Αρσενικές δαντέλες
Στο εξώφυλλο ένας νέος ευειδής και λιμπιστερός παραπέμπει στην αισθητική περιοδικού, όπως άλλωστε και στο πρώτο βιβλίο της Μάιρας Παπαθανασοπούλου, ως περίτρανη απόδειξη ότι δεν υπάρχει καμία ενοχή για το «αλαφρό» του είδους. Με τη διαφορά ότι έχουν γίνει βήματα: αυτή τη φορά δεν επιδιώκεται η ταύτιση της ηρωίδας με την αναγνώστρια. Αντί απατημένης συζύγου έχουμε τρεις άνδρες ή μάλλον τρεις τύπους ανδρών που συναντώνται όπως και οι πρωταγωνιστές στα Μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων του Ντάνι Μπόιλ. Δηλαδή από μια αγγελία για συγκατοίκηση. Ο κορμός της αφήγησης είναι γραμμένος σε τρίτο πρόσωπο αλλά παρεμβάλλονται οι σκέψεις των ηρώων σε πρώτο πρόσωπο και διάλογοι όλο φρεσκάδα, έτοιμοι για στούντιο. Η ετερόκλητη τριάδα συζεί σε νεοκλασικό της οδού Φαληρέως (διεύθυνση που επαναλαμβάνεται εκνευριστικά συχνά) επί ένα εξάμηνο, χρόνο ελάχιστο για να αλλάξει την προοπτική της ζωής τους αλλά ταυτόχρονα χρόνο ικανοποιητικό για να γίνουν αλλαγές, καθώς εκ προοιμίου όλοι τους βρίσκονται σε μεταβατική περίοδο. Η Παπαθανασοπούλου, ακολουθώντας τις επιταγές της ρεαλιστικής, γραμμικής εξέλιξης, μιλάει για τις αγωνίες των αρσενικών με φόντο το μακρύ και θερμό καλοκαίρι των Αθηνών.
Οι τρεις χαρακτήρες μοιάζουν πλασμένοι βάσει αστρολογικού χάρτη. Ο Χάρης ανήκει στον αστερισμό του Καρκίνου (το μαθαίνουμε προς το τέλος, όταν διαβάζει το ωροσκόπιό του στην εφημερίδα). Είναι μεταφραστής, 49 ετών, και χήρος. Πενθεί πνίγοντας τη θλίψη με ποτό. Οπως λένε και τα άστρα, οι Καρκίνοι είναι πιστοί στον σύντροφό τους και έχουν μανία με το σπίτι. Εν προκειμένω η νεοκλασική κατοικία που συντηρεί είναι το προικώο του. Τρία χρόνια μετά τον θάνατο της γυναίκας του αποφασίζει να δώσει ζωή στον χώρο. Ετσι βάζει την αγγελία για συγκατοίκους. Ο πρώτος και ο μόνος που ανταποκρίνεται είναι ο Λάζαρος. Από το πάρτι των γενεθλίων του υπολογίζουμε ότι είναι Ζυγός. Και για όσους αγνοούν το σχετικό θεώρημα σεξουαλικότητας, πρέπει να επισημάνουμε ότι σε αυτούς προσάπτουν τις μεγαλύτερες τάσεις ομοφυλοφιλίας. Και ναι, ο Λάζαρος είναι γκέι. Βιολονίστας στο επάγγελμα, μικρομεσαίας ηλικίας (κλείνει τα 34), τρυφερός και γενναιόδωρος. Μόλις χώρισε και δεν θέλει ούτε να βλέπει το διαμέρισμά του.
Την ημέρα που ο Λάζαρος εγκαθίσταται στον Χάρη γίνονται μάρτυρες μιας βίαιης έξωσης. Στο απέναντι διαμέρισμα μια κοπέλα διώχνει κακήν κακώς έναν μυώδη «παίδαρο». Τον Πέτρο, τον ορμητικό Κριό. Είναι ένας κακομαθημένος διαφημιστής με τεράστιο κατάλογο από ερωμένες που ταλαιπώρησε. Ο γάμος του έληξε μέσα σε έναν χρόνο για τον προφανή λόγο (μοιχεία). Είναι φανατικός ΑΕΚτζής, λατρεύει τη μαμά του και θέλει επιτέλους να φτιάξει το δικό του εργένικο σπιτικό καθώς σε ηλικία τριάντα και κάτι το μόνο που έχει καταφέρει είναι να «σπιτώνεται». Πλάκα πλάκα όμως η Παπαθανασοπούλου καταπιάνεται με μια κατ’ εξοχήν νεοελληνική εμμονή, αυτήν της στέγασης. Γενικότερα η συγγραφέας καταφέρνει επιτυχώς να φωτογραφίζει τη νεοελληνική κοινωνία στα μεσαία και μικροαστικά στρώματα. Και το κάνει χωρίς σνομπισμό, ως καθρέφτης ενός σύμπαντος που έχει περιφρονηθεί.
Ενα μείζον ζήτημα του βιβλίου είναι αυτό της αποκατάστασης της γυναίκας διά του γάμου. Το θέμα θίγεται με αφορμή τη φιγούρα της Ζωής, φίλης του Λάζαρου, η οποία γοητεύει και τον Πέτρο και τον Χάρη (την προσεγγίζουν αμφότεροι σύμφωνα με τον ζωδιακό χαρακτήρα τους). Ο ώριμος Χάρης της φαίνεται ενδιαφέρων αλλά για το κρεβάτι της προτιμά τον Πέτρο. Η Ζωή είναι ο τύπος που κάνει πάντα τη λάθος επιλογή. Βιάζεται με τους άντρες, τους τρομάζει ή τους γίνεται «φόρτωμα» (κατά την ανδρική λογική) και σε ηλικία 37 ετών είναι μόνη, με μοναδικό φίλο έναν ομοφυλόφιλο επίσης κλασικό σύνδρομο. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν μαθαίνει ότι και ο Λάζαρος εποφθαλμιά τον ωραίο του σπιτιού. Εν πάση περιπτώσει η μητέρα της Ζωής τής επαναλαμβάνει ότι θα «μείνει στο ράφι», της συστήνει να μην κάνει παρέα με «κίναιδους» αλλά αντιλαμβάνεται ότι η θυγατέρα της δεν είναι πλέον η καλύτερη νύφη. Ετσι κάνει «εκπτώσεις» στο ζήτημα του γαμπρού: ενώ τον ονειρευόταν βιομήχανο, βολεύεται πλέον και με έναν μισθοσυντήρητο. Η Ζωή σε αυτήν την ηλικία ζει ακόμη με τους γονείς της. Και σε αυτά τα θέματα η συγγραφέας κάνει εύστοχη καταγραφή της πραγματικότητας. Γιατί, είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτές είναι νοοτροπίες που επιβιώνουν και στις «καλύτερες οικογένειες».
Οι ερωτικές σχέσεις εμφανίζονται στο βιβλίο στο επίπεδο τού «πώς τα φτιάχνουμε» και «πώς τα χαλάμε». Δεν έχουμε ένα ψυχογράφημα αλλά μια παράθεση σχημάτων: ο σκληρός άνδρας που δεν βλέπει την ώρα να απαλλαγεί από τη γυναίκα που κατέκτησε, ο ευαίσθητος άνδρας που φλερτάρει διακριτικά και υπόσχεται την ηρεμία, η άστατη γυναίκα που παρασύρεται, επιθυμώντας εν τούτοις να κάνει κάποια στιγμή παιδί. Επιπλέον υπάρχει ο άνδρας που αγαπά τους άνδρες αλλά κρύβει επιμελώς τις προτιμήσεις του. Ολα αυτά γραμμένα ανάλαφρα, ως καταγραφή και όχι ως παρέμβαση γνώμης. Με ήρωες που φορούν Σεμπάγκο παπούτσια και Αρμάνι πουκάμισα, που κυκλοφορούν με κινητά, προτιμούν τα ουζερί και κουρεύονται στον «Αγγελο».
Οι τοξικές ενώσεις του αρσενικού είναι ένα μυθιστόρημα που δεν έχει στόχο τη δραματουργική κορύφωση ή το ανατρεπτικό-εντυπωσιακό τέλος. Ετσι η συγγραφέας δεν μπορεί να κατηγορηθεί για «συνταγή». Επίσης πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει αλλαγή στις διατυπώσεις. Από τον ατακαριστό λόγο και τις μικρές προτάσεις περνά στον υπαινιγμό και στις πιο αναλυτικές φράσεις. Εν τούτοις είναι ένα βιβλίο που αποτελείται από σκηνές και όχι από χροιές ή αποχρώσεις. Αυτό που κρατάει η Παπαθανασοπούλου ως στυλ είναι το χιούμορ του μέσου όρου, μια ανεκδοτολογία της παρέας. Αντιγράφουμε, για παράδειγμα, τη στιχομυθία του αδυνατίσματος: «”Ελα, ρε Λάζαρε, σοβαρολογώ. Κοίτα λίπος! ” έκοψε εκείνη ζουλώντας το μπούτι της με σαδιστική μανία. “Πώς θα αδυνατίσω γρήγορα, Χριστέ μου; ” αναφώνησε με απόγνωση. “Πώς το λένε, μωρέ, αυτό το υγρό πιάτων που διαλύει τα λίπη στη στιγμή;” έκανε δήθεν σκεπτικός ο Λάζαρος».
Πρόκειται λοιπόν για ένα απλό «ψυχαγωγικό μυθιστόρημα» που επιτελεί τον στόχο του τηρώντας τις σταθερές τού είδους. Ετσι οι όποιες διαφωνίες μπορεί να αφορούν το είδος και όχι τη συγκεκριμένη εκδοχή του.
