Το κυνήγι των φθηνών μετοχών

Το κυνήγι των φθηνών μετοχών Ν. ΦΡΑΝΤΖΗΣ - ΓΕΡ. ΖΩΤΟΣ - Κ. ΣΙΩΜΟΠΟΥΛΟΣ Το θεμελιώδες ερώτημα που απασχολεί όποιον ασχολείται λιγότερο ή περισσότερο με το Χρηματιστήριο και πώς θα βρείτε την ορθή απάντηση Πριν από μερικούς μήνες, μπορούσε κάποιος να αγοράσει τη μετοχή Α στις 10.000 δρχ., ενώ σήμερα η αγορά της ίδιας μετοχής θα κοστίσει, σε όποιον θελήσει να την τοποθετήσει στο χαρτοφυλάκιό του, 8.000

ΤΟ ΒΗΜΑ






Το θεμελιώδες ερώτημα που απασχολεί όποιον ασχολείται λιγότερο ή περισσότερο με το Χρηματιστήριο και πώς θα βρείτε την ορθή απάντηση


Πριν από μερικούς μήνες, μπορούσε κάποιος να αγοράσει τη μετοχή Α στις 10.000 δρχ., ενώ σήμερα η αγορά της ίδιας μετοχής θα κοστίσει, σε όποιον θελήσει να την τοποθετήσει στο χαρτοφυλάκιό του, 8.000 δρχ. Τι συμπέρασμα θα μπορούσε να βγάλει λοιπόν κανείς; Μήπως ήταν τότε η μετοχή ακριβή; Είναι τώρα φθηνή; Τι θα σήμαινε αν μετά από ένα μήνα η μετοχή κόστιζε στην αγορά 11.000 δρχ.; Πρόκειται για το θεμελιώδες ερώτημα που απασχολεί όποιον ασχολείται λιγότερο ή περισσότερο με το χρηματιστήριο, είτε είναι απλός μικροεπενδυτής είτε χρηματιστηριακός αναλυτής: αν μια μετοχή είναι ακριβή ή φθηνή σε μια συγκεκριμένη τιμή. Αν κάποιος εξασφαλίσει μια απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα που να έχει έναν ικανοποιητικό βαθμό αξιοπιστίας, μπορεί να πει ότι είναι ένας επιτυχημένος χρηματιστηριακός επενδυτής. Και αυτό γιατί, αν αγοράσει κανείς μια μετοχή σε τιμή κοντά στην πραγματική αξία της, σε σχέση με ό,τι ισχύει στις υπόλοιπες μετοχές, μπορεί να αναμένει ότι η αγορά θα αποτιμήσει σύντομα τη μετοχή σωστά, ακόμη και αν σε κάποια συγκεκριμένη χρονική περίοδο η τιμή της μετοχής κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα.


Το να προσπαθήσει κανείς να εντοπίσει την απόλυτη αξία μιας μετοχής είναι μάλλον δύσκολο. Αλλωστε οτιδήποτε αγοράζει, είτε αυτό είναι προϊόν είτε υπηρεσία, μπορεί να χαρακτηρισθεί ακριβό ή φθηνό μόνο σε σύγκριση με τις τιμές που πωλούνται στην αγορά ομοειδή προϊόντα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις μετοχές. Μπορεί δηλαδή να συγκρίνει την τιμή μιας μετοχής με τις ομοειδείς της αλλά και με το σύνολο των εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών. Στην περίπτωση αυτή οι απλές συγκρίσεις απολύτων μεγεθών δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συγκεκριμένο συμπέρασμα, κυρίως γιατί ο αριθμός των μετοχών που έχει θέσει σε κυκλοφορία μέσω του χρηματιστηρίου κάθε εταιρεία είναι διαφορετικός.


Ετσι, για να συγκρίνει κανείς την τιμή μιας μετοχής πρέπει να λάβει υπόψη του ορισμένους δείκτες από την πληθώρα αυτών που προσφέρει η χρηματιστηριακή ανάλυση. Οι πλέον συνηθισμένοι και ευρέως χρησιμοποιούμενοι δείκτες που συσχετίζουν τα θεμελιώδη μεγέθη μιας εταιρείας με τη χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής της είναι η σχέση της τιμής μιας μετοχής με τα κέρδη ανά μετοχή (ο δείκτης p/e, όπως είναι ευρύτερα γνωστός) ή ο δείκτης που εκφράζει τη σχέση της τιμής της μετοχής προς τη λογιστική αξία ανά μετοχή (p/bv). Μπορεί βεβαίως να χρησιμοποιήσει κανείς και άλλους δείκτες, λιγότερο ή περισσότερο γνωστούς, όπως η σχέση χρηματιστηριακής τιμής και πωλήσεων ή εσόδων μιας εταιρείας, η σχέση χρηματιστηριακής τιμής και ταμειακής ροής κλπ. Παράλληλα είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί συνδυασμός δεικτών. Εκείνο που έχει σημασία είναι να ακολουθηθούν τα ενδεδειγμένα βήματα και να γίνουν οι συγκρίσεις σε σωστή βάση.


Θέλοντας λοιπόν κανείς να «τοποθετήσει» την τιμή μιας μετοχής στο περιβάλλον όπου βρίσκεται θα πρέπει να τη συγκρίνει με τον κλάδο που ανήκει αλλά και με το σύνολο των εισηγμένων στο χρηματιστήριο επιχειρήσεων ή με μια ομάδα από αυτές ­ π.χ. οι μετοχές που σχηματίζουν την τιμή ενός δείκτη τιμών, όπως είναι ο γενικός δείκτης τιμών του ΧΑΑ.


Το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνει είναι να συγκεντρώσει τα στοιχεία που του χρειάζονται για να κάνει τις συγκρίσεις του. Αν υποθέσουμε ότι θέλουμε να εξετάσουμε την τιμή της μετοχής Α, οι δείκτες οι οποίοι μπορούν να επιλεγούν για να πραγματοποιηθούν οι συγκρίσεις είναι η σχέση τιμής προς κέρδη (p/e) στην παρούσα περίοδο και ακόμη η ανώτερη και η κατώτερη τιμή που έχει πάρει ο συγκεκριμένος δείκτης την τελευταία πενταετία. Οι συγκρίσεις των δεικτών αυτών μπορούν να γίνουν με τους αντίστοιχους δείκτες που υπολογίζονται για το σύνολο του κλάδου όπου ανήκει η μετοχή αλλά και για το σύνολο των μετοχών που εντάσσονται στον γενικό δείκτη τιμών του χρηματιστηρίου.


Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι η τρέχουσα τιμή του δείκτη p/e μιας εταιρείας είναι 23,5 ενώ η μεγαλύτερη και η μικρότερη τιμή που έχει πάρει την τελευταία πενταετία είναι 26,4 και 7,8. Οι αντίστοιχες μέσες τιμές του κλάδου όπου ανήκει η εταιρεία είναι 20,5 σε ό,τι αφορά την τρέχουσα τιμή ενώ ιστορικά η μεγαλύτερη και η μικρότερη τιμή πενταετίας είναι 26 και 7,3. Παράλληλα η ομάδα των εταιρειών που συνθέτουν τον δείκτη και είναι υποθετική (για λόγους συγκρισιμότητας και ανάλυσης) έχει αντίστοιχα p/e 28, 27,4 και 14. Το επόμενο στάδιο της σύγκρισης που επιχειρεί είναι να υπολογίσει την απόσταση που χωρίζει τις τιμές των δεικτών που χαρακτηρίζουν την τιμή της μετοχής από αυτές που χαρακτηρίζουν τον κλάδο και το σύνολο των μετοχών του δείκτη. Ας δούμε λοιπόν τι λένε τα συγκεκριμένα νούμερα:


Η τιμή 23,5 για τη μετοχή Α σημαίνει ότι αυτή συγκρινόμενη με τον κλάδο της μπορεί να φαίνεται ακριβή, μπορεί όμως να χαρακτηρισθεί φθηνή αν συγκριθεί με τον μέσο όρο των εταιρειών του γενικού δείκτη. Η σύγκριση θα μπορούσε να σταματήσει σ’ αυτό το σημείο, αλλά θα ήταν καλύτερα να προσπαθήσει να δει κανείς τι είχε συμβεί και στο παρελθόν. Η υψηλότερη τιμή p/e της μετοχής την τελευταία πενταετία είναι περίπου 3,7% μικρότερη από την αντίστοιχη υψηλότερη τιμή του μέσου όρου των εταιρειών του γενικού δείκτη τιμών, ενώ η χαμηλότερη τιμή για τη μετοχή της εταιρείας είναι κατά 47% μικρότερη από το αντίστοιχο του μέσου όρου των εταιρειών του δείκτη. Επίσης συγκρινόμενη με τον κλάδο της η εταιρεία φαίνεται ότι σχεδόν ταυτίζεται σε ό,τι αφορά τις ανώτερες και κατώτερες τιμές τις οποίες έχει σημειώσει ο δείκτης p/e της εταιρείας και του κλάδου της.


Η αξιολόγηση της τιμής μιας μετοχής σε σύγκριση με το περιβάλλον της δεν είναι μια εύκολη περίπτωση αφού ορισμένα στοιχεία μπορούν να έχουν διάφορες ερμηνείες. Είναι βέβαιο πάντως ότι το να προσεγγίζει κανείς την αγορά μιας ή περισσότερων μετοχών μέσω της καταγραφής, του συνδυασμού και της σύγκρισης στοιχείων που καθημερινά δημοσιεύονται στον οικονομικό Τύπο μπορεί να τον φέρει πιο κοντά στην αγορά καλύτερων μετοχών. Υπάρχει βεβαίως και ο τρόπος προσέγγισης της αγοράς μέσω φημών, λιγότερο ή περισσότερο αξιόπιστων, ή των προσδοκιών που αναπτύσσονται για καλύτερη μελλοντική πορεία μιας μετοχής λόγω αλλαγών στον κλάδο της εταιρείας ή στον τρόπο που δραστηριοποιείται. Στην περίπτωση αυτή οποιαδήποτε ανάλυση μπορεί να αποδειχθεί άχρηστη. Είναι βέβαιο όμως ότι οι φήμες και οι προσδοκίες έχουν προκαλέσει πολύ περισσότερα προβλήματα, απογοητεύσεις και απώλειες από ό,τι η ορθολογική ανάλυση των στοιχείων μιας μετοχής.


Το αν μια μετοχή είναι ακριβή στην τιμή όπου την αγοράζει κάποιος είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, όπως των κερδών της εταιρείας ή της λογιστικής της αξίας που αντιστοιχούν στην κάθε μετοχή της, αλλά και των προοπτικών που υπάρχουν για καλύτερη ή χειρότερη κερδοφορία στο μέλλον. Στην πράξη βέβαια η τιμή που διαμορφώνεται στην αγορά είναι ικανοποιητική αν υπάρχει ο πωλητής και ο αγοραστής που είναι πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε μια αγοραπωλησία σε αυτή την τιμή. Σε καμιά περίπτωση δεν είναι κριτήριο το απόλυτο ύψος της τιμής. Δηλαδή μια μετοχή που πωλείται 10.000 δρχ. δεν είναι απαραίτητα ακριβότερη από μια άλλη των 1.000 δρχ., αφού ενδέχεται ο αριθμός των μετοχών που έχει θέσει σε κυκλοφορία η δεύτερη εταιρεία να είναι πολλαπλάσιος της πρώτης.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version