Πολύ σκληροί για να πεθάνουν

κινηματογράφος Πολύ σκληροί για να πεθάνουν Το πρότυπο του δυναμικού αρσενικού όπως παρουσιάζεται στον διεθνή κινηματογράφο έδωσε την ευκαιρία σε πλήθος ηθοποιούς να αναδειχθούν και να επιβληθούν ως αστέρες πρώτου μεγέθους ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ Από «σκληρό» σε σκληρό υπάρχει διαφορά. Η Βάλορι Μασάλας (κατά ελληνικόν κόσμον Βασιλική Μάσαλα από την Αρκαδία), διακεκριμένη cast

Πολύ σκληροί για να πεθάνουν


Από «σκληρό» σε σκληρό υπάρχει διαφορά. Η Βάλορι Μασάλας (κατά ελληνικόν κόσμον Βασιλική Μάσαλα από την Αρκαδία), διακεκριμένη cast director, εξομολογείτο σε φίλους της: «Ανδρας στο Χόλιγουντ; Είδος εν ανεπαρκεία». Μα καλά ούτε ο Τομ Κρουζ; (ρωτάς αφελώς). Πού να καταδεχτεί η Βάλορι να απαντήσει σε τέτοιες απλοϊκές ερωτήσεις. Ούτε κοτζάμ Σιλβέστερ Σταλόνε; «Ετσι κι έτσι» («So and so»). Το βέβαιο, φίλοι μου, είναι ότι μεταξύ οθόνης και πραγματικότητας μεσολαβεί βάθος απύθμενο. Αλλα τα μάτια του λαγού, άλλα της κουκουβάγιας.


Ας πούμε, η περίπτωση του βρετανού σαιξπηρικού ηθοποιού σερ Ιαν Μακ Κέλεν. Ο άνθρωπος ουδέποτε έκρυψε τις προτιμήσεις του. Επί της οθόνης όμως, υποδυόμενος πρώην πρωταθλητή των ναζιστών, επισκίασε πολλούς «σκληρούς» στην ταινία «Apt pupil» (δεν προβλήθηκε εν Ελλάδι, κατευθύνθηκε προς το βίντεο). Το σινεμά λοιπόν μεταμορφώνει. Μεταμορφώνει ριζικώς. Αλλωστε το κυρίαρχο κριτήριο ανάμεσα σε μια πληκτική και σε μια συναρπαστική ταινία είναι η μεταμόρφωση. Το αμερικανικό σινεμά και μεταμορφώνει και τυποποιεί. Παράδειγμα; Ο Τζον Γουέιν έπρεπε να παριστάνει το αμερικανικό ιππικό ως τα βαθιά γεράματα. Αλλο παράδειγμα τυποποίησης; Ο «σκληρός» και «κακός» Γουίλεμ Νταφόε. Ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος ­ εκ των περιστάσεων ­ να διάγει διπλή, επαγγελματική, ζωή. Από τη μια μετέχει, με τα «μπούνια» που λέμε, σε θεατρική συλλογική ομάδα παίζοντας Μπέκετ, Σαίξπηρ, Μπρεχτ. Από την άλλη, για να εισπράττει τα προς το ζην, παριστάνει τον «μοχθηρό», τον «κακό» και τον «σκληρό» σε πάσης φύσεως χολιγουντιανές παραγωγές. Θέλετε παραδείγματα ελληνικής προελεύσεως; Δύο από τα πλέον εκκωφαντικά: ο Στέφανος Στρατηγός και ο Σπύρος Καλογήρου. Αμφότεροι διέπρεψαν σε ρόλους μαφιόζων, κακοποιών και σεσημασμένων της θρυλικής εποχής του Φίνου. Αμφότεροι με αισθήματα και μέγεθος καρδιάς μικρού παιδιού.


Περισσότερο ανθεκτικές «γενιές» ανά τους κινηματογραφικούς… αιώνες ανεδείχθησαν η «γενιά του Τζον Γουέιν» και του Γκάρι Κούπερ. Και οι δύο προερχόμενοι από το γουέστερν, το κυρίαρχο είδος του προπολεμικού και μεταπολεμικού Χόλιγουντ. Η πινακοθήκη των «αρχαίων» σκληρών συμπληρώνεται από δύο ακόμη ονόματα: του Τζέιμς Κάγκνεϊ στα γκαγκστερικά και του αθάνατου Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στα… σκοτεινά φιλμ νουάρ.


Η γενιά του Τζον Γουέιν


Το πλεονέκτημα του Τζον Γουέιν (και των επιγόνων του) ήταν η φυσική του δύναμη. Τηρουμένων των αναλογιών, είναι το ποδοσφαιρικό ισοδύναμο ενός Γιώργου Σιδέρη, η φανέλα με το «10» το καλό του θρυλικού Ολυμπιακού. Το όνομά του ταυτίστηκε με τα χρώματα της ερυθρόλευκης σημαίας. Το όνομα του Τζον Γουέιν με τα χρώματα της αμερικανικής αστερόεσσας. Με τρεις μόνο λέξεις: «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια». Υπήρξε ο αγαπημένος σταρ όλων των πλανηταρχών (ιδιαιτέρως του κόμματος των Ρεπουμπλικανών και του γερουσιαστή Γκολντγουότερ που δημοσίως είχε εκφράσει την επιθυμία να «εξαφανίσει» την ΕΣΣΔ από προσώπου γης). Τα γιούρια του Τζον Γουέιν έστειλαν στο «χώμα» ατελείωτο αριθμό ερυθροδέρμων. Με το πέρασμα του χρόνου η γενιά του μακαρίτη Γουέιν αρχίζει να σφύζει από υγεία και να χάνει από μυαλό. Οι επελάσεις (τα γιούρια) γίνονται χάρτινα και τα σφριγηλά μπράτσα εφορμούν επί Βιετκόνγκ, τρομοκρατών, Αράβων και πάσης άλλης φύσεως εχθρών. Οσα δεν πιάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια. Τοιουτοτρόπως επίγονοι του Τζον αναδεικνύονται ο Σιλβέστερ Σταλόνε (Ράμπο και Ρόκι) και ο Αρνολντ Σβαρτσενέγκερ. Ο τρίτος της παρέας ­ ο Τσακ Νόρις ­ «παίζει» σε ταινίες της «Γ’ Εθνικής».


Η γενιά του Γκάρι Κούπερ


Τα χαρακτηριστικά της «ομάδας» του θρυλικού Γκάρι Κούπερ ταιριάζουν περισσότερο με τον Παναθηναϊκό και την ΑΕΚάρα (ο καθένας με την ομάδα του, έτσι;). Λιγότεροι οπαδοί, ελάχιστα γιούρια, χαμηλόφωνο ύφος, λιτή εμφάνιση. Οι οπαδοί του Κούπερ πρώτα έβλεπαν το παιχνίδι της «ομάδας» (ταινίας) και μετά ωρύονταν για τα χαρίσματα του γκολτζή τους. Ο Κούπερ είναι το φλίπσαϊντ του Γουέιν. Πυροβολούσε όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν («Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές»), σκότωνε επιλεγμένους στόχους, μιλούσε ελάχιστα και δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα με το χρώμα του δέρματος των αντιπάλων του. Επίγονοι του μινιμαλιστή Γκάρι είναι ο Στιβ Μακ Κουίν, ο Κλιντ Ιστγουντ και ο Κέβιν Κόστνερ (μόνο στο «Χορεύοντας με τους λύκους»).


Η περίπτωση του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ είναι μοναχική και μοναδική. Υπήρξε δεύτερος; Ποτέ! Ο Μπόγκαρτ κουρέλιασε όλες τις προδιαγραφές της συνταγής. Ούτε ψηλός, ούτε ωραίος, ούτε μυώδης, ούτε ορμητικός. Ο Μπόγκι μαζί με το περίστροφο κουβαλούσε μέσα του μια μεγάλη καρδιά. Ο σκληρός ραγίζει. Υπήρξε λόγος. Για κάθε πρότυπο «σκληρού» υπάρχει λόγος. Ο Γουέιν είναι ο «επιθετικός» της Αμερικής των καλύτερων χρόνων της. Ο Σταλόνε «καταβροχθίζει» Βιετκόνγκ σε συνθήκες Ψυχρού Πολέμου. Ο Μπόγκι είναι μοιρασμένος, γιατί η Αμερική (τότε) ήταν μοιρασμένη. Από ‘δώ τα θύματα του κραχ, από ‘κεί η σήψη της καλής κοινωνίας. Το φιλμ νουάρ και ο Ντάσιελ Χάμετ βρήκαν στον Μπόγκι τον καλύτερο ερμηνευτή τους.


Η γενιά του Μάρλον Μπράντο


Ολιγομελής και η «γενιά του Μάρλον Μπράντο». Παρουσία, εμφάνιση, ερμηνεία υπάκουσαν σε ανάγκες της εποχής. Είναι μια παρέκκλιση, μια παρεκτροπή του αμερικανικού σινεμά (όπως άλλωστε «παρεκτροπή» είναι και η σκηνοθεσία του Ηλία Καζάν και η σχολή του Ακτορς Στούντιο). Ο Μπράντο φέρνει στο κινηματογραφικό προσκήνιο τον ερμηνευτή των πολλών διαστάσεων. Πρωτόγνωρη εμπειρία για το Χόλιγουντ. Οι μάχες μεταφέρονται από την Αγρια Δύση και τον Ειρηνικό Ωκεανό στα… σπίτια. Οι ανθρώπινες σχέσεις διαδραματίζονται σε αόρατα τοπία πολέμου. Ο Μπράντο χρησιμοποιούσε «εξάσφαιρα» μόνο για τους ρατσιστές και τα… Οσκαρ (αν και έχει πάρει κάμποσα). Μοναδικός επίγονος του φαινομένου «Μάρλον Μπράντο» ο Ρόμπερτ ντε Νίρο. Πολυδιάστατος και αυτός μέχρι μυελού οστέων.


Ανεξάντλητη πινακοθήκη


Η πινακοθήκη των σκληρών είναι ανεξάντλητη. Ακόμη και ο Μπρους Γουίλις είναι ­ κατά δήλωση ­ «Πολύ σκληρός για να πεθάνει». Μερικοί έχουν συνδέσει το όνομά τους με ταινίες αναφοράς. Ο Τζιν Χάκμαν είναι ο πιο σκληρός μπάτσος στον «Ανθρωπο από τη Γαλλία». Ο Τζορτζ Σ. Σκοτ είναι ο σκληρότερος στρατηγός όλων των εποχών στον ρόλο του «Πάτον». Ο Λι Μάρβιν θα μείνει αξέχαστος γιατί, εκτός των άλλων, έπαιξε σε μία από τις πιο μοντέρνες (για την εποχή της, το 1967) περιπέτειες, στον «Επαναστάτη του Αλκατράζ» («Point black»). Και το όνομα του Γουίλιαμ Χόλντεν είναι ταυτισμένο με τον πιο αιματηρό επικήδειο του γουέστερν, την «Αγρια συμμορία».


Και σήμερα; Πάρτε για παράδειγμα το «Speed» ή το «Matrix». Ποιος είναι ο σκληρός; Η τεχνολογία ή ο Κιάνου Ριβς; Ο Μάικλ Κέιν σε μια συνέντευξή του, όταν ρωτήθηκε για τις ικανότητες και το ταλέντο των ηθοποιών της νεότερης γενιάς, έθεσε το ζήτημα ως εξής: «Δεν λέω, τα παιδιά διαθέτουν ταλέντο, αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω την ερώτηση της κόρης μου, όταν μου λέει “μπαμπά, γιατί σήμερα οι άντρες είναι… κοντοί;”». Μπας και το κορίτσι έχει στον νου της τον Μπρατ Πιτ και τον Τομ Κρουζ;

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version