«Το βράδυ της 15ης Ιουλίου του 1954, στη γέφυρα του σιδηροδρομικού σταθμού Πελοποννήσου, τα αδέλφια Απόστολος και Αντώνης Λακόπουλος από το χωριό Σελάδες Αρτας παραμόνευαν τον εικοσιοκτάχρονο συγχωριανό τους Αντώνη Σισμάνη. Είκοσι επτά χρονών, οδηγός αυτοκινήτου ο ένας, είκοσι δύο χρονών, ναύτης ο άλλος, είχαν ακολουθήσει τον Σισμάνη στην Αθήνα με σκοπό να “ξεπλύνουν το αίσχος της οικογένειάς τους”: τον κατηγορούσαν ότι είχε διαφθείρει την αδελφή τους και αρνιόταν να την παντρευτεί. Μόλις ο Σισμάνης εμφανίστηκε, έπεσαν επάνω του και τον σκότωσαν με μαχαίρι. Την άλλη μέρα οι εφημερίδες έκαναν λόγο για ένα ακόμα “έγκλημα τιμής”, που πήρε κάπως μεγαλύτερη δημοσιότητα μιας και έγινε μέσα στην ίδια την Αθήνα».
Ετσι, με αυτόν τον λιτό δημοσιογραφικό λόγο που πλησιάζει τον λογοτεχνικό, αρχίζει την εισαγωγή στο πόνημά της Διά λόγους τιμής. Βία, συναισθήματα και αξίες στη μετεμφυλιακή Ελλάδα η Εφη Αβδελά, η οποία διδάσκει στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Οπως λέει και ο τίτλος, το βιβλίο αναφέρεται στα εγκλήματα που αποκλήθηκαν «τιμής» στην ελληνική κοινωνία του ’50 και του ’60, εποχή που η χώρα έβγαινε από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο και οι βίαιες συμπεριφορές ήταν συχνές. Ερευνώντας ποικίλες πηγές (δικαστικά αρχεία, εφημερίδες και περιοδικά, κοινωνιολογικά και ανθρωπολογικά κείμενα της εποχής), η συγγραφέας ανακάλυψε πλείστα στοιχεία που της έδωσαν τη δυνατότητα να αναλύσει το φαινόμενο και να αναφερθεί στο πώς αντιμετώπιζαν τα «εγκλήματα τιμής» η κοινή γνώμη της εποχής, οι δημοσιογράφοι, οι δικαστές και οι εισαγγελείς αλλά και οι επιστήμονες.
Το βιβλίο αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια με τους εξής τίτλους: Διά λόγους τιμής: Πολιτισμικά σενάρια και η οπτική των πρωταγωνιστών· H κοινωνία λέει: Αντιμαχόμενες αφηγήσεις στο δικαστήριο της υπόληψης· Αι καρδίαι των κ. ενόρκων: Συναισθήματα και αξίες στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης· Εννοια ζώσα εν τη παρενθέσει του λαού: Επιστημονικές εννοιολογήσεις της τιμής.
Πολλαπλές εκδοχές
Στο πρώτο κεφάλαιο τα «εγκλήματα τιμής» αναλύονται στις πολλαπλές εκδοχές τους, όπως αυτές καταγράφονται στις εφημερίδες, και η συγγραφέας δίνει έμφαση στην οπτική των πρωταγωνιστών της κάθε υπόθεσης. Το «έγκλημα τιμής» δεν είναι κάτι αυτονόητο· ο καθένας δίνει σε αυτό όποια ερμηνεία θέλει ή τον βολεύει. Κάθε δικαστήριο βγάζει διαφορετική απόφαση για παρόμοιες υποθέσεις, πράγμα που προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις. Π.χ., το Κακουργιοδικείο του Αγρινίου απάλλαξε τον Οκτώβριο του 1953 τον Πατρινό που σκότωσε τον μνηστήρα της αδελφής του για «λόγους τιμής» και έναν χρόνο πριν το δικαστήριο της Ρόδου απάλλαξε τον 18χρονο κατηγορούμενο που αποπειράθηκε να σκοτώσει την αδελφή του στην Κω, πάλι για «λόγους τιμής». Αντιθέτως, το Κακουργιοδικείο του Αγρινίου τον Σεπτέμβριο του 1958 καταδίκασε σε πολλά χρόνια ειρκτή τους αδελφούς που σκότωσαν κάποιον συγχωριανό τους για «λόγους τιμής». Την ίδια χρονιά το Κακουργιοδικείο Βόλου κήρυξε πεπλανημένη την ετυμηγορία των ενόρκων που αναγνώρισαν ελαφρυντικά στον ιδιοκτήτη πανδοχείου που είχε σκοτώσει τη σύζυγό του στη Λάρισα για «λόγους τιμής».
«Λόγους τιμής» επεκαλείτο συνήθως ο αδελφός που σκότωνε την αδελφή του επειδή διατηρούσε ερωτικές σχέσεις· ο σύζυγος που σκότωνε τον εραστή της γυναίκας του και πολλές φορές και την ίδια επειδή τους έπιανε επ’ αυτοφώρω· ο πατέρας που σκότωνε την κόρη του επειδή ζούσε «έκλυτη ζωή»· ο αδελφός ή ο πατέρας που σκότωνε εκείνον που «διέφθειρε» την αδελφή του ή την κόρη του και στη συνέχεια αρνιόταν να την παντρευτεί· η κοπέλα που σκότωνε ή τραυμάτιζε ή τύφλωνε με βιτριόλι τον εραστή της επειδή την εγκατέλειπε (περίπτωση σπάνια αλλά συνέβαινε). Οι υποθέσεις που αναφέρει η Εφη Αβδελά είναι πολλές και συχνά τόσο αποτρόπαιες που ο σημερινός αναγνώστης, ο οποίος είναι εθισμένος σε σκηνές βίας από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, καθώς και σε τρομακτικές εικόνες από τα πεδία των σύγχρονων πολεμικών συγκρούσεων, αισθάνεται δέος και φρίκη. Για παράδειγμα, πόσο θηριώδης πρέπει να ήταν εκείνος ο πατέρας που σκότωσε τη 16χρονη κόρη του σε χωριό της Κυπαρισσίας διότι κατόπιν ιατρικής εξετάσεως διεπίστωσε ότι η νεαρά κόρη του δεν ήταν πλέον παρθένα. «Ο K. ωδήγησε χθες το μεσονύκτιον την θυγατέρα του έξωθι του νεκροταφείου του χωρίου και την εφόνευσε πλήξας αυτήν τρις διά μαχαίρας. Ακολούθως απέκοψε την κεφαλήν της και ήλειψε το πρόσωπόν του με το αίμα του θύματος» (σ. 49).
Κίνητρα και συμπεριφορές
Το δεύτερο κεφάλαιο ανασυγκροτεί μέσα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της δίκης την κοινωνική διάσταση των «εγκλημάτων τιμής», δηλαδή το πώς αιτιολογεί ο περίγυρος τις συμπεριφορές και τα κίνητρα των πρωταγωνιστών των υποθέσεων. Το τρίτο κεφάλαιο εξετάζει τις αποφάσεις των ενόρκων, όταν αυτές προκαλούν αμφισβητήσεις και έντονες συζητήσεις, ενώ το τέταρτο εξετάζει την «τιμή» ως κοινωνική αξία δίνοντας τις διαφορετικές ερμηνείες των νομικών.
Μολονότι στο βιβλίο υπάρχουν αρκετά παραδείγματα παρόμοιων εγκλημάτων που τροφοδοτούσαν με υλικό τις εφημερίδες, τις οποίες καταβρόχθιζαν οι απανταχού της Ελλάδας αναγνώστες, στα σπίτια και στα καφενεία – εγκλήματα που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν συγγραφείς κοινωνικών και αστυνομικών μυθιστορημάτων -, η εργασία της Εφης Αβδελά είναι καθαρά επιστημονική. Επομένως οι αναγνώστες της, παρά το εξαιρετικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει, θα αντιμετωπίσουν ορισμένες δυσκολίες στην κατανόηση του λόγου της συγγραφέως, η οποία μάλλον απευθύνεται σε ειδήμονες επάνω σε θέματα κοινωνιολογίας και άλλων επιστημών.
Στον επίλογο επισημαίνεται ότι κατά τη δεκαετία του ’60 τα «εγκλήματα τιμής» εμφανίζονταν όλο και πιο σπάνια στις στήλες των εφημερίδων. Αυτό συνέβαινε τόσο επειδή λιγόστευαν οι σχετικές υποθέσεις όσο και επειδή οι εφημερίδες δεν τις θεωρούσαν άξιες να ασχοληθούν μαζί τους. H ελληνική κοινωνία άλλαζε. Τη συγκεκριμένη δεκαετία οι υποθέσεις που γοήτευαν το κοινό δεν ήταν πλέον τα αμφισβητούμενα «εγκλήματα τιμής» αλλά τα «εγκλήματα πάθους», καθώς και οι δίκες των λεγομένων «δράκων», όπως του Αριστείδη Παγκρατίδη, ενός αμφιλεγόμενου προσώπου που ζούσε στη Θεσσαλονίκη και υποστήριζε μέχρι τέλους πως είναι αθώος για τα εγκλήματα που του απέδιδαν.
Ο κ. Φίλιππος Φιλίππου είναι συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί το βιβλίο του «Οι τελευταίες ημέρες του Κωνσταντίνου Καβάφη».
