Αν σας ενδιαφέρουν οι κίνδυνοι αλλά και το ενδεχόμενο υψηλών κερδών που συνεπάγονται τα βαθιά νερά των σύνθετων τραπεζικών παραγώγων και συναλλαγματικών προϊόντων που προσφέρει σήμερα η ελληνική τραπεζική αγορά, ιδού στη συνέχεια ένα πανόραμα του τι μπορείτε να ζητήσετε από την τράπεζά σας. Ολες σχεδόν οι τράπεζες και οπωσδήποτε οι μεγαλύτερες από αυτές μπορούν να σας ενημερώσουν από τα υποκαταστήματα με τα οποία συνεργάζεστε για τα παράγωγα προϊόντα τα οποία μπορείτε να αγοράσετε. Οι βασικές κατηγορίες παραγώγων προϊόντων είναι τέσσερις.
Options
Ετσι ονομάζεται διεθνώς το δικαίωμα, όχι η υποχρέωση, που έχει ο αγοραστής των options να αγοράσει ή να πουλήσει ένα αγαθό, νόμισμα ή χρεόγραφο (συνάλλαγμα, επιτόκιο, μετοχή, πρώτη ύλη, μέταλλο) σε μια συγκεκριμένη τιμή (strike price) και σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο καθορίζεται κατά την αγορά option. Ο αγοραστής του προϊόντος αυτού πληρώνει προς τον πωλητή ένα ποσοστό της συνολικής αξίας του αγαθού για το οποίο ισχύει το option το ποσοστό αυτό ονομάζεται premium. Δύο κατηγορίες options υπάρχουν: τα call options που είναι το δικαίωμα αγοράς και τα put options που είναι το δικαίωμα πώλησης. Ετσι αγοράζοντας κανείς call options αναμένει ότι θα κερδίσει σε περίπτωση ανόδου των τιμών, ενώ το αντίθετο συμβαίνει όταν αγοράζονται put options.
Το δικαίωμα αγοράς που έχει κανείς αποκτώντας ένα option μπορεί να το εξασκήσει στην περίπτωση όπου κατά τη λήξη του χρονικού διαστήματος που έχει προκαθοριστεί η τιμή του αγαθού, π.χ., νομίσματος είναι τέτοια ώστε να του εξασφαλίζει κέρδη. Στην αντίθετη περίπτωση δεν εξασκεί το δικαίωμά του αυτό και χάνει βεβαίως το premium που έχει προπληρώσει.
Η τιμή που θα πληρώσει κανείς για να αγοράσει options δεν είναι προκαθορισμένη. Τρεις είναι κυρίως οι παράγοντες που επηρεάζουν την τιμή όπου θα το αγοράσει κανείς: η διάρκεια όσο μεγαλύτερη είναι τόσο υψηλότερο είναι το premium , η διαφορά μεταξύ τρέχουσας τιμής του νομίσματος που θα αγορασθεί και εκείνης που θα ασκηθεί το δικαίωμα και η διακύμανση των τιμών στο παρελθόν. Οσο πιο απότομη ήταν η διακύμανση κατά το παρελθόν τόσο ακριβότερο είναι το premium των options.
Futures
Τα futures αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε χρηματιστήρια του εξωτερικού και για την αγορά τους απαιτείται η μεσολάβηση ειδικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που δεν υπάρχουν στην ελληνική αγορά. Αν λοιπόν ενδιαφέρεται κάποιος για την αγορά αυτής της κατηγορίας προϊόντων θα πρέπει να ρωτήσει την τράπεζα με την οποία θα συνεργαστεί αν έχει συμβληθεί με κάποιο ανάλογο οργανισμό που να έχει πρόσβαση στα χρηματιστήρια των futures. Για να αγοράσει κανείς futures είναι υποχρεωμένος να αγοράσει από την τράπεζα με την οποία συνεργάζεται συνάλλαγμα, αφού η πράξη θα γίνει σε χρηματιστήριο του εξωτερικού. Ακόμη θα πρέπει να πληρώσει ένα ποσό, το οποίο καθορίζεται από το χρηματιστήριο στο οποίο θα γίνει η πράξη, και είναι η ελάχιστη καταβολή για την αγορά του προϊόντος. Συνήθως αντιπροσωπεύει 5-10% της αξίας του future.
Τα futures αντιπροσωπεύουν πρακτικά συμφωνίες μεταξύ δύο πλευρών, όπου η μία πλευρά (ο αγοραστής) συμφωνεί να αγοράσει μια συγκεκριμένη ποσότητα ενός αγαθού σε συγκεκριμένη τιμή, η οποία ισχύει για ένα χρονικό διάστημα που καθορίζεται εκ των προτέρων από το χρηματιστήριο στο οποίο είναι διαπραγματεύσιμο. Η δεύτερη πλευρά, δηλαδή ο πωλητής, συμφωνεί να παραδώσει την ίδια συγκεκριμένη ποσότητα του αγαθού στον αγοραστή στην τιμή όπου έχει συμφωνηθεί. Τα futures καλύπτουν τις κυριότερες αγορές, όπως ισοτιμίες νομισμάτων, επιτόκια στα κυριότερα νομίσματα, χρηματιστηριακούς δείκτες και πρώτες ύλες.
Οι τιμές των futureς αλλάζουν καθημερινά, αφού αυτά αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Οι τιμές τους επηρεάζονται από την τρέχουσα τιμή του αγαθού για το οποίο έχει γίνει η συμφωνία και το επιτόκιο του νομίσματος στο οποίο είναι διαπραγματεύσιμα τα futures. Τα περισσότερα futures κλείνονται με αντισταθμιστικές πράξεις. Ετσι ο κάτοχος του προϊόντος, λίγο πριν από τη λήξη του συμβολαίου, δίνει μια εντολή ρευστοποίησης η οποία του επιτρέπει να κλείσει τη θέση του. Το κέρδος του είναι η διαφορά μεταξύ τιμής αγοράς και τιμής πώλησης. Η πώληση μπορεί να γίνει οποιαδήποτε στιγμή θεωρήσει ο κάτοχος του future ότι η τρέχουσα τιμή είναι συμφέρουσα.
Interest Rate Swaps
Τα προϊόντα αυτά αποτελούν συμφωνίες, μεταξύ της τράπεζας και της ενδιαφερόμενης πλευράς, για ανταλλαγές μιας σειράς πληρωμών σταθερού επιτοκίου έναντι μιας άλλης κυμαινόμενου επιτοκίου και εφαρμόζονται σε προκαθορισμένες χρονικές περιόδους και προκαθορισμένο υποθετικό κεφάλαιο. Κυριότερη χρήση τους είναι η μετατροπή ενός δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο σε ένα άλλο δάνειο με σταθερό ή το αντίστροφο και επιτρέπουν στον χρήστη του προϊόντος να επωφεληθεί από μια άνοδο ή πτώση των επιτοκίων. Καλύπτουν συνήθως διάρκεια δύο ως έξι μηνών, γίνονται στα κυριότερα ξένα νομίσματα και στη δραχμή.
Για τον προσδιορισμό της τιμής των swaps ορίζεται η τιμή του σταθερού επιτοκίου που θα ισχύει για τις περιοδικές πληρωμές. Κατόπιν ορίζεται το κυμαινόμενο επιτόκιο αναφοράς και ένα περιθώριο το οποίο θα προστίθεται στο ύψος του κυμαινόμενου επιτοκίου. Κατά τη διάρκεια των περιόδων εκτοκισμού γίνεται ο συμψηφισμός των επιτοκίων και η πλευρά που πληρώνει το υψηλότερο επιτόκιο καταβάλλει στην άλλη τη διαφορά μεταξύ των δύο επιτοκίων.
FRA’s (Προθεσμιακά Συμβόλαια Επιτοκίου)
Αποτελούν συμφωνίες μεταξύ δύο μερών, της τράπεζας και του ενδιαφερομένου, για την ανταλλαγή σταθερού έναντι μεταβλητού επιτοκίου και δίνουν τη δυνατότητα σε όποιον επιθυμεί να κερδίσει προβλέποντας τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων. Ο χρόνος που μεσολαβεί από τη στιγμή της συμφωνίας ως την εφαρμογή της είναι συνήθως από ένας ως 12 μήνες και το επιτόκιο που ισχύει καλύπτει περιόδους τριών ως εννέα μηνών. Κατά την αγορά του προϊόντος οι δύο ενδιαφερόμενες πλευρές, η τράπεζα και ο πελάτης, ορίζουν το επιτόκιο που θα ισχύσει στο μέλλον για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο σε προκαθορισμένο υποθετικό κεφάλαιο. Οταν αρχίσει αυτή η περίοδος συγκρίνεται το επιτόκιο των FRA’s με το επιτόκιο της αγοράς. Αν το επιτόκιο των FRA’s είναι μεγαλύτερο από το επιτόκιο της αγοράς, ο αγοραστής της συμφωνίας καταβάλλει τη διαφορά στον πωλητή. Αν συμβαίνει το αντίθετο, ο πωλητής καταβάλλει τη διαφορά στον αγοραστή. Αν τα δύο επιτόκια είναι ίσα δεν γίνεται καμία καταβολή.
Για την πραγματοποίηση μιας πράξης FRA’s η τράπεζα εισπράττει ένα ποσό ως κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου που αναλαμβάνει. Το ποσό αυτό δεν ξεπερνά το 1% του υποθετικού κεφαλαίου στο οποίο αναφέρονται τα FRA’s. Τα προϊόντα αυτά προσφέρονται για εκείνους που θέλουν να προφυλαχθούν ή να επωφεληθούν από τις μελλοντικές μεταβολές των επιτοκίων.
