Οι μοντερνιστές είχαν δίκιο όταν υποστήριζαν πως η ζωή του δημιουργού δεν πρέπει να συσχετίζεται ευθέως με το έργο του. Και είχαν άδικο λέγοντας ότι σημαντικό έργο παράγεται μόνο όταν ο δημιουργός τηρεί τις αποστάσεις του από την ίδια την εμπειρία. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι τα Κάντος του Εζρα Πάουντ. Τα Κάντος, ως συνολικό εγχείρημα, αποτελούν κλασικό δείγμα της καλλιτεχνικής αποτυχίας που προκαλεί τη μια στιγμή τον θαυμασμό και την άλλη την αμηχανία. Δεν είναι το άνισο έργο από όπου μπορεί κανείς να αποσπάσει τα σημαντικότερα μέρη του. Ως γενικός σχεδιασμός υπακούουν σε μια ιδεοληψία, στη λογική της ανανέωσης μέσω της αναπαλαίωσης – άρα σε έναν αναχρονισμό.
Ωστόσο τμήμα αυτού του έργου-ποταμού μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα, γιατί θρεμμένο από την εμπειρία που το προκάλεσε ολοκληρώνεται πέραν και παρά τα όσα προηγούνται ή έπονται. Πρόκειται για τα Κάντος της Πίζας, που ο ποιητής έγραψε το 1945 σε ένα αμερικανικό στρατόπεδο έξω από την Πίζα, όταν ήταν κρατούμενος για κάποιο διάστημα, προτού μεταφερθεί στις ΗΠΑ όπου δικάστηκε επί εσχάτη προδοσία λόγω της συνεργασίας του με το μουσολινικό καθεστώς. Τα πολιτικά αμαρτήματα του Εζρα Πάουντ, κοινωνιολόγου, πολιτικού αναλυτή, ιδεομανούς της κουλτούρας και ό,τι παρόμοιου θα μπορούσε να προσθέσει κανείς, κυνηγούν και σήμερα σαν ερινύες το φάντασμα του ποιητή. Ακόμη και όσοι θέλουν να τον διαβάσουν ανεπηρέαστοι, δυσκολεύονται εξαιτίας της φιλολογικής τρομοκρατίας των οπαδών και των αντιπάλων του. Ο Πάουντ είναι ίσως η μοναδική περίπτωση ποιητή ο οποίος με απίστευτο πείσμα φρόντισε να καταστήσει τον εαυτό του θύμα των ιδεών του και μαύρο πρόβατο όχι μόνο των δικών του σφαλμάτων αλλά και της ίδιας της φασιστικής εξουσίας, που την υπηρέτησε με μηδαμινά στην ουσία ανταλλάγματα.
Τα Κάντος της Πίζας αρχίζουν με έναν θρήνο για την πτώση του μουσολινικού καθεστώτος και απλώνονται στη συνέχεια πάνω στα ερείπια του πολέμου (ή, αν προτιμάτε, του ευρωπαϊκού πολιτισμού) και στα συντρίμμια της προσωπικής ζωής του Πάουντ, καθώς τη σκεπάζει ο ίσκιος της επερχόμενης τιμωρίας ή του ενδεχόμενου θανάτου. Ο κόσμος έχει τελειώσει. Από τα ράκη του εξευτελισμένου έπους αναδύεται η προσωπική τραγωδία. Προτού απαγγείλουμε τον επιτάφιό του θα πούμε το ατομικό μας άσμα, που δεν είναι άλλο από τον θρήνο των νεκρών και τον θρήνο για τους νεκρούς. Η γνησιότητα κάθε ατομικού δράματος καθιστά βεβαίως ασήμαντη την ιδεολογική ανοησία. Διαβάζοντας τα Κάντος της Πίζας δεν σκεφτόμαστε ότι εδώ ο Πάουντ θρηνεί για την πτώση του φασισμού αλλά ότι έχουμε να κάνουμε με κάποιον που έχασε τα πάντα, δηλαδή με έναν άνθρωπο γονατισμένο, ηττημένο, στα πρόθυρα της ψυχικής και της συναισθηματικής κατάρρευσης, ο οποίος γράφει ποιήματα αυτοβιογραφικά και θρηνητικά, ποιήματα της πτώσης, των αναμνήσεων, μιας ζωής που σπαταλήθηκε και δεν πρόκειται να ανακτηθεί, ποιήματα του τέλους, ελεγειακούς αποχαιρετισμούς στο παρελθόν, στη νεότητα, στη χειρονομία.
Πρόκειται για σπαράγματα – παρά το μέγεθός τους -, για αντηχήσεις της κραυγής. Ράκη της εποχής, ράκη της ζωής, απολογία και ταυτοχρόνως διαμαρτυρία προς τη μοίρα. Ολοκληρώνουν τα αφηγηματικά ιδεολογήματα που προηγήθηκαν, αναιρώντας τα στην πραγματικότητα, γιατί περιγράφουν de profundis την αποτυχία (από τα κυριότερα γνωρίσματα του 20ού αιώνα, αιώνα πολέμων και «αιματηρών» πεποιθήσεων). Είναι ποιήματα της τεφροδόχου, όπου η Ιστορία μεταβάλλεται σε τραγωδία και συμπυκνώνεται στο ατομικό δράμα. Η καρδιά – πιο σωστά: η «γυμνή καρδιά», όπως την εξέθεσε έναν αιώνα νωρίτερα ο Μποντλέρ – «εισπράττει» πάντοτε τα σφάλματα της διάνοιας. Και αυτά πληρώνοντας ο Πάουντ μάς έδωσε το μεγάλο του έργο – με ή χωρίς τον Μουσολίνι.
Εζρα Πάουντ, «Κάντος της Πίζας»
