Το προφίλ των ζητιάνων της Αθήνας διαφοροποιείται: η απλυσιά και η αγένεια δίνουν τυχαία ή βάσει σχεδίου; τη θέση τους στην πάστρα και στην ευγένεια
Διαθέτω χαρτομάντιλα για τα επόμενα τρία χρόνια. Πολλά χαρτομάντιλα! Χαρτομάντιλα που αγοράζω καθημερινά σχεδόν με το ζόρι. Κάποτε, κάθε μεσημέρι, πηγαίναμε οι συνάδελφοι από το γραφείο να φάμε. Τώρα βγαίνουμε για να αγοράσουμε χαρτομάντιλα και παρεμπιπτόντως τσιμπάμε κάτι. Το πρώτο πακέτο το αγοράζουμε μόλις καθήσουμε στο τραπέζι από έναν μικρό, οκτώ – δέκα χρόνων, ο οποίος αρνείται να μας αφήσει σε ησυχία αν δεν εισπράξει το κατοστάρικό του, πάντα όμως γελαστός και χαριτωμένος. Ακολουθούν πολλά άλλα παιδάκια. Αγοράκια, κοριτσάκια, διακριτικά ή γοητευτικά πιεστικά. Ολα έχουν την ίδια αποστολή: να γεμίσουν τις τσάντες μας χαρτομάντιλα. «Δεν ζητιανεύουν, εργάζονται» σχολιάζει η πονόψυχη της παρέας, η οποία ετοιμάζεται να ανοίξει ψιλικατζίδικο για να «εξαντλήσει» το στοκ από χαρτομάντιλα που έχει συγκεντρώσει. «Δεν εργάζονται, μας εκβιάζουν. Τα χαρτομάντιλα είναι μια νέα μέθοδος ζητιανιάς» έρχεται αμέσως ο αντίλογος. Και το μεσημεριανό μας φαγητό πνίγεται μέσα σε κύματα λευκού χαρτιού, ελαφρά ποτισμένου από άρωμα ευκαλύπτου ή vicks.
Οι τυφλοί ζητιάνοι έχουν εξαφανισθεί από τους δρόμους της Αθήνας. Η γνώριμη σε όσους χρησιμοποιούσαν το τρένο κυρία «Δεν βλέπουν τα ματάκια μου!» έχει αποχωρήσει από την ενεργό δράση παραχωρώντας τη θέση της σε παιδάκια που βλέπουν τόσο καλά ώστε να μη σε αφήνουν σε ησυχία αν δεν τα… δωροδοκήσεις. Το προφίλ του ζητιάνου της Αθήνας έχει αρχίσει να διαφοροποιείται. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες ακρωτηριασμένοι, αόμματοι, παμβρώμικοι έχουν πλέον να αντιμετωπίσουν μια επιδρομή από ευπρεπείς περιπλανώμενους μικροπωλητές αλλά και πεντακάθαρα τσιγγανάκια, έτοιμα να συνδράμουν όλους τους συναχωμένους ή βασανισμένους από αλλεργίες πολίτες αυτής της πόλης.
Μπορεί να τους έχουμε ειρωνευθεί τους «Ψίθυρους καρδιάς», το δημοφιλές τηλεοπτικό σίριαλ όπου πολιτικός μηχανικός ξεμυαλίζεται από απαστράπτουσα, πεντακάθαρη τσιγγάνα, αλλά δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε την… κοινωνική προσφορά του. Τα πενταβρώμικα τσιγγανάκια με τις γαρδένιες και τα γαρίφαλα έχουν δώσει τη θέση τους σε αστραφτερές ρέπλικες της Ερατώς. Η ξυπολυσιά έχει δώσει τη θέση της σε λαμέ πασουμάκια, η κλαρωτή φούστα δεν διαθέτει πλέον αυτό το ακαθόριστο γκρι – μπεζ χρώμα αλλά αναδεικνύει όλα τα αστραφτερά χρώματά της. Η αγένεια έχει δώσει τη θέση της στην ευγένεια. (Μια νυχτερινή βόλτα στα φαγάδικα του Ψυρρή, όπου οι τσιγγάνοι συναγωνίζονται σε πάστρα τους θαμώνες, θα σας πείσει για του λόγου το αληθές).
Ο εκσυγχρονισμός των ζητιάνων
Οι επαίτες της Αθήνας αλλάζουν πρόσωπο. Δίπλα στα νεοαποκτηθέντα σιντριβάνια της πόλης, κάτω από τους φοίνικες, αγαπημένο, όπως φαίνεται, δέντρο του δημάρχου μας, πάνω στα ροζ (α λα Ευρώπη) πεζοδρόμια, η ζητιανιά εξακολουθεί να παραμονεύει στο πέρασμά μας, φορώντας όμως τώρα τα καλά της ρούχα, προσπαθώντας (και αυτή) να… εκσυγχρονισθεί. Ο γλιτσιάρης με το απλωμένο χέρι δίνει τη θέση του στον φρεσκοπλυμένο με την ταμπελίτσα, η οποία, ακόμη και αν είναι ανορθόγραφη, «λυτρώνει» τον περαστικό από τις σπαραχτικές εκκλήσεις για βοήθεια ή τις «ψεύτικες» ευχές του στυλ «ο Θεός να συγχωρέσει τα πεθαμένα σας».
Η τσιγγάνα με την ταμπέλα «Με λένε Γιώργος» που κατοικοεδρεύει στην πλατεία Ομονοίας αλλά και ο πραγματικός Γιώργος (άντρας της; αδελφός της; απλός συνέταιρος;) που έρχεται να την αντικαταστήσει τις απογευματινές ώρες έχουν μια διαφορετική, περίεργη αξιοπρέπεια. «Οσο πιο καθαρούς και περιποιημένους τους βλέπω τόσο πιο εύκολα βάζω το χέρι στην τσέπη» έλεγε τις προάλλες ένας φίλος από αυτούς που ετοιμάζονται να αγοράσουν ένα νέο έπιπλο ειδικό για τις δεκάδες των νεοαποκτηθέντων χαρτομάντιλών του.
Γωνία Σταδίου και Χρήστου Λαδά, οι δύο Ρωσοπόντιοι με το ακορντεόν και το φλάουτο μοιράζουν πλατιά χαμόγελα, παίζουν μουσική και καλημερίζουν χωρίς διάκριση όλους τους περαστικούς. Τους προσπερνώ, βαρύς και κακόκεφος ακόμη από το αβάσταχτο πρωινό ξύπνημα. Ξαφνικά νιώθω τύψεις. Γυρνώ και ρίχνω χρήματα στο σακούλι τους. Είναι τόσο ευγενικοί και χαρούμενοι που δεν θα μπορούσα να μην το κάνω. Δεν είμαι ο μόνος που πέφτω θύμα του κεφιού και της ευγένειάς τους. Οι περισσότεροι περαστικοί σταματούν και ανοίγουν τα πορτοφόλια τους. Καταλαβαίνω πώς πιανόμαστε εύκολα κορόιδα μπροστά σε νέες, πιο πολιτισμένες μεθόδους επαιτείας. Είναι τελικά ωραίο να ακούγεται στους δρόμους της Αθήνας μουσική, είτε αυτή προέρχεται από πραγματικούς καλλιτέχνες (όπως το συγκινητικό μεσήλικο ζευγάρι με το ακορντεόν και το βιολί που στέκεται συχνά έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό του Μοναστηρακίου) είτε από ερασιτέχνες, ελαφρώς φάλτσους και κακότεχνους.
«Μου έχουν πει ότι τα περισσότερα από τα λουλούδια που μας πλασάρουν τα κλέβουν από τα νεκροταφεία» ψιθυρίζει μια φίλη τη στιγμή που το πανέμορφο και πεντακάθαρο τσιγγανάκι με τα γαρίφαλα πλησιάζει στο τραπέζι μας. «Δεν θέλω, χρυσό μου!» απαντά αυτοκρατορικά μπροστά στα λουλούδια, για να μαλακώσει αμέσως μετά μπροστά στην όμορφη και περιποιημένη εμφάνιση. «Δεν θέλω, χρυσό μου» απαντά βάζοντας το χέρι στην τσάντα και χαρτζιλικώνοντας τη μικρή, χωρίς μάλιστα να πάρει το άνθος. «Οχι! Δεν θέλω, δεν θέλω! Πώς σε λένε, πουλάκι μου;». «Ερατώ». Αλλη μία Ερατώ!
«Ερατώ, Ερατώ, Ερατώ!» είναι οι μοναδικές λέξεις που εκφέρει ένα άλλο μικρό τσιγγανάκι στη γωνία Ιπποκράτους και Πανεπιστημίου. «Ερατώ, Ερατώ, Ερατώ!» και σου πετά τη σαπουνάδα στο παρμπρίζ προτού προφτάσεις να αρνηθείς. Και αγνοεί τις εκκλήσεις σου να σταματήσει! Και κλωτσάει το αυτοκίνητό σου όταν, εκνευρισμένος από το… φασιστικό πλύσιμο των τζαμιών, αρνείσαι να το πληρώσεις. (Αυτή η μικρή ρέπλικα της Αννας – Μαρίας Παπαχαραλάμπους χρειάζεται ακόμη μερικά μαθήματα καλής… επαιτείας από όλες τις άλλες Ερατούδες που παραμονεύουν στα φανάρια, στα πεζοδρόμια).
Οι καλοί τρόποι συμφέρουν
«Σου δίνω λεφτά μόνο και μόνο γιατί φέρεσαι καλά στο παιδί σου» τονίζει με αυστηρότητα αλλά και τρυφερότητα η καλοντυμένη κυρία του Κολωνακίου σε άλλη μία πεντακάθαρη επαίτη με ένα πεντακάθαρο μωρό που πίνει το γάλα του από ένα επίσης πεντακάθαρο μπιμπερό. Για άλλη μία φορά η καθαριότητα θριάμβευσε στις αρχές της οδού Κανάρη. Λίγο πιο πάνω, την άλλη την κοπέλα, την γκρίζα από την απλυσιά, την εκνευριστική με την ένρινη φωνή της «Καλέ, βοηθήστε με την καημένη! Καλέ, βοηθήστε με την καημένη!» , την προσπερνούν με αδιαφορία.
Στο παρκάκι της οδού Σταδίου, πίσω από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη, μια μεσήλικη τσιγγάνα ανασηκώνει τις φούστες της και μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περαστικών ουρεί πάνω στο γκαζόν. Αυτή φαίνεται ότι δεν παρακολουθεί τους «Ψίθυρους καρδιάς». Αυτή είναι η άλλη πλευρά μιας πόλης που με την ίδια άνεση που είναι καθαρή μπορεί να γίνει παμβρώμικη. Αυτή είναι το παρελθόν της επαιτείας, το οποίο εξακολουθεί να ζέχνει δίπλα σε ένα μέλλον που σιγά σιγά αποκτά μια περίεργη πάστρα.
Το παρελθόν, ο νεαρός με το ακρωτηριασμένο χέρι το οποίο έχει εκθέσει σε κοινή θέα πεσμένος στις πλάκες της Κοραή, έχει ακόμη ισχυρή παρουσία. Δίπλα του όμως τα φρεσκοπλυμένα και χαμογελαστά παιδάκια, είτε είναι τσιγγανάκια είτε όχι, τα παιδάκια με τα χαρτομάντιλα, «επιβάλλονται» μέσα από τη δυστυχία και τον πόνο τους με μια νέα δύναμη. Συγκινούν είτε όταν είναι καθαρά επειδή έτσι έμαθαν από τα σπίτια τους είτε επειδή όλοι αυτοί που τα εκμεταλλεύονται εφαρμόζουν πάνω τους νέες προσοδοφόρες μεθόδους. Και εμείς εκνευριζόμαστε με τους ζητιάνους που καθισμένοι στα πεζοδρόμια βάζουν τρικλοποδιές στο πέρασμά μας, εκνευριζόμαστε με όλους αυτούς που δεν μας αφήνουν να απολαύσουμε το μεσημεριανό μας φαγητό, βάζουμε όμως και το χέρι στην τσέπη κάθε φορά που η ζητιανιά μάς πλησιάζει φορώντας τα καλά της. Και τον τελευταίο καιρό, πολλές φορές, σε πολλές διαφορετικές μεριές της Αθήνας, την έχω συναντήσει περιποιημένη, ακόμη και γοητευτική.
