H νοσταλγία της αμφισβήτησης

εικαστικά H νοσταλγία της αμφισβήτησης H έκθεση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης για την τέχνη της δεκαετίας του 1970 στην Ελλάδα και τα ερωτήματα με τα οποία θα μπορούσε να έχει αναμετρηθεί Οταν ασχολείται κανείς με μια «γενιά», είναι αναπόφευκτο να οδηγηθεί να εξετάσει τι σήμανε και τι σημαίνει αυτή η γενιά για τις κατοπινές. Ετσι, μολονότι μπορεί να μοιάζει προφανές, ο πιο ευθύς τρόπος να προσεγγίσει

H νοσταλγία της αμφισβήτησης




Οταν ασχολείται κανείς με μια «γενιά», είναι αναπόφευκτο να οδηγηθεί να εξετάσει τι σήμανε και τι σημαίνει αυτή η γενιά για τις κατοπινές. Ετσι, μολονότι μπορεί να μοιάζει προφανές, ο πιο ευθύς τρόπος να προσεγγίσει κανείς την έκθεση «Τα χρόνια της αμφισβήτησης: H τέχνη του ’70 στην Ελλάδα» είναι να αναρωτηθεί σε ποιο σημείο στέκεται ο ίδιος. Αν, λόγου χάρη, έχει γεννηθεί τη δεκαετία του 1970, σίγουρα δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο παρά να παραδεχθεί ότι η αναπαραστατική λειτουργία της συγκεκριμένης αφήγησης, μπροστά στην οποία βρίσκεται, δεν είναι να του ανακαλέσει μνήμες αλλά να του αιτιολογήσει τις καταβολές του. Επιπλέον, η θέση του και ο τρόπος με τον οποίο ζει στον σύγχρονο κόσμο τον φέρνουν αναπόφευκτα αντιμέτωπο με την αδυναμία να δει μια τέτοια έκθεση συνολικά ως «υπερπραγματικότητα» – για να δανειστώ από τον Ουμπέρτο Εκο -, ως θεματικό πάρκο δηλαδή που περιέχει μια τέλεια επιλεκτική ανακατασκευή μιας πραγματικότητας που υπήρξε κάποτε, κάπου εκεί έξω. Απεναντίας, είναι υποχρεωμένος να δει μια τέτοια έκθεση ως κάτι δυναμικό, κάτι που εξακολουθεί να επιδιώκει μια συνδιάλεξη και να διεκδικεί την άρθρωση ενός λόγου.


Σίγουρα η έκθεση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, η οποία φιλοξενείται στη Νέα Πτέρυγα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά έργα ορισμένων από τους πιο γνωστούς – εγχωρίως – καλλιτέχνες των τελευταίων δεκαετιών. Για την ακρίβεια, στην έκθεση συμμετέχουν 54 καλλιτέχνες που δραστηριοποιήθηκαν εκείνη την εποχή – ανάμεσά τους οι Αλέξης Ακριθάκης, Δημήτρης Αληθεινός, Στήβεν Αντωνάκος, Γιάννης Βαλαβανίδης, Δανιήλ, Ηλίας Δεκουλάκος, Βαγγέλης Δημητρέας, Διοχάντη, Μάκης Θεοφυλακτόπουλος, Θόδωρος, Νίκη Καναγκίνη, Βλάσης Κανιάρης, Μαρία Καραβέλα, Κυριάκος Κατζουράκης, Μιχάλης Κατζουράκης, Νίκος Κεσσανλής, Δημοσθένης Κοκκινίδης, Γιώργος Λαζόγκας, Στάθης Λογοθέτης, Γιάννης Μπουτέας, Χρόνης Μπότσογλου, Δημήτρης Μυταράς, Μπία Ντάβου, Παντελής Ξαγοράρης, Κωνσταντίνος Ξενάκης, Λήδα Παπακωνσταντίνου, Ρένα Παπασπύρου, Ναυσικά Πάστρα, Παύλος, Δημήτρης Περδικίδης, Χρύσα Ρωμανού, Λουκάς Σαμαράς, Σωτήρης Σόρογκας, Κώστας Τσόκλης, Αλέκος Φασιανός, Χρύσα, Γιάννης Ψυχοπαίδης και πολλοί ακόμη.


H έκθεση αυτή, σύμφωνα με την επιμελήτριά της Μπία Παπαδοπούλου, στοχεύει να ιχνηλατήσει «μια εποχή κοινωνικού και πολιτικού αναβρασμού, μια δεκαετία στην οποία η ελληνική πραγματικότητα αμφισβητείται, μεταμορφώνεται αλλά και επηρεάζει την καλλιτεχνική δραστηριότητα. H έκθεση επιχειρεί να διερευνήσει τις νέες μορφολογικές και εννοιολογικές κατευθύνσεις που χάραξαν με το έργο τους οι έλληνες καλλιτέχνες μετά τη δεκαετία του 1960. Με ποιον τρόπο καθιερώθηκε ένα σύγχρονο λεξιλόγιο που τους τοποθετούσε στο προσκήνιο της διεθνούς σκηνής; Και πώς εντέλει διαμορφώθηκε η ελληνική τέχνη “μετά το Μοντέρνο”; H έκθεση αυτή φιλοδοξεί να φέρει στην επιφάνεια τους προβληματισμούς των ελλήνων καλλιτεχνών της εποχής, τη νέα σχέση τους και τους πειραματισμούς με την πάντα επίκαιρη “εικόνα”, μα πάνω απ’ όλα εκείνη την πολυσύνθετη ιδέα της “αμφισβήτησης” που καθιστά το έργο τους ζωντανό ως σήμερα».


Δίχως να μπορεί κανείς να αμφισβητήσει στο παραμικρό τους στόχους της επιμέλειας, αν προσεγγίσει την έκθεση από το σημείο στο οποίο στέκεται ο ίδιος, τότε μπορεί και να ρωτήσει: Τι είναι αυτό που μου συμβαίνει όταν βρίσκομαι εδώ μέσα; Το κυριαρχικό συναίσθημα, το οποίο εγώ τουλάχιστον αισθάνθηκα, είναι αυτό της σαγήνης. Ωστόσο, ένιωσα επίσης ότι είναι αυτή ακριβώς η σαγήνη που καταδυναστεύει την προοδευτική σκέψη της χώρας όπου ζούμε. Διευκρινίζοντας, θα επιθυμούσα μια έκθεση σαν αυτή να εισχωρήσει δηκτικά στα πιο ειδεχθή ερωτήματα που θέτει οποιαδήποτε αφήγηση εκείνης της – σαγηνευτικής, όπως είπαμε – δεκαετίας: Πώς εξετάζει κανείς τη νέα ζωή που ενέπνευσε η δεκαετία του 1970 σε μια κατακερματισμένη προοδευτική σκέψη; Πώς ακριβώς λειτούργησε η διανόηση των χρόνων εκείνων ως ουσιαστικός νομιμοποιητής της ιδεολογικής ατμόσφαιρας που είχε ηττηθεί στον Εμφύλιο, δύο δεκαετίες ενωρίτερα; Πόσο ευθύνεται η νομιμοποιητική αυτή δράση για τη σχεδόν ολοκληρωτική αδυναμία ανάπτυξης της θεσμικής (και, συνεπώς, συντηρητικής) διανόησης στη χώρα; Σε ποιον βαθμό παρείχε η Επταετία την απαραίτητη αντίστιξη για τη διαμόρφωση της ταυτότητας της τέχνης του 1970; Μήπως η ελληνική αριστερή διανόηση των τελευταίων χρόνων οφείλει την ύπαρξή της – με αυτό το πρόσωπο, τουλάχιστον – στο «δώρο» της δικτατορίας; Με ποιον τρόπο αυτή η περίοδος ενέγραψε τόσο ανεξίτηλα στη συλλογική αντίληψη τη συγκεκριμένη «αισθητική της αμφισβήτησης» και γιατί έδωσε τέτοιο νοσταλγικό τόνο στην προοδευτική σκέψη των κατοπινών δεκαετιών; Μήπως αυτή η «αισθητική της αμφισβήτησης» – με την καθ’ όλα αρκαδική διάθεση που αναδίνει – ευθύνεται πάνω από όλα για τον «συντηρητισμό» αλλά και την πληκτικότητα της ορθόδοξης προοδευτικής διανόησης των τελευταίων δεκαετιών στη χώρα μας; Ποια είναι η σχέση των φαινομένων που παρατηρούνταν τότε με τις αφηγήσεις που τα ενέγραψαν στη συλλογική αντίληψη; Πώς διαχειρίστηκαν τα φαινόμενα οι αφηγήσεις αυτές, στο πλαίσιο της διακίνησης των καλλιτεχνικών ιδεών; Γιατί ακόμη και οι πιο αξιόλογοι από αυτούς τους καλλιτέχνες είναι ανύπαρκτοι στη διεθνή διακίνηση και γιατί, μολονότι συγγενής σε πολλά σημεία με ευρύτερα παρατηρημένα φαινόμενα, δεν συνιστά η παραγωγή της δεκαετίας εκείνης υπολογίσιμο τμήμα των αφηγήσεων και της διακίνησης που υπερβαίνουν τα σύνορα της Ελλάδας;


Δυστυχώς, τα ερωτήματα αυτά – και άλλα που ενδεχομένως θα μπορούσε να προσθέσει κανείς – δεν απαντώνται σε αυτή την έκθεση. Υποθέτω – δίχως να έχω τρόπο να το γνωρίζω μετά βεβαιότητoς – ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά για κάποιον που έζησε εκείνη την δεκαετία. Ωστόσο, η πιθανότητα αυτή ουδόλως εκπληρώνει την εξαγγελία του ΕΜΣΤ για «επανεξέταση». Ασφαλώς, η επιμελής αυτή αναφορά στην παραγωγή της δεκαετίας του 1970 έχει το δίχως άλλο μια εγκυκλοπαιδική χρησιμότητα. Διαθέτει επίσης το βάρος που μπορεί να έχει ένας φόρος τιμής: οι περισσότεροι από αυτούς τους καλλιτέχνες δεν έχουν τιμηθεί ποτέ όπως τους αξίζει. Ισως όμως το να θέλει να κάνει κάτι τέτοιο μια έκθεση όπως αυτή στην πραγματικότητα στερεί από τους καλλιτέχνες την πιθανότητα να αναφανεί η αξία τους αντί να εγγράφει την αξία αυτή στη συλλογική αντίληψη με τρόπο που να λαμβάνει θαρραλέα υπ’ όψιν του τι είδους αντίκτυπο είχαν τελικά, όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο αλλά και σε ευρύτερο. Ακόμη περισσότερο, για μια τέχνη που χαρακτηρίζεται από την αφήγηση ως φορέας ΧΧΧ πολιτικού λόγου, η εξέταση αυτού του λόγου και των επιπτώσεών του στην κατοπινή καταδυνάστευση της προοδευτικής σκέψης από τον νοσταλγικό προοδευτισμό θα ήταν λυτρωτική.


Το χειρότερο όμως είναι ότι η απροσδιόριστη διάχυση της σαγήνης, η καταστροφή – διά της διαστολής – της πιθανότητας να εξεταστεί η δυναστευτική πλευρά της σαγήνης αυτής, καθώς και η λιγωτική νοσταλγική ατμόσφαιρα, αδικούν το έργο των κάποτε αιχμηρών και θαρραλέων δημιουργών και διανοητών: Περπατώντας στην έκθεση με έναν φίλο – όχι ιδιαίτερο γνώστη των καλλιτεχνικών αλλά σπουδαίο πολιτικό είρωνα – σε μια στιγμή αναφώνησα: «Θα ήθελα να μου μάθει αυτή η έκθεση τι θα έπρεπε να θεωρώ ότι συνέβη τότε». Με κοίταξε. «Τίποτε» μου είπε. «Δεν συνέβη τίποτε».


Νέα Πτέρυγα Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, Βασ. Σοφίας και Π. Κόκκαλη 1, Αθήνα, πληροφορίες στο τηλ. 210 9242.111. Ως τις 7 Μαΐου 2006.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version