Πρωτοέμαθα για τον φιλόσοφο Κέλσο και το βιβλίο του «Αληθής Λόγος» από μια υποσημείωση στη μελέτη του Γ. Κορδάτου «Χριστιανισμός». Την επομένη πήγα στην Εθνική Βιβλιοθήκη, βρήκα μια γερμανική έκδοση του 1924 σε επιμέλεια Οτο Γκλόκνερ, προοριζόμενη μάλιστα για την εκμάθηση των Αρχαίων στα Γυμνάσια και άρχισα να το μεταφράζω. Αυτό έγινε το 1992. Παρά τις κατά καιρούς προσπάθειές μου δεν κατάφερα να το εκδώσω. Ευτυχώς όμως, πριν από λίγους μήνες, ο εκδοτικός οίκος της Θεσσαλονίκης «Επιλογή» παρουσίασε επιτέλους στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό1, ύστερα από 1.800 χρόνια και ενώ κυκλοφορούσε από ετών σε Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, το περίφημο αυτό έργο σε άρτια μετάφραση των Γιάννη Χριστοδούλου (που μετέφρασε πρόσφατα και τους «Ανεπίκαιρους στοχασμούς» του Νίτσε στην «Εκδοτική Θεσσαλονίκης») και Πέτρου Οικονόμου και επιμέλεια και κατατοπιστική εισαγωγή του ίδιου του εκδότη, Γιάννη Αβραμίδη.
Ο «Αληθής Λόγος», ένα μικρό σχετικά κείμενο, αποτελεί μια πρώτη απάντηση του ελληνικού πνεύματος στη Χριστιανική κοσμοθεωρία, έτσι όπως τη διατυπώνει ο Κέλσος το 178 μ.Χ. Θα προσπεράσω τη διχογνωμία περί του αν ο Κέλσος είναι ο προαναφερθείς φιλόσοφος ή ο συνώνυμός του, φίλος του Ιουλιανού και έπαρχος της Μικράς Ασίας, άρα το βιβλίο έχει γραφτεί από τον δεύτερο κατά το διάστημα της βασιλείας του Παραβάτη. Από τον λίβελο του Ωριγένη «Κατά Κέλσου», χάρη στο οποίο ανασυστήθηκε ο «Λόγος», μαθαίνουμε ότι ο Ωριγένης θεωρεί τον Κέλσο Επικούρειο. Η άλλη πλευρά ισχυρίζεται ότι το «Κατά Κέλσου» είναι ψευδο-ωριγενικό έργο, για να δοθεί κύρος στην πολεμική που εξαπολύει. Από το ίδιο το κείμενο ο Κέλσος μάλλον Νεοπλατωνικός παρά Νεοεπικούρειος μπορεί να θεωρηθεί. Πάντως δεν έχει καμία σημασία τι από τα δύο ισχύει. Σημασία έχει ότι από τον «Αληθή Λόγο» μαθαίνουμε τι εντύπωση δημιουργούσε στους Ελληνες της εποχής η εμφάνιση του Χριστιανισμού και τα παράδοξα μηνύματά του. Παρά το ότι ο «Λόγος» θεωρείται πολύ σκληρό και ίσως υβριστικό έργο, στην πραγματικότητα δεν καταγράφει παρά τις εξ αντανακλάσεως αντιδράσεις ενός καλλιεργημένου Ελληνα απέναντι σε καινοφανείς δοξασίες που προκαλούσαν απορία και έκπληξη, τουλάχιστον. Τι αλήθεια πρέσβευε αυτή «η νέα φυλή ανθρώπων» που προερχόταν από ένα έθνος, το Εβραϊκό, το οποίο ουδείς είχε σε υπόληψη, αλλά που όλοι υποστήριζαν το δικαίωμά του στην προγονική του λατρεία, άσχετα αν και αυτή θεωρείτο αστεία και δεισιδαίμων;
Ο Κέλσος αναλαμβάνει να αντιπαραθέσει τις ελληνικές και εβραιοχριστιανικές αντιλήψεις, και μάλιστα στα μέσα του πρώτου κεφαλαίου επινοεί ένα ακραιφνώς μυθιστορηματικό τέχνασμα, καθώς εμφανίζει έναν Ιουδαίο που δήθεν διαλέγεται με τον Ιησού. Στη συνέχεια προχωρεί, σε πρώτο πια πρόσωπο, στην κατάρριψη κάθε χριστιανικής δοξασίας έχοντας εξαρχής φροντίσει να κάνει γνωστό τον πυρήνα των απόψεών του: «Οι βάρβαροι είναι ικανοί μεν να επινοούν δόγματα, οι Ελληνες όμως είναι σαφώς καλύτεροι στο να κρίνουν, να ελέγχουν και να μετατρέπουν υπέρ του κοινού οφέλους τα ευρεθέντα υπό των βαρβάρων» (σ. 22).
Είναι ίσως απροσδόκητο για έναν ανυποψίαστο αναγνώστη να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα κείμενο που δεν λαμβάνει υπόψη του τίποτα από τα ισχύοντα εδώ και 1.700 χρόνια. Ισως αυτό να προκάλεσε και την περί βλασφημίας κατηγορία κατά του Κέλσου, αλλά ήταν όντως αδιανόητο για έναν Ελληνα ή μορφωμένο Ρωμαίο να ενστερνισθεί απόψεις όπως οι χριστιανικές. Ακόμη και αυτή η ανίερη στάση του Κέλσου δεν είναι απαλλαγμένη όμως, παρά το έντονο ύφος της και τους βαρείς χαρακτηρισμούς, από μια εμφανή αίσθηση δυσθυμίας. Πώς να αντιπαραβάλει κανείς, χωρίς δυσαρέσκεια, τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό, τη δεισιδαιμονία στην επιστήμη, την αυθυποβολή στον ορθό λόγο, την υποτίμηση της φύσεως στη θεία της υπόσταση, τις απόψεις ανθρώπων χωρίς παράδοση σε παραδόσεις χιλιετιών και στους Ελληνες που είχαν αναπτύξει έναν κολοσσιαίο πολιτισμό; Αποδεχόμενος αυτή την εγγενή «υποχρέωση» ο Κέλσος δεν χάνει το χιούμορ του, όσο ωμό και αν εκλαμβάνεται αυτό σήμερα. Σαρκασμός που εναλλάσσεται με υπεροψία, χλευασμός που συντηρεί τον προσβλητικό οίστρο ενός πεπαιδευμένου ευγενούς απέναντι σε κάποιους που δεν έχουν να επιδείξουν παρά την προσήλωσή τους σε αφύσικα και απίστευτα «γεγονότα», ενώ ταυτόχρονα έχουν αντιγράψει πολλούς από τους ελληνικούς μύθους. Τι μπορείς να πεις σε αυτούς που όλη τους η φιλοσοφία συνοψίζεται σε μια λέξη: «Πίστευε»!, όπως θα αναρωτηθεί και ο Ιουλιανός;
Εκείνο που εκπλήσσει στον «Αληθή Λόγο» (ο τίτλος προέρχεται από ένα απόσπασμα του Πλάτωνα που παραθέτει ο συγγραφέας) είναι κυρίως η οξυδέρκεια και η βαθιά φιλοσοφική σκέψη του Κέλσου, ο οποίος κατορθώνει να συνδυάσει, αφενός, την κατάρριψη των ιουδαιοχριστιανικών θεωριών με ταυτόχρονη προβολή και επεξήγηση της ελληνικής κοσμοθεωρίας και, αφετέρου, ένα επιθετικό λογοτεχνικό ύφος που εμπεριέχει ειρωνεία, σκληρότητα και ευφυΐα με τη γνώση τόσο των χριστιανικών κειμένων όσο και της ελληνικής γραμματείας. Αυτά όλα συνέτειναν ώστε ο «Αληθής Λόγος» να αποκτήσει φανατικούς εχθρούς, άλλωστε το αυθεντικό κείμενο «χάθηκε», και φίλους. Ενας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους επαίνους προέρχεται από τον ρουμάνο φιλόσοφο Ε. Μ. Σιοράν (1911-1995), ο οποίος στο βιβλίο του «Ο κακός δημιουργός» (Εξάντας 1994) και στο δοκίμιο «Οι νέοι Θεοί» αναφέρει πως «ο σημερινός άνθρωπος μόνο σε κάποια κρίση σοφίας μπορεί να συμφωνήσει με τον Κέλσο» και ότι «δεν είναι ανάγκη ο Θεός να διορθώσει το έργο του» (σελ. 60).
Θα αδικούσα το κείμενο αν παρέθετα διάφορα αποσπάσματα, αλλά η απάντηση του Κέλσου στην κατηγορία των χριστιανών περί ειδωλολατρίας των Ελλήνων, και μάλιστα με λόγια του Ηρακλείτου, δικαιούται αυτόχρημα εξαιρέσεως: «Οποιος εκλαμβάνει τα άψυχα αγάλματα ως θεούς, κάνει το ίδιο με αυτόν που μιλάει στους τοίχους», και «είναι ηλίθιο να εύχεται κανείς στα αγάλματα, αν δεν αντιλαμβάνεται ότι αντιπροσωπεύουν θεούς και ήρωες» (σελ. 22, 144).
Ο «Αληθής Λόγος» κακώς θεωρείται αντιχριστιανικό έργο. Δεν είναι. Είναι ένα βιβλίο καύχημα του ελληνικού πολιτισμού, υπόδειγμα ήθους, δημοκρατικότητας, σεβασμού σε κάθε ετεροδοξία και θρησκεία, σημαντικό και απαραίτητο. Η γνώση του παρελθόντος και της Ιστορίας μας δεν είναι προγονολατρία ούτε άρνηση του παρόντος και πολύ περισσότερο του μέλλοντος2. Και εκτός του ότι η κατάτμηση του χρόνου είναι ανθρώπινη επινόηση και δεν υφίσταται στη φυσική τάξη, κάποτε θα αναγκαστούμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της ιστορικής και της πολιτιστικής μας ταυτότητας. Εξάλλου μόνο η σφαιρική αντίληψη της Ιστορίας μπορεί να επιφέρει την απαιτούμενη αυτογνωσία και ισορροπία, ώστε μεταξύ άλλων να τιμήσουμε και τη θεμελιώδη παρακαταθήκη του Ηρακλείτου, «ο λαός οφείλει να υπερασπίζει τους συντεταγμένους νόμους της πολιτείας του, όπως ακριβώς και τα σύνορά της» (Β 44).
Εν κατακλείδι, και επειδή ήδη φλυάρησα επί τετριμμένων, οι μεταφραστές ας μου επιτρέψουν να παραθέσω, σε δική μου απόδοση, το πιο αγαπημένο μου απόσπασμα:
«Επομένως, αυτός εδώ ο κόσμος δεν έχει δημιουργηθεί για χάρη του ανθρώπου, ούτε βέβαια για χάρη του λιονταριού, του αετού ή του δελφινιού, αλλά έχει γίνει πλήρης και τέλειος αγκαλιάζοντας τα πάντα, σαν να ήταν έργο θεού. Χάριν αυτής της τελειότητος η αρμονία διέπει τα πάντα και στηρίζει το Ολον κι όχι τα μέρη, εκτός κι αν πρόκειται για κάποια ήσσονος σημασίας ενέργεια. Φροντίδα του θεού είναι το Ολον και γι’ αυτό δεν παραιτείται ποτέ της προνοίας ούτε ποτέ το θείο μετατρέπεται σε κακό ούτε με την πάροδο του χρόνου ο θεός εγκλωβίζεται στον εαυτό του ούτε οργίζεται εξαιτίας των ανθρώπων, όπως φυσικά δεν οργίζεται εξαιτίας των πιθήκων ή των ποντικών. Ούτε και τους απειλεί, αφού καθένα τους έχει ήδη λάβει το μερίδιο της μοίρας που του αντιστοιχεί» (σελ. 88).
1. Σκόρπια κομμάτια του Κέλσου υπήρχαν στη μελέτη του Ε. Ρενάν «Μάρκος Αυρήλιος και το τέλος του αρχαίου κόσμου» (Αναγνωστίδης, χωρίς χρονολογία) και στην «Αντιγνώση» της Λιλής Ζωγράφου (διάφορες εκδόσεις).
2. Αξίζει να θυμίσω μια αποστροφή από τη συνέντευξη του Καντονά στο «Βήμα»: «μεγάλη ομάδα είναι αυτή που έχει μεγάλο παρελθόν και δεν το ξεχνάει. Γι’ αυτό την περιμένει και ένδοξο μέλλον».
