόου. Αντίφαση ή η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος; Μα, ως γνωστόν, οι κατηγοριοποιήσεις μόνο με τη σχετικότητα επιπλέουν. Και βεβαίως, επειδή μας αρέσει να βάζουμε τα πάντα σε κουτάκια, κυνηγάμε ετικέτα πάνω στα… συρτάρια του φοριαμού. Ψάξαμε και μπερδευτήκαμε στην κατάταξη των ηττημένων και των νικητών σε διάφορους τομείς. Κοιτάς από τη μια και το φως πέφτει σε winner, κοιτάς από άλλη οπτική γωνία και εμφανίζεται η σκιά του loser στο ίδιο πρόσωπο…


Αν ψάξει κάποιος στη λίστα των νικητών του θείου Οσκαρ, θα εντοπίσει ότι απουσιάζουν σπουδαία ονόματα του κινηματογράφου. Πρώτος και καλύτερος «loser» ο Αλφρεντ Χίτσκοκ. Ούτε μία ταινία του δεν τιμήθηκε με Οσκαρ σκηνοθεσίας. Ο μετρ του θρίλερ ήταν, φαίνεται, έξω από τις προδιαγραφές του βραβείου ή της λογικής που επικρατούσε τότε. Αλλωστε ήταν σκηνοθέτης ενός «αποδιοπομπαίου» για τα ήθη της εποχής είδους. Το αγαλματίδιο δεν έφθασε ποτέ και στον Τσάρλι Τσάπλιν για τις ταινίες του. Να σκεφθεί κανείς ότι η εκπληκτική ταινία του «Μοντέρνοι καιροί» έχασε από τον «Υπέροχο Ζίγκφελντ» τού… ποιος θυμάται το όνομά του; Του Ρόμπερτ Λέοναρντ. Ο loser των Οσκαρ, ο Τσάρλιν Τσάπλιν, ήταν υπό διωγμό συνεχώς: κυνηγήθηκε από τη χώρα του καθώς είχε στιγματισθεί ως φιλοκομμουνιστής. Η θαυμάσια Γκρέτα Γκάρμπο επίσης δεν κέρδισε Οσκαρ ενώ ο Εντουαρντ Ρόμπινσον δεν είχε καν προταθεί στη λίστα των υποψηφίων!


Στα γήπεδα οι losers αναστενάζουν


Ο αθλητισμός είναι ίσως ο κατ’ εξοχήν χώρος όπου τα έπαθλα βάζουν σε δοκιμασία όχι μόνο τους αγωνιζομένους αλλά και τους σχολιαστές, την κοινή γνώμη και την ιστορία σε επίπεδο απονομής και άτυπων… τίτλων. Στα πρωτοσέλιδα των αθλητικών εφημερίδων οι χαρακτηρισμοί δίνουν και παίρνουν, «ήρωες» και «ημίθεοι» εναλλάσσονται με «losers» και «αποτυχημένους». Ετσι ο Ρον Ατκινσον έχει μείνει γνωστός ως ο loser τεχνικός της «αιώνιας loser» ομάδας (κατά τον βρετανικό Τύπο) Μάντσεστερ, που από το 1968 κατάφερε να «χτυπήσει» το αγγλικό πρωτάθλημα το 1991. Οι Ισπανοί έχουν τον δικό τους «χαμένο» στην καλαθοσφαίριση, τον προπονητή Αλεχάντρο Γκαρθία Ρενέσες, που συνέδεσε το όνομά του με την αδυναμία της Μπαρτσελόνας την τελευταία δεκαετία να πάρει το πολυπόθητο τρόπαιο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Δεν είναι τυχαίο που σύσσωμος ο Τύπος έγραφε για το «ευαγγέλιο του καλού loser» με αφορμή τις δηλώσεις του Αΐτο Ρενέσες, ο οποίος 24 ώρες πριν (!) από τον τελικό με τον Ολυμπιακό τον Απρίλιο του 1997 διαλαλούσε: «Δεν μπορεί ένα χαμένο ματς να αμαυρώσει μια καλή χρονιά. Αλλες ομάδες παλεύουν χρόνια να φθάσουν στο Φάιναλ Φορ αλλά δεν το κατορθώνουν. Σημαίνει αυτό ότι είναι κακές; Δεν το σκεφτόμαστε το ενδεχόμενο της ήττας. Αλλοτε θα λέγαμε “καταστροφή” αλλά όχι πια. Μπορεί τα έξι Φάιναλ Φορ να γίνουν επτά, μπορεί οκτώ, μπορεί 200. Ο δεύτερος, άλλωστε, είναι αυτό που λέμε συμπρωταθλητής».


Μπορεί όμως να χαρακτηρισθεί loser ένας μαχητής; Ο Γιάννης Ιωαννίδης, ο καλύτερος ίσως έλληνας προπονητής, ο άνθρωπος που ξέρει να φτιάχνει ομάδες, που ξέρει να παλεύει με πείσμα, είναι loser; Αν το Φάιναλ Φορ και το Κύπελλο του πρωταθλητή Ευρώπης είναι πηγή, ο «ξανθός» δεν ήπιε νερό για έξι συνεχείς φορές (τρεις φορές με τον Αρη και δύο με τον Ολυμπιακό, φέτος με την ΑΕΚ). Είναι υπόδειγμα όμως «νικητή» στη στάση και στη συμπεριφορά. Είχε εδώ και καιρό πει ότι η Ιστορία δεν του χρωστά τίποτα. Δεν απαιτεί τη συμπάθεια ούτε να του χαριστεί οτιδήποτε. Γιατί έχει θέση: «Αξία έχει να στέκεσαι μπροστά στον καθρέφτη και να αισθάνεσαι καλά». Δεν ήταν η δική του ώρα ούτε στο Παλάου Σεν Τζόρντι της Βαρκελώνης. Εχει καταφέρει όμως να κάνει το… ρολόι να μη σταματά.


Παρ’ όλο που οι τίτλοι και τα έπαθλα στα γήπεδα είναι αμείλικτα, υπάρχουν φορές που θυμόμαστε τον χαμένο με μεγαλύτερο θαυμασμό από ό,τι τον νικητή. Η Εθνική Ολλανδίας, που δημιούργησε το Απόλυτο ποδόσφαιρο (όπως έλεγε και ο μάνατζέρ της Ρίνους Μίχελς), είναι η ομάδα που πέρασε στην ιστορία του παγκόσμιου αθλητισμού κυρίως από μια θρυλική και μαζί άτυχη στιγμή: όταν… δεν πήρε το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1974. Κέρδισε σε όλους τους αγώνες, στα προημιτελικά και ημιτελικά και στο στάδιο του Μονάχου, όπου διεξήχθη ο τελικός στις 7 Ιουλίου 1974, ηττήθηκε από τη Γερμανία με 2-1. Πόσο σκληρό είναι να είσαι δεύτερος σε μια παγκόσμια διοργάνωση που υψώνει στη Νεφελοκοκκυγία τον τροπαιούχο. Τα κιτάπια του μέλλοντος έχουν σχεδιάσει τη γεωγραφία τους με γεωμετρικό τόπο συνάντησης τη νίκη.


Στον στίβο, όπου το χρονόμετρο ή ο πόντος μετράει στο βάθρο, τα ρεκόρ διασταυρώνονται με τα μετάλλια στις μεγάλες διοργανώσεις και οι αθλητές διεκδικούν μια θέση στην ονοματολογία του καταλόγου των χαμένων ή των νικητών. Πού κατατάσσεται ο Φράνκι, εις εκ των κορυφαίων σπρίντερ της δεκαετίας του ’90; Ο Φράνκι Φρέντερικς από τη Ναμίμπια είναι από τους ταχύτερους αθλητές στον κόσμο αλλά αποκαλείται «αιώνιος δεύτερος». Τι κι αν έχει σταθερότητα στις επιδόσεις, τι και αν συγκαταλέγεται στους κορυφαίους των αγώνων ταχύτητας, τι και αν έχει κατακτήσει αργυρό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς της Ατλάντα. Ποτέ δεν έχει καταφέρει να κόψει πρώτος το νήμα στα 100 μέτρα σε μεγάλους αγώνες. Η παράδοση τον θέλει να κρατά θέση ανάμεσα στους καλύτερους αλλά ποτέ πάνω από τη δεύτερη και ποτέ κάτω από την τέταρτη.


Τι να πει και η Μέρλιν Οτεϊ, η τζαμαϊκανή «μαύρη γαζέλα», που ακούει γύρω της εκφράσεις θαυμασμού αλλά έχει γίνει συνώνυμο της «χασούρας» στη γραμμή του τερματισμού μεγάλων αγώνων; Είναι η αθλήτρια που θα γραφτεί έτσι κι αλλιώς στην ιστορία ως η πρώτη που έχει συμμετάσχει και στα έξι παγκόσμια πρωταθλήματα. Παρά το πλήθος των μεταλλίων που έχει κατακτήσει, όμως, της λείπει το πιο ποθητό, το χρυσό στα 100 μ. «Είναι η χειρότερη εμπειρία να χάνεις ένα χρυσό μετάλλιο στο φώτο φίνις» δήλωσε η ίδια. Στην Ατλάντα είδε δύο φορές την πλάτη της πρώτης στο τσακ, της Γκέι Ντίβερς στα 100 μ. και της Ζοζέ Περέκ στα 200 μ.


Στα καθ’ ημάς ίσως ο πιο loser αθλητής του στίβου είναι ο Κώστας Κουκοδήμος, αν και έχει εκλάβει σαν… πουλόβερ το ρεκόρ στο άλμα εις μήκος και το ξηλώνει πόντο πόντο. Δήλωνε τον Ιούλιο του 1997: «Μια δεκαετία η τύχη μού γύριζε την πλάτη. Σε όλες τις μεγάλες διοργανώσεις έχω πάρει από την τέταρτη ως τη δέκατη θέση». Είναι ο αθλητής που έχει ήδη συμμετοχή σε δύο τελικούς του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, που μπαίνει σαν σίφουνας στους τελικούς των μεγάλων αγώνων αλλά ψάχνει ακόμη το φάρμακο για τα άκυρα άλματα και το μετάλλιο σε μεγάλη διοργάνωση.


Ο Προκρούστης των ιδεών


Στον χώρο των ιδεών το στίγμα της ήττας περνά συχνά ως ετικέτα σε διανοητές που ακολούθησαν με συνέπεια τα πιστεύω τους και δεν μετάνιωσαν γι’ αυτό. Δεν αρνήθηκαν τη ζωή τους, με άλλα λόγια. Ο Ερικ Χομπσμπάουμ πάτησε τα 80 χρόνια και σήμερα πλήθος επικριτών του τού προσάπτουν ότι ασχολήθηκε με μια χαμένη υπόθεση, τον μαρξισμό. Ο κριτικός των «Τάιμς» διερωτάται: «Είναι δυνατόν ένας αμετανόητος κομμουνιστής να γράψει μια σοβαρή ιστορία του 20ού αιώνα;». Απλώς ο Χομπσμπάουμ δεν αρνείται τις επιλογές του ούτε καταφεύγει στο κόλπο της μεταμέλειας για να μπει στο τιμ των νικητών. Αλλωστε, όπως επεσήμανε ο Μιχάλης Μητσός στην εφημερίδα «Τα Νέα» (11.6.1997), το ερώτημα είναι αν μπορούν να μιλούν οι ηττημένοι. «Μα τι μπορεί να ακονίσει καλύτερα το μυαλό του ιστορικού από την ήττα; Οπως έλεγε ο καθηγητής Ράινχαρντ Κόσελεκ, ένας παλιός του φίλος, βραχυπρόθεσμα η Ιστορία φτιάχνεται από τους νικητές. Μακροπρόθεσμα, όμως, όλες οι κατακτήσεις στο μέτωπο της κατανόησης της Ιστορίας οφείλονται στους ηττημένους».


Η έννοια της ήττας παίζει σαν λάστιχο. Η παραδοχή της, όμως, σπαράσσει συχνά τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου που την υφίσταται ενώ αποδιοργανώνει όσους αρέσκονται στην ταξινόμηση σε winners και losers. Ο ρουμάνος φιλόσοφος Εμίλ Σιοράν είχε πει: «Η ήττα μου δεν συνίσταται στο ότι είμαι μόνος αλλά στο ότι αισθάνομαι μόνος». Ο ίδιος σε σημειώσεις που συγκεντρώθηκαν στο βιβλίο «Cahiers 1957-1972» απορρίπτει τα «έπαθλα» και τα βραβεία, δηλαδή τα παράσημα μιας στημένης, κατά τη γνώμη του, υπόθεσης. Αναφέρει μάλιστα με χρονολογική υπόμνηση το έτος 1962: Σάμιουελ Μπέκετ. Βραβείο Νομπέλ. Τι εξευτελισμός για έναν υπερήφανο άνθρωπο! Η δυστυχία τού να είσαι κατανοητός!


Χαμένος ο νικητής; Πώς γίνεται; Μα ακριβώς στη φύση των περιχαρακώσεων ενυπάρχει η «αυθαιρεσία» των κρίσεων. Σκεφθείτε για παράδειγμα ότι, όταν δίνονται τα εύσημα των καλτ τίτλων σε κάποιους συγγραφείς ή ποιητές, αποτελεί αρνητικό στοιχείο η ευρεία αποδοχή από την αγορά (μπεστ σέλερ ή συμμόρφωση με κάποια πολιτικώς ορθά κριτήρια). Οταν κάτι γίνεται της μόδας ή δεν έχει υπονομευτικό χαρακτήρα, «χάνει» στο μικρό αλλά φανατικό κοινό αναγνωστών. Ο Ουμπέρτο Εκο εκτοπίστηκε από το σώμα των καλτ μετά το 1980 άμα τη εκδόσει του μυθιστορήματός του «Το Ονομα του Ρόδου» που έσπασε τα ταμεία. Οι σημειολόγοι τον είχαν στην κορυφή μαζί με το «Ανοιχτό Εργο» του που κυκλοφόρησε το 1962 και έπεσε από το βάθρο του τη δεκαετία του ’80. Το ίδιο συνέβη και με την περίπτωση Πολ Οστερ που έχασε τον τίτλο του καλτ ­ τον είχε κατακτήσει για την «Τριλογία της Νέας Υόρκης» ­ μετά τη διείσδυσή του στα αναγνωστικά πλήθη το 1990.


Το… χαρακίρι


Αν γινόταν ένα παιχνίδι δημοσκόπησης των αποτυχημένων που πέρασαν από αυτόν τον κόσμο και σήμερα ζουν εν ειρήνη στον μεγάλο κήπο του άλλου κόσμου, θα μπορούσαμε να δούμε ακόμη και το όνομα του Γαλιλαίου να φιγουράρει στις λίστες του. Ναι, του επιστήμονα που ζάλισε τις μεσαιωνικές βεβαιότητες κάνοντας τουρ με τις ιδέες του γύρω από τη Γη. Ο Γαλιλαίος ήταν υπό μια έννοια «αποτυχημένος». Αυτός που ήταν ταγμένος στην επιστήμη, που ανακάλυψε ότι η Γη δεν είναι το κέντρο του Σύμπαντος, δεν είναι επίπεδη και κινείται. Αναγκάστηκε, όμως, να αποκηρύξει τη θεωρία του και να πει ότι η Γη δεν γυρίζει για να μη χάσει τα εγκόσμια αγαθά αλλά και για να σώσει το κεφάλι του. Παρ’ όλα αυτά, κανένας δεν θυμάται ποιος ήταν ο καρδινάλιος που προΐστατο στην ιεροεξεταστική επιτροπή που έβαζε τις ιδέες στο κρεβάτι του Προκρούστη…


Σήμερα στην άβυσσο των «χαμένων» συναντώνται ανάκατα πρόσωπα και στάσεις που δεν έχουν κοινές καταβολές ούτε κοινά πρότυπα. Διαβάζοντας τις ειδήσεις από τα διεθνή πρακτορεία, βλέπω ότι βοούν από αυτοκτονίες ιαπώνων «losers» που δεν τους αντέχει η κοινωνία τους ως τέτοιους και βάζουν τέλος στην υποτιμητική κατάταξη. Ο διευθυντής της Τράπεζας της Ιαπωνίας Τακαγιούκι Καμοσίντα, που ήταν υπεύθυνος για τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με το σκάνδαλο διαφθοράς στην τράπεζα, αυτοκτόνησε, όπως δήλωσε η Αστυνομία. Ο Καμοσίντα, που ανήκε στο επιτελείο της Τράπεζας επί τέσσερις δεκαετίες, απαγχονίστηκε, αρχές Μαΐου, στο σπίτι του στο Τόκιο. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, «τον περασμένο μήνα είχε ανακοινώσει ότι ετοιμάζει έκθεση για σκάνδαλο διαφθοράς στην Τράπεζα της Ιαπωνίας και έδωσε λεπτομέρειες σχετικά με 98 εργαζομένους οι οποίοι έχουν δεχθεί μίζες από μεγάλες οικονομικές επιχειρήσεις. Τότε είχε τονίσει ότι είχε υπάρξει διαρροή πληροφοριών από αξιωματούχους της Τράπεζας». Ο Καμοσίντα βρέθηκε στην πλευρά των losers, χωρίς να το έχει επιλέξει, και δεν το άντεξε. Λύγισε μπροστά και υπό την πίεση ενός ολόκληρου συστήματος στην Ιαπωνία που δεν δέχεται την ήττα αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις ανάγει σε θεολογική δικαίωση και είσοδο στον δικό τους παράδεισο τη θεαματική έξοδο από τη ζωή.


Ολοι είμαστε εμπλεγμένοι σε μοντέλα και κατασκευές που μας επιβάλλουν να κυνηγάμε την αναγνώριση, να μπαίνουμε στη διαδικασία που θα μας κάνει αποδεκτούς από τους άλλους, όπου και εμείς με τη σειρά μας απορρίπτουμε άλλους έξω από το σύστημα των δικών μας αντιλήψεων. Καμιά φορά χρησιμοποιούμε ως άλλοθι για αποτυχίες μας την απόρριψη των σχηματοποιήσεων ενώ τη δεχόμαστε όπου μας συμφέρει. Ισως μόνη διέξοδος από τον λαβύρινθο είναι να βρούμε τον μίτο της Αριάδνης έξω από συναγωνισμούς και πέρα από την πλευρά του θεατή. Ενεργώντας και όχι λαμβάνοντας απλώς παράσημα. Αντε, θα μου πείτε, να βρεις κοινωνία να ενταχθείς. Ε, αυτό κι αν είναι στοίχημα αλλαγής σχέσεων και δεδομένων.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version