Οι επιχειρηματικοί κίνδυνοι και ο εσωτερικός έλεγχος

Οι επιχειρηματικοί κίνδυνοι και ο εσωτερικός έλεγχος ΚΟΣΜΑΣ ΛΙΑΡΟΣ Πρόσφατα και στα πλαίσια λειτουργίας της Νέας Χρηματιστηριακής Αγοράς θεσπίστηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς η υποχρέωση για τις εισηγμένες εταιρείες να έχουν οικονομικά και λειτουργικά αυτόνομο όργανο εσωτερικού ελέγχου, στο οποίο θα συμμετέχουν και μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και το οποίο θα αναφέρεται στο Διοικητικό

Οι επιχειρηματικοί κίνδυνοι και ο εσωτερικός έλεγχος

Πρόσφατα και στα πλαίσια λειτουργίας της Νέας Χρηματιστηριακής Αγοράς θεσπίστηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς η υποχρέωση για τις εισηγμένες εταιρείες να έχουν οικονομικά και λειτουργικά αυτόνομο όργανο εσωτερικού ελέγχου, στο οποίο θα συμμετέχουν και μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και το οποίο θα αναφέρεται στο Διοικητικό Συμβούλιο.


Η αναγκαιότητα ύπαρξης οργάνων εσωτερικού ελέγχου πηγάζει κατ’ αρχήν από το γεγονός ότι υπό τις σημερινές συνθήκες οι επιχειρήσεις εκτίθενται σε μια πληθώρα «επιχειρηματικών κινδύνων». Βέβαια, ορίζοντας τον επιχειρηματικό κίνδυνο, θα λέγαμε ότι σημαίνει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικές εταιρείες. Προκύπτει από την πιθανότητα ότι κάτι αντίξοο και αρνητικό θα συμβεί. Οι σημερινές συνθήκες απαιτούν, από τη μία πλευρά, τη συνεχή προσήλωση του επιχειρηματία ή καλύτερα του μάνατζμεντ στο «τρέξιμο της εταιρείας». Από την άλλη, οι ίδιοι οι κίνδυνοι, σαν να ήταν ζωντανοί οργανισμοί, έχουν πλέον εξελιχθεί και ο ρυθμός αυτής της εξέλιξης επιταχύνεται, ενώ μικραίνει και ο μέσος χρόνος που ένας κίνδυνος από υποδεέστερος μπορεί να καταστεί σημαντικός ως κρίσιμος για μια εταιρεία. Εταιρείες οι οποίες επί σειρά δεκαετιών ενεργούσαν σε ένα σχετικά αμετάβλητο περιβάλλον (εσωτερικό ή εξωτερικό) βρέθηκαν την τελευταία δεκαετία προ εκπλήξεων καλούμενες να αντιμετωπίσουν κινδύνους που ποτέ ως πρόσφατα δεν είχαν φανταστεί. Και η αντιμετώπιση αυτή δεν αποδείχθηκε πάντοτε η πιο αποτελεσματική, η πιο οικονομική ή η πιο έγκαιρη.


Είναι πλέον ανάγκη για τις εταιρείες, κάτι που διεθνώς έχει εδραιωθεί ως ιδέα και ως πρακτική, η αντιμετώπιση των κινδύνων να ανατίθεται σε εξειδικευμένα στελέχη που έχουν την απαραίτητη γνώση και τα οποία αφιερώνουν στο έργο αυτό τον χρόνο που απαιτείται.


Κυριότερα «όπλα» στην αντιμετώπιση των κινδύνων είναι η ύπαρξη στην εταιρεία λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων (risk management) και λειτουργίας διενέργειας εσωτερικού ελέγχου (internal audit). Η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο αυτών λειτουργιών είναι ένα αντικείμενο που από μόνο του σηκώνει αρκετή συζήτηση, μια και στην πράξη, αλλά και στη θεωρία ακόμη υπάρχουν αρκετές αλληλοεπικαλύψεις. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει μια αναγκαία διευκρίνιση προκειμένου να αποσαφηνιστούν δύο έννοιες οι οποίες συνήθως συγχέονται μεταξύ τους, περισσότερο εξαιτίας της σχεδόν ταυτόσημης ορολογίας που χρησιμοποιείται στην ελληνική γλώσσα. Από τη μία πλευρά η έννοια «εσωτερικός έλεγχος» («internal audit») σαν μια (αυτόνομη) λειτουργία που επιτελείται στην επιχείρηση και από την άλλη η έννοια «εσωτερικός έλεγχος» ή ορθότερα «σύστημα εσωτερικού ελέγχου» («internal controls») σαν το σύνολο των μέτρων που έχουν σχεδιαστεί και έχουν υιοθετηθεί από την εταιρεία προκειμένου να παράσχουν σχετική εξασφάλιση ότι θα επιτευχθούν οι στόχοι όσον αφορά αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των λειτουργιών, αξιοπιστία των οικονομικών καταστάσεων και συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία (ορισμός που έχει υιοθετήσει η επιτροπή COSO το 1992). Η έννοια που αναπτύσσουμε στο παρόν άρθρο ως «εσωτερικό έλεγχο» αφορά την πρώτη από τις δύο ορολογίες, δηλαδή τη λειτουργία που θα επιτελείται από κάποιο όργανο.


Οσον αφορά τη λειτουργία της διενέργειας εσωτερικού ελέγχου, αυτή συνήθως επιτελείται από ένα τμήμα εσωτερικού ελέγχου, το οποίο με τη σειρά του αναφέρεται σε μια επιτροπή ελέγχου, από την οποία και εποπτεύεται. Δεδομένου ότι οι ανάγκες ελέγχου μεταβάλλονται ανάλογα με τις μεταβολές που επέρχονται στους κινδύνους που αντιμετωπίζει η εταιρεία, σημαντική υποστήριξη στους εσωτερικούς ελεγκτές παρέχουν και οι εταιρείες που προσφέρουν εξειδικευμένες υπηρεσίες στον εσωτερικό έλεγχο. Η υποστήριξη αυτή έχει αρχίσει πλέον να ζητείται με αυξανόμενους ρυθμούς και στην Ελλάδα.


* Αυτονομία και ανεξαρτησία στον εσωτερικό έλεγχο


Οσον αφορά τώρα την αυτονομία που τα όργανα εσωτερικού ελέγχου θα πρέπει να έχουν, η έννοια «αυτονομία» επιδέχεται με τη σειρά της διαφορετικές ερμηνείες. Σε μια σαφή οργανωτική δομή η έννοια «αυτόνομο» υπαγορεύει πρωτίστως την ανεξαρτησία του ελεγκτή από τον ελεγχόμενο και στα πλαίσια αυτά εξ ορισμού δεν νοείται η λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου να επιτελείται από ένα τμήμα το οποίο δεν θα αναφέρεται απευθείας στη διοίκηση της εταιρείας. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι ο εσωτερικός έλεγχος διενεργείται για λογαριασμό του μάνατζμεντ μιας εταιρείας και κατά συνέπεια ο χαρακτηρισμός «αυτόνομος» στα μάτια του μετόχου, ειδικά εκείνου που δεν μετέχει στη λήψη αποφάσεων, σε κάποιο βαθμό καταρρίπτεται.


Ειδικά για τις εισηγμένες σε χρηματιστήρια εταιρείες οι λέξεις «αυτονομία» και «ανεξαρτησία» αγγίζουν ευαίσθητες χορδές, και διεθνώς το θέμα αυτό έχει ήδη αντιμετωπιστεί. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, π.χ., οι εταιρείες που είναι εισηγμένες στα αμερικανικά χρηματιστήρια έχουν θεσπίσει κανόνες και διατάξεις προκειμένου η λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου να εξασφαλίζεται ότι επιτελείται «ανεξάρτητα». Εισηγήσεις που έγιναν το περασμένο έτος από την Blue Ribbon Committee πάνω στο θέμα αυτό όχι μόνο υιοθετήθηκαν από τα αμερικανικά χρηματιστήρια, αλλά και, ως ένα βήμα περαιτέρω, οι επιτροπές ελέγχου θα πρέπει πλέον να συντάσσουν αναφορές οι οποίες θα δημοσιεύονται.


Κάτι ανάλογο με τις εξελίξεις που σημειώθηκαν στο εξωτερικό φαίνεται να είναι και στις προθέσεις των ελληνικών εποπτικών οργάνων του Χρηματιστηρίου, δεδομένου ότι στις πρόσφατες διατάξεις διαφαίνεται η πρόθεση να πειστεί ο επενδυτής για την ανεξαρτησία του ελέγχου που επιτελείται στις εισηγμένες εταιρείες. Βέβαια, για να θεωρηθεί ουσιαστικά ανεξάρτητο το εποπτικό όργανο «επιτροπή ελέγχου», θα πρέπει κατά τη γνώμη μας η ανεξαρτησία του να θεσμοθετηθεί με το να απαιτηθεί να αποτελείται ­ στην πλειοψηφία του, αν όχι στο σύνολό του ­ από στελέχη τα οποία δεν θα μετέχουν στο μάνατζμεντ της εταιρείας ούτε θα έχουν άλλου είδους εξάρτηση από την εταιρεία, πέραν βέβαια μιας αμοιβής την οποία συνεπάγεται η συμμετοχή τους σε ένα τέτοιο όργανο.


Δεν είναι απαραίτητο μια επιχείρηση να είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο προκειμένου να θεωρεί αναγκαία την ύπαρξη ενός αξιόπιστου συστήματος εσωτερικού ελέγχου και την ύπαρξη οργάνων που θα ασκούν εσωτερικό έλεγχο. Η ανάγκη για την ύπαρξη μιας αυτόνομης λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου πρέπει πρωτίστως να γίνει εμφανής στην ίδια τη διοίκηση της κάθε εταιρείας.


Ο κ. Κοσμάς Λιάρος είναι διευθυντής στο τμήμα παροχής υπηρεσιών εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης λειτουργικών κινδύνων της εταιρείας συμβούλων Arthur Andersen.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version