Στον αέρα η προστασία του καταναλωτή

Στον αέρα η προστασία του καταναλωτή Μετά την κρίση των «τρελών αγελάδων» η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ­ κατόπιν εορτής ­ προχωρεί σε αναδιοργάνωση του θεσμικού πλαισίου για την ασφάλεια των τροφίμων ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ, Απρίλιος. ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΕ να γνωρίσει η Ευρωπαϊκή Ενωση τη μεγαλύτερη απειλή για την υγεία των πολιτών της, την κρίση της νόσου της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας (BSE), για να

Στον αέρα η προστασία του καταναλωτή

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ, Απρίλιος.





ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΕ να γνωρίσει η Ευρωπαϊκή Ενωση τη μεγαλύτερη απειλή για την υγεία των πολιτών της, την κρίση της νόσου της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας (BSE), για να ασχοληθεί ουσιαστικά με το ζήτημα της προστασίας των δικαιωμάτων του καταναλωτή. Ως απάντηση στις έντονες διαμαρτυρίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αυτή χειρίστηκε την κρίση της νόσου των τρελών αγελάδων ­ εκτοξεύτηκαν ακόμη και απειλές εναντίον του προέδρου της Επιτροπής κ. Ζακ Σαντέρ ­, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει σε δραματικές αλλαγές στη Γενική Διεύθυνση (24η) που ασχολείται με τα θέματα προστασίας των καταναλωτών.


Ως πρώτο βήμα αποφασίστηκε ότι ο αριθμός των εργαζομένων στην 24η Διεύθυνση θα αυξηθεί από 70 σε 400 καθώς η διεύθυνση θα αναλάβει πλέον την ευθύνη για την ασφάλεια των τροφίμων. Η κ. Εμα Μπονίνο, επίτροπος για τα ζητήματα των καταναλωτών, αλλά και για την αλιεία και την ανθρωπιστική βοήθεια, καλείται τώρα να αναβαθμίσει τον συγκεκριμένο τομέα.


Οταν η κυρία Μπονίνο ­ γνωστή για τον δυναμισμό της ­ ανέλαβε τη θέση της επιτρόπου, δεν υπήρχε καν διεύθυνση για τα ζητήματα των καταναλωτών· με τα ζητήματα αυτά ασχολούνταν μια μικρή «υπηρεσία» της Επιτροπής. Ως τώρα ελάχιστη πρόοδος είχε σημειωθεί στον συγκεκριμένο τομέα. Οπως επισημαίνει μια βοηθός της κυρίας Μπονίνο, «δεν ζητήσαμε εμείς τη ριζική αναβάθμιση του τομέα, αλλά από τις κρίσεις μπορούν να προκύψουν θετικά αποτελέσματα. Η αναβάθμιση όμως της 24ης Διεύθυνσης θα συμβάλει στην καλύτερη αντιμετώπιση των ζητημάτων των καταναλωτών».


Τα πράγματα πάντως δεν είναι τόσο ρόδινα όσο δείχνουν. Το πρώτο εμπόδιο που θα πρέπει να υπερβεί η κυρία Μπονίνο είναι να εξασφαλίσει τη μεγάλη οικονομική ενίσχυση που απαιτείται για την καλή λειτουργία της νέας διεύθυνσης. Η ιταλίδα επίτροπος δήλωσε προσφάτως στην επιτροπή του Ευρωκοινοβουλίου για το περιβάλλον ότι βασίζεται στη στήριξή της για την ενίσχυση του νέου προϋπολογισμού. Τα μέλη του Ευρωκοινοβουλίου αναμένεται ότι θα αποφανθούν σχετικά στα τέλη Απριλίου. Ο κ. Χορστ Ράιχενμπαμ, νέος διευθυντής της 24ης Διεύθυνσης, επεσήμανε ότι από τη συγκεκριμένη απόφαση θα κριθεί αν το Ευρωκοινοβούλιο επιθυμεί πραγματικά να αλλάξουν ­ προς το καλύτερο ­ τα πράγματα ως προς το ζήτημα της προστασίας των καταναλωτών.


Οι απόψεις του λόμπι για τα ζητήματα των καταναλωτών ως προς τις αλλαγές στην 24η Διεύθυνση διίστανται. «Δεν έχει ακόμη προσδιορισθεί η νέα λειτουργία της διεύθυνσης. Εκφράζουμε την ικανοποίησή μας για την αναβάθμισή της, αλλά πρέπει να καταστεί σαφές ότι το ζήτημα της ασφαλείας των τροφίμων δεν θα πρέπει να παραγκωνίσει τα άλλα σοβαρά ζητήματα των καταναλωτών», τονίζει η κυρία Βάλερι Τόμσον, του Ευρωπαϊκού Γραφείου Ενώσεων Καταναλωτών (BEUC).


Σήμερα η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της έναν πολύ μικρό προϋπολογισμό ύψους μόλις 19 εκατ. ECU για τα ζητήματα των καταναλωτών. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 0,021% των ετησίων δαπανών της Ενωσης, που ανέρχονται σε 90 εκατ. ECU, ποσό που ισοδυναμεί με 0,05 ECU για καθένα από τα 375 εκατ. καταναλωτών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.


Το άρθρο 129 α’ της Συνθήκης του Μάαστριχτ περιλαμβάνει ελάχιστες διατάξεις για την κοινοτική δράση σχετικά με την καταναλωτική πολιτική, κυρίως μέτρα που αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας της ενιαίας αγοράς. Οι περισσότερες κοινοτικές πρωτοβουλίες καλύπτονται από την αρχή της επικουρικότητας και εφαρμόζονται σε επίπεδο χώρας – μέλους ή σε επίπεδο περιφερειακής πολιτικής, ενώ η Επιτροπή διαδραματίζει συντονιστικό ρόλο.


Σύμφωνα με αξιωματούχους, το έργο της Επιτροπής έχει καταστεί δυσκολότερο καθώς υπάρχει σαφώς διαφορετική στάση μεταξύ Βόρειας και Νότιας Ευρώπης ως προς την καταναλωτική πολιτική. «Σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης όπως η Βρετανία και η Σκανδιναβία οι οργανώσεις για την προστασία του καταναλωτή έχουν αναπτύξει έντονη δράση και έχουν την τάση να μας αγνοούν. Στις χώρες της Νότιας Ευρώπης οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται και πολύ για την καταναλωτική πολιτική. Το έργο της Επιτροπής αντιμετωπίζεται είτε με σνομπισμό είτε με αδιαφορία», λέει ένας αξιωματούχος της 24ης Διεύθυνσης. Επιπλέον πολλές φορές, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι επικριτές, οι κοινοτικές πρωτοβουλίες ως προς την καταναλωτική πολιτική έρχονται σε αντίθεση με τα εμπορικά συμφέροντα των χωρών – μελών όταν αυτά εξετάζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.


Οι κυρίες Εμα Μπονίνο και Ριτ Μπιέρεγκααρντ, επίτροπος για το περιβάλλον, διαπιστώνουν συχνά ότι δεν μπορούν να προωθήσουν τις προτάσεις τους για την προστασία των καταναλωτών εξαιτίας της αντίδρασης που συναντούν από τον σερ Λίον Μπρίταν, επίτροπο αρμόδιο για θέματα εμπορίου, και τον κ. Μάρτιν Μπάνγκεμαν, επίτροπο αρμόδιο για θέματα βιομηχανίας. Το πλέον πρόσφατο παράδειγμα αυτής της διάστασης απόψεων είναι η αντίδραση των δύο επιτρόπων στην πρόταση της κυρίας Μπιέρεγκααρντ να αναγράφεται στην ετικέτα συγκεκριμένων ειδών ότι πρόκειται για γενετικώς μεταλλαγμένα προϊόντα.


Παρά τις εσωτερικές διαφωνίες στην Επιτροπή, το BEUC επισημαίνει ότι δεν έρχεται πάντα σε αντίθεση με τα συμφέροντα της βιομηχανίας. Το Ευρωπαϊκό Λόμπι Καταναλωτών, πάντως, εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση οφείλει να αναλάβει εντονότερη δράση προκειμένου οι Ευρωπαίοι να ωφεληθούν πλήρως από τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς. Οι αποφάσεις σε εθνικό επίπεδο δεν είναι αρκετές, επισημαίνει η κυρία Τόμσον, για να προσθέσει ότι για την προώθηση των συμφερόντων των καταναλωτών απαιτείται η θέσπιση σχετικών κοινοτικών νόμων. Τα προς διευθέτηση ζητήματα είναι αρκετά, λέει η κυρία Τόμσον, και αναφέρει ενδεικτικά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές όταν αγοράζουν προϊόντα σε διαφορετικές χώρες της Ενωσης όπου για τα ίδια προϊόντα ισχύουν διαφορετικοί νόμοι.


Μεταξύ των ζητημάτων που αναμένεται να εξετάσει το συμβούλιο των υπουργών για τα ζητήματα των καταναλωτών περιλαμβάνεται η θέσπιση κοινοτικής νομοθεσίας για την εγγύηση της ασφάλειας των καταναλωτικών προϊόντων. Η έλλειψη σχετικής νομοθεσίας σημαίνει ότι, αν ένας κάτοικος του Ελσίνκι αγοράσει ένα ελαττωματικό βίντεο στην Ισπανία, θα πρέπει να μεταβεί εκεί προκειμένου να λάβει αποζημίωση για το συγκεκριμένο προϊόν. Το άλλο ακανθώδες ζήτημα που αναμένεται να εξετασθεί από το συμβούλιο υπουργών είναι η εναρμόνιση της νομοθεσίας των χωρών – μελών σχετικά με τις συμφωνίες καταναλωτικής πίστης.


Το BEUC ασκεί πιέσεις για να «ενισχυθεί» το άρθρο 129 α’ στη νέα αναθεωρημένη Συνθήκη του Μάαστριχτ, μετά το τέλος της Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Η κυρία Τόμσον επισημαίνει ότι η ιρλανδική προεδρία, που έληξε τον Δεκέμβριο του 1996, προώθησε ιδιαιτέρως τα ζητήματα της προστασίας των καταναλωτών. Δυστυχώς, λέει, η ολλανδική προεδρία δεν ακολουθεί την ίδια στάση και δεν δείχνει να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό των Ιρλανδών για τα ζητήματα της καταναλωτικής πολιτικής.


Η Χάγη ενδιαφέρεται για την ταχεία απελευθέρωση των ευρωπαϊκών αγορών, χωρίς ωστόσο να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την προάσπιση των δικαιωμάτων των καταναλωτών κατά τη διαδικασία της απελευθέρωσης των αγορών. Η κυρία Τόμσον πάντως υποστηρίζει ότι η οργάνωσή της θα είναι ιδιαιτέρως ικανοποιημένη αν η ολλανδική προεδρία δεν αλλάξει τις προτάσεις της Ιρλανδίας για την προστασία των καταναλωτών. «Δεν ζητάμε να προστεθεί κάτι επιπλέον στις προτάσεις της ιρλανδικής προεδρίας», υποστηρίζει. «Απλώς ζητάμε να μην αφαιρεθεί τίποτε». Ανύπαρκτη η κοινοτική νομοθεσία


ΟΙ ΣΩΣΤΑ ενημερωμένες μεγάλες επιχειρήσεις επωφελούνται περισσότερο από την ενιαία αγορά. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τους ευρωπαίους καταναλωτές. Η ημέρα όπου οι ευρωπαίοι καταναλωτές θα μπορούν να αγοράζουν προϊόντα σε οποιαδήποτε χώρα – μέλος της Ενωσης χωρίς προβλήματα είναι ακόμη μακριά. Η κοινοτική νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών είναι άλλοτε ανεπαρκής και άλλοτε ανύπαρκτη, όπως υποστηρίζει το BEUC (Ευρωπαϊκό Γραφείο Ενώσεων Καταναλωτών), το οποίο εκπροσωπεί ανεξάρτητες εθνικές οργανώσεις καταναλωτών και από τις 15 χώρες – μέλη.


Η οργάνωση πιστεύει στην αρχή της ελεύθερης αγοράς αλλά και στην ως ένα βαθμό κρατική παρέμβαση με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Γι’ αυτόν τον λόγο έρχεται ορισμένες φορές σε σύγκρουση με ορισμένους τομείς της βιομηχανίας. Σε άλλες περιπτώσεις η πίστη του BEUC στην απελευθέρωση της αγοράς ταυτίζεται με τους στόχους μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.


Η οργάνωση πρωτοστατεί στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των καταναλωτών στα πλαίσια των θεσμών της κοινής αγοράς ήδη από τη δεκαετία του 1960. Σήμερα όμως το έργο της είναι δυσκολότερο· τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι πλέον δεκαπέντε και αναμένεται ότι θα αυξηθούν αν λάβει κανείς υπόψη του το ενδεχόμενο της διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς ανατολάς.


Στο ερώτημα ορισμένων πώς κατορθώνει να εκπροσωπεί ομάδες καταναλωτών σε τόσο ευρύ φάσμα χωρών, το BEUC απαντά ότι η επίτευξη συναίνεσης μεταξύ των ευρωπαίων καταναλωτών δεν είναι δύσκολη και ότι ελάχιστες συγκρούσεις συμφερόντων ή ανταγωνισμοί παρατηρούνται μεταξύ τους. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι προτεραιότητές τους πάντοτε ταυτίζονται. Οταν σημειώνονται μεγάλες διαφορές, λέει η Βάλερι Τόμσον, στέλεχος του BEUC, αυτές οφείλονται κυρίως στις πολιτιστικές και παραδοσιακές ιδιαιτερότητες των χωρών που έχουν ως αποτέλεσμα να διαφοροποιούνται και οι προτιμήσεις των καταναλωτών.


Παράδειγμα διαφορετικών προτεραιοτήτων αποτελεί η μακροχρόνια σύγκρουση μεταξύ των χωρών – μελών σχετικά με την επίτευξη συμφωνίας για τον ορισμό της σοκολάτας. Οι βρετανοί καταναλωτές δεν έχουν αντιρρήσεις στο να περιέχει η σοκολάτα φυτικά λίπη, αλλά οι Ισπανοί και οι Ιταλοί χαρακτηρίζουν ­ με ειδική σήμανση επί του προϊόντος ­ τη σοκολάτα που περιέχει φυτικά λίπη ως «υποκατάστατο της σοκολάτας». Η Γαλλία, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Ιταλία και η Ολλανδία, χώρες που διαθέτουν ονομαστές σοκολατοβιομηχανίες, επιμένουν ότι μόνον τα προϊόντα που έχουν παραχθεί 100% από κακάο θα πρέπει να αποκαλούνται σοκολάτα. Στην περίπτωση αυτή το πρόβλημα διευθετείται, σύμφωνα με την Τόμσον, μέσω της σωστής σήμανσης επί των προϊόντων όπου θα προσδιορίζεται σαφώς η σύνθεσή τους. Με τον τρόπο αυτόν οι ευρωπαίοι καταναλωτές θα μπορούν να επιλέξουν ποια προϊόντα επιθυμούν να αγοράσουν.


Οι οργανώσεις, πάντως, για την προστασία των καταναλωτών έχουν αναπτυχθεί κυρίως στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης και λιγότερο στον Νότο. Οι σκανδιναβικές χώρες, επί παραδείγματι, έχουν μακρά παράδοση στην προστασία των καταναλωτών και οι κυβερνήσεις τους επιδεικνύουν ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα αυτό. Οι πολίτες των σκανδιναβικών χωρών εξάλλου είναι ιδιαιτέρως ευαισθητοποιημένοι στο ζήτημα της προστασίας του περιβάλλοντος, όπως επίσης οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί.


Σιγά – σιγά, ωστόσο, παρατηρείται αύξηση του αριθμού των οργανώσεων για την προστασία των δικαιωμάτων του καταναλωτή στις χώρες της Νότιας Ευρώπης.


Με δεδομένη την πρόοδο της τεχνολογίας που διευκολύνει την αγορά προϊόντων σε διαφορετικές χώρες – μέλη και καθώς οι ευρωπαίοι καταναλωτές ενημερώνονται όλο και πιο σωστά για τα δικαιώματά τους, η ανάγκη για θέσπιση κατάλληλης κοινοτικής νομοθεσίας είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ επιτακτική. Ο δεκάλογος της ανησυχίας Τι φοβούνται οι Ευρωπαίοι


ΣΥΜΦΩΝΑ με το BEUC (Ευρωπαϊκό Γραφείο Ενώσεων Καταναλωτών), τα ζητήματα που απασχολούν κατά κύριο λόγο τους ευρωπαίους καταναλωτές είναι τα εξής:


1Γενετικώς μεταλλαγμένα προϊόντα. Οι καταναλωτές εκφράζουν ιδιαίτερη ανησυχία για τις επιπτώσεις των γενετικώς μεταλλαγμένων τροφών στον ανθρώπινο οργανισμό αλλά και στο περιβάλλον. Σύμφωνα με το BEUC, οι καταναλωτές δεν είναι πεπεισμένοι ότι οι κατάλληλοι έλεγχοι από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις χώρες – μέλη εφαρμόζονται σωστά.


2Προδιαγραφές για την προστασία των καταναλωτών. Πολλοί ευρωπαίοι πολίτες φοβούνται ότι, σύμφωνα με τους νόμους της ενιαίας αγοράς, η χώρα τους υποχρεούται να αγοράζει αγαθά και υπηρεσίες από άλλες χώρες – μέλη των οποίων οι προδιαγραφές δεν συμβαδίζουν με τις υψηλές προδιαγραφές των συγκεκριμένων προϊόντων στη χώρα τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι κανόνες αυτοί αμφισβητούνται ως εμπόδια στην ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων.


3Διασυνοριακές αγορές. Οι ευρωπαίοι πολίτες θέλουν να έχουν το δικαίωμα να μεταβαίνουν σε άλλες χώρες – μέλη προκειμένου να αγοράζουν προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές, χωρίς ωστόσο να διατρέχουν τον κίνδυνο, σε περίπτωση προβλήματος με το συγκεκριμένο προϊόν, να χρειάζεται να επιστρέψουν στη χώρα όπου το αγόρασαν προκειμένου να λάβουν τη σχετική αποζημίωση. Για τη διευθέτηση του συγκεκριμένου ζητήματος απαιτείται η καθιέρωση κοινοτικής νομοθεσίας που θα παρέχει τις σχετικές εγγυήσεις στους καταναλωτές.


4Ασφάλεια και ποιότητα του κρέατος. Η νόσος των τρελών αγελάδων έσπειρε σε όλο τον κόσμο τον φόβο σχετικά με τις σύγχρονες μεθόδους εκτροφής των ζώων. Οι έρευνες που αποκαλύπτουν την παράνομη χρήση ορμονών στο κρέας αλλά και η πίεση που άσκησαν οι ΗΠΑ στην Ενωση για περιορισμό χορήγησης ορμονών στα ζώα με σκοπό την ταχύτερη ανάπτυξή τους έφεραν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος το ζήτημα της ασφάλειας του κρέατος. Οι καταναλωτές γνωρίζουν ότι στο κρέας που καταναλώνουν είναι πιθανόν να υπάρχουν κατάλοιπα ορμονών. Εκφράζουν επίσης ανησυχίες για το ότι οι υπεύθυνες αρχές για τους ελέγχους στην ασφάλεια των τροφίμων στις άλλες χώρες – μέλη «δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους».


5Καταστροφή του περιβάλλοντος. Τους ευρωπαίους πολίτες απασχολεί ιδιαιτέρως το ζήτημα της καταστροφής του περιβάλλοντος εξαιτίας της ρύπανσης. Η κοινοτική νομοθεσία σύμφωνα με την οποία θα πρέπει συγκεκριμένα προϊόντα να είναι φιλικά προς το περιβάλλον είναι, όπως ισχυρίζονται πολλοί καταναλωτές, ανεπαρκής.


6Υψηλό κόστος των προϊόντων στο εξωτερικό. Οι καταναλωτές πιστεύουν ότι θα επιβαρυνθούν σημαντικά αν αγοράσουν αγαθά και υπηρεσίες σε άλλες χώρες – μέλη δεδομένου ότι το κόστος αγοράς ξένου συναλλάγματος είναι αρκετά υψηλό.


7«Κρυμμένη διαφήμιση που έχει στόχο της τα παιδιά». Τα παιδιά δέχονται καθημερινά πιέσεις από τη διαφήμιση, είτε με την προβολή προϊόντων από διαφημιστικά σποτ είτε με διαφημίσεις στα σχολεία είτε με διαφήμιση εταιρειών που επιθυμούν να γίνουν χορηγοί παιδικών εκδηλώσεων. Οι γονείς αλλά και οι δάσκαλοι των παιδιών διαμαρτύρονται για την επίδραση του διαφημιστικού καταιγισμού που υφίστανται τα παιδιά αλλά και για την ελλιπή υπάρχουσα κοινοτική νομοθεσία ως προς το ζήτημα αυτό.


8Σαφείς ετικέτες των προϊόντων. Η αύξηση του αριθμού των προϊόντων που κυκλοφορούν στην ενιαία αγορά καθιστά περισσότερο από ποτέ αναγκαία την ενημέρωση των καταναλωτών σχετικά με τα προϊόντα που αγοράζουν. Χωρίς αυτήν οι καταναλωτές δεν μπορούν να συγκρίνουν νέα προϊόντα από άλλες χώρες – μέλη της Ενωσης με προϊόντα που ήδη γνωρίζουν.


9Απελευθέρωση των υπηρεσιών κοινής ωφελείας. Με δέος αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές την απελευθέρωση της αγοράς των υπηρεσιών κοινής ωφελείας ­ τηλεπικοινωνίες, ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, μεταφορές ­ καθώς πιστεύουν ότι από αυτήν θα ωφεληθούν κυρίως οι βιομηχανίες ενώ οι ίδιοι θα επιβαρυνθούν με αύξηση του κόστους των εν λόγω υπηρεσιών.


10Η επίδραση της παγκοσμιοποίησης στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η απελευθέρωση του παγκοσμίου εμπορίου, λένε οι ευρωπαίοι καταναλωτές, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να υποχωρήσει η Ευρωπαϊκή Ενωση στο ζήτημα της επιβολής των δικών της προδιαγραφών έναντι αυτών που προσπαθούν να καθιερώσουν χώρες που δεν είναι μέλη της Ενωσης. Οι πιέσεις εμπορικών λόμπι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο να επιτραπεί προσφάτως η κυκλοφορία στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ενωσης γενετικώς μεταλλαγμένων σπόρων, παρά την αντίδραση της κοινής γνώμης.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version