Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα που σας οδήγησε να γράψετε τη «Μικρά Αγγλία»;
«Οι τέσσερις, πέντε, εφτά και δέκα πνιγέντες κάθε σπιτιού στην Ανδρο. Και ένας παλιός σομιές διπλού κρεβατιού που είχε βαθούλωμα μόνο στην αριστερή μπάντα».
Αυτές είναι εικόνες από τη σημερινή Ελλάδα;
«Στην Ανδρο πήγα πρώτη φορά το 1989. Με το που πάτησα το πόδι μου, ήξερα ότι αυτός ο τόπος αρχίζει να με σημαδεύει. Πες ότι αισθάνθηκα ότι βρισκόμουν στη Χαλέπα, μια συνοικία των Χανίων (έχω γεννηθεί στα Χανιά), κάποιες γλυσίνες είχαν αρχίσει να ανθίζουν, ήταν μια συννεφιασμένη μέρα, κατάκλειστα τα σπίτια με καραβόπανο στα κουφώματα, γιατί κανείς ουσιαστικά δεν υπήρχε εκεί, δυο – τρεις γέροντες μόνο. Τότε αρχίζει να βρέχει και όπως πέφτει η βροχή, σκουραίνει τα χρώματα. Τα σπίτια που ήταν γκρίζα αρχίζουν να γίνονται πιο γαλάζια, αυτά που ήταν βαμμένα ροζ έγιναν πιο έντονα, τα πράσινα αναδείχθηκαν και αυτά, και όλα τα χρώματα το ίδιο. Επειτα από αυτό “άνοιξα”, ήθελα να ακούσω τους ήχους του νησιού. Ναι, και σήμερα έτσι είναι τα πράγματα. Οι πιο πολλές οικογένειες ζουν από τη ναυτιλία και έχουν άνδρες στη θάλασσα και δεν υπάρχει σπιτικό που να μην έχει αρκετούς πνιγμένους σόγια που καταγράφουν δεκάδες νεκρών. Αυτές είναι ιστορίες που υπάρχουν μέσα στα ελληνικά σπίτια, στα ναυτονήσια, και που οι υπόλοιποι δεν τις έχουμε υποψιαστεί καν. Και νομίζω ότι αν τις γνωρίζαμε, θα μας καθόριζαν αλλιώς ως Νεοέλληνες σήμερα, θα μας έδεναν περισσότερο με τον τόπο μας, θα βλέπαμε αλλιώς το σήμερα και αλλιώς το αύριο».
Αρα, ξεκινάτε από προσωπικά βιώματα γράφοντας ένα βιβλίο;
«Θα έλεγα, δεν γίνεται να γράψει κανείς παραλείποντας τον εαυτό του. Μπορούν να ξεκολλήσουν από πάνω μου η Μικρασία (ο τόπος καταγωγής μου), τα Χανιά, οι άνθρωποί μου, τα παλιά, τα μαύρα μου και τα ωραία μου; Είναι η πρώτη ύλη. Ο κόσμος μου και ο τρόπος μου και αυτόν είτε έτσι είτε αλλιώς θα ξεδιπλώνω σε κάθε γραπτό. Και στο χαρτί, όπως και σε όλες τις ουσιαστικές σχέσεις, με έναν σύντροφο, έναν αντίπαλο, ένα παιδί, αφήνουμε ένα κομμάτι εαυτού. Ο συγγραφέας πρέπει να σκορπίζεται μέσα στις σελίδες του. Ο,τι φυλάει, το φυλάει για αργότερα. “Η συνέχεια στο επόμενο” ψιθυρίζει στον εαυτό του.
Ομως με έχουν σφραγίσει και λογοτεχνικοί τόποι. Ταυτίστηκα με κάποια βιβλία και αισθάνθηκα κάποια μέρη δικά μου. Ας πούμε τη Σκιάθο. Εγώ περπατούσα χειμώνα στο λιμάνι των Χανίων, χωρίς να έχω πάει ποτέ στη Σκιάθο, και παρ’ όλα αυτά έβλεπα τη Σκιάθο μπροστά μου, γιατί ένα από τα διηγήματα που διάβαζα συνέχεια ήταν το “Ενιαύσιο θαύμα” του Παπαδιαμάντη. Η, ενώ δεν έχω κάνει ποτέ το ταξίδι του Τσέχοφ από το Ροστόφ στη Σαχαλίνη, με όσα θαυμαστά διηγείται, το έχω πάντα μέσα στο μυαλό μου σαν να το έχω κάνει. Οι τόποι που εγγράφονται μέσα μας είναι τα μέρη όπου έχουμε πάει, αλλά μερικές φορές και μέρη όπου δεν έχουμε πάει».
Πώς προχωράτε στη σύνθεση της κατασκευής σας; Εχετε σχεδιάγραμμα;
«Στη “Μικρά Αγγλία” είχα τα πάντα. Και το τέλος ήξερα και σχεδιάγραμμα αναλυτικότατο είχα φτιάξει και άλλο τετράδιο κρατούσα για κάθε ήρωα, και χάρτες και λίστες και διαφορετικές εκδοχές… Είχα μια πράσινη βαλίτσα, όπου κρατούσα μέσα όλα τα χειρόγραφα σε ντοσιέ, τα οποία με συνόδευαν στην έρευνά μου, Ανδρο – Αθήνα, Αθήνα – Ανδρο…».
Εννοείτε ότι είχατε γράψει την ιστορία του κάθε ήρωα ξεχωριστά;
«Ναι. Αλλά σμιλεύοντας τους χαρακτήρες και εμβαθύνοντας στις σχέσεις, οι προκατασκευές αποδείχθηκαν για πέταμα. Τις χρειαζόμουν ωστόσο ως μπούσουλα και για να τις ανατρέπω. Πρόσωπα αποσύρθηκαν, προέκυψαν νέα. Γεγονότα αποσιωπήθηκαν και φωτίστηκαν άλλα. Ηξερα πια τι έσβηνα, τι άφηνα και γιατί. Τελικά, μόνον τον τίτλο κράτησα ίδιο.
Για να είναι το βιβλίο αληθινό, δεν ήθελα να σταθώ μόνο στον κόσμο των γυναικών και στη δική τους στάση απέναντι στη ζωή, στη δική τους μοναξιά, κάπου έπρεπε να εξισορροπηθεί και να αιτιολογηθεί γιατί οι γυναίκες νιώθουν έτσι. Αν δεν το δεις λιγάκι από την πλευρά των ανδρών θα είναι μονόχορδο, δεν θα είναι αληθινό. Προσπάθησα λοιπόν να δω και την πλευρά των ναυτικών, γιατί δεν θα μπορούσα να αγγίξω τις γυναίκες τους αν δεν είχα λιγάκι ακουμπήσει τα όργανα των πλοίων και αν δεν είχα ταξιδέψει μαζί τους. Στο τέλος, σβήνοντας και ξαναγράφοντας, δημιουργήθηκαν καινούργια πρόσωπα, άλλαξαν τα παλιά… Είχα υπολογίσει, ας πούμε, τον Βατοκούζη να παίζει λιγότερο ρόλο, αλλά τελικά μου άρεσε πάρα πολύ όπως εξελισσόταν η ιστορία και, από ένα σημείο και μετά, πήγαιναν από μόνοι τους ο καθένας».
Πώς αναπλάσατε το γλωσσικό ιδίωμα του νησιού και των ναυτικών;
«Από τη στιγμή που μέσα στο ίδιο μου το σπίτι στην Ανδρο παλιό σπίτι ναυτικών υπήρχαν αφημένες κάποιες φωτογραφίες, άρχισα πια να ψάχνω ιστορίες και αντικείμενα. Ηθελα να μάθω τις ιστορίες των ανθρώπων αυτών. Μπήκα σε σπίτια, αναζήτησα παρέες με ναυτικές οικογένειες, ήπια καφέδες με χήρες ναυτικών, ρακιά με παλιούς και νέους καπεταναίους. Πήγα στην Καΐρειο Βιβλιοθήκη, έψαξα για παλιά βιβλία, διάβασα ημερολόγια βαποριών, παλιές αλληλογραφίες, εφημερίδες, χάρτες, πράγματα που δεν θα χρησιμοποιούσα ποτέ στο βιβλίο. Εκανα ατέλειωτες μοναχικές βόλτες στο νησί, κάτι χειμώνες που δεν κυκλοφορούσαν παρά μόνο γάτες. Ηθελα να ξέρω τον χώρο και την ιστορία και να νιώσω καλύτερα τον τόπο. Το έκανα για τον εαυτό μου και απέκτησα φίλους πρώτης γραμμής. Θησαυροφυλάκια ξεκλείδωτα και στα αζήτητα… Οι λέξεις της “Μικράς Αγγλίας” μιλιούνται μία προς μία στα νησιά του Αρχιπελάγους. Δεν είναι προϊόν εκταφής. Δεν είναι δουλειά μου να ξεθάβω λέξεις, αλλά δεν αντέχω και να τις θάβω πριν από την ώρα τους. Διαβάστε γύρω σας. Θα έλεγα ότι τα λεφτά που χάνονται από τις τσέπες μας λόγω κακοδιαχείρισης και παρατεταμένης λιτότητας δεν είναι τίποτε μπροστά στις λέξεις που χάνονται από τις φράσεις μας και στις μνήμες που σβήνουν από τον νου μας».
Και στα δύο βιβλία σας είναι έντονη μια νοσταλγική διάθεση. Για έναν συγγραφέα, οι αξίες του παρελθόντος είναι σημαντικότερες από τις σημερινές;
«Απλώς, το χθες μοιραία είναι πιο σημαντικό γιατί είναι πλέον ανεπίστρεπτο. Οσοι επιδίδονται μετά μανίας στην τροποποίηση του παρελθόντος, ματαιοπονούν. Αυτοί βεβαίως ξέρουν πιο βαθιά και πιο σπαραχτικά από όλους ότι το παρελθόν δεν αλλάζει, αλλοιώνεται ίσως, με ό,τι συνειρμούς φέρνει στον νου το ρήμα αλλοιώνω και το ουσιαστικό αλλοίωση. Τα τελευταία δέκα, δεκαπέντε χρόνια έχω την αίσθηση ότι το χθες έγινε πιο άγνωστο και μακρινό από το αύριο.
Οσο για τα βιβλία, εξαρτάται πώς γράφει κανείς. Καμιά φορά η ιστορία του βιβλίου δείχνει κατακαίνουργη, αλλά μυρίζει μούχλα. Αλλοτε δείχνει παλιά, αλλά τα πάθη των ηρώων πονούν και τους σημερινούς αναγνώστες. Οι αναγνώστες ταυτίζονται μόνον αν η χθεσινή ιστορία έχει πλοκάμια στο σήμερα και η σημερινή πλοκάμια στο χθες. Το ζούμε, ο χρόνος δεν βαδίζει κατά μήκος και σε μονόδρομο».
Το βιβλίο που γράφετε τώρα σε ποιαν εποχή εκτυλίσσεται;
«Το επόμενο βιβλίο μου, αν καταφέρω τον μπελά του, διαδραματίζεται ένα σημερινό καλοκαίρι στην ορεινή Κρήτη και με δυο κουβέντες είναι ο ανοιχτός λογαριασμός δύο ανδρών με τον θάνατο. Μπορούν όμως να σταθούν τριάντα, σαράντα διαδοχικές μέρες σκέτες και από μόνες τους μέσα στα αραδιασμένα χρόνια; Ενας παρατημένος Αύγουστος; Οσο για τις αξίες, είναι από τις “σταθερές” της ζωής που δεν σπαταλιέται στην πλάκα».
Ηταν αναπότρεπτο αυτό το τέλος στη «Μικρά Αγγλία»;
«Κάποτε σκέφθηκα να σκίσω την τελευταία σελίδα των αγαπημένων μου μυθιστορημάτων για να μαζέψω το μυαλό μου και να σταθώ στις μεσαίες σελίδες όσο χρειάζεται. Να μην τις διατρέχω εν τάχει για να μάθω το τέλος. Αλλωστε το ζητούμενο δεν είναι το τέλος, αλλά και το πώς φτάνει κανείς ως εκεί. Συχνά, ένα μυθιστόρημα δεν έχει τέλος. Ο αναγνώστης συμπάσχων, περίεργος ή στο κλίμα του βιβλίου για κάμποσο καιρό, φτιάχνει τα επόμενα βήματα στη ζωή κάποιων ηρώων. Σαν να προσθέτει μερικές δικές του σελίδες. Η “Μικρά Αγγλία” εξακτινώνεται σε πολλές μικρές ιστορίες που ολοκληρώνονται και συχνά διασταυρώνονται σε κάθε είδους στίγμα, πικρό, δηλητηριώδες, ιλαρό, πιπεράτο. Είναι, τελικά, μια άσκηση πάνω στο δυσβάσταχτο συναισθηματικό φορτίο που συσσωρεύουν στον κόσμο ενός μικρού νησιού οι αλλεπάλληλες απώλειες, μια άσκηση πάνω στις σχέσεις “εξ αποστάσεως”, στις μοναξιές και στις σιωπές των γυναικών».
Η ζωή δεν έχει πολλά happy end. Δεν θα μπορούσε τουλάχιστον μια φανταστική ιστορία να έχει happy end;
«Λέω πως όταν υπάρχει συνέπεια και αλήθεια σε ένα κείμενο, ο πόνος δεν μοιάζει τεχνητός, άδικος. Είναι αναγκαίος και κάποτε θεραπευτικός. Ενα χαρούμενο τέλος θα ακύρωνε όλο το βιβλίο. Επέλεξα να σφραγίσω έτσι ένα ολέθριο λάθος, γιατί τα ολέθρια λάθη δεν σβήνουν με πασαλείμματα και γιατί ο έρωτας συχνά έχει κόστος».
Αποδίδετε ευγενή κίνητρα σε όλους τους ήρωές σας. Δεν υπάρχουν «κακοί» για σας;
«Μέσα στα είκοσι χρόνια που απλώνεται η ιστορία της “Μικράς Αγγλίας”, οι ήρωες δεν μπορεί να είναι ανάλλαχτοι, ανέγγιχτοι από έναν πόλεμο, μια παρέλαση θανάτων, τη γέννηση παιδιών… Αναλύοντας τον κοινωνικό ιστό, τις πολλαπλές συνισταμένες μιας αυστηρής τοπικής κοινωνίας στη συγκεκριμένη εποχή και σκαλίζοντας τις ψυχές των ηρώων μου παράλληλα με τη δική μου, κατέληξα να δω κάποια πρόσωπα με επιείκεια.
Αυτό που με ερέθισε και που το θεώρησα μεγάλο ρίσκο για το βιβλίο, αλλά είπα ότι αξίζει τον κόπο να το πάρω γιατί δεν κάνεις ένα βιβλίο για να στήσεις το σκηνικό των κυμάτων ή για να περιγράψεις ταξίδια , αυτό που ήθελα να κάνω ήταν να απελευθερώσω συναισθήματα».
Και στα διηγήματα αναπλάθετε συνήθως πρόσωπα που βιώνουν δραματικά τον απολογισμό της ζωής τους. Ποιοι είναι οι χαρακτήρες που σας εμπνέουν;
«Οι άνθρωποι που ως τώρα στη ζωή μου με έχουν περισσότερο σημαδέψει, παρ’ ότι έτυχε να γνωρίζω και αυτούς που χαρακτηρίζονται επιτυχημένοι στη δουλειά τους και μερικούς πολύ αξιόλογους, αυτοί που πάντα με τραβούν κοντά τους και με κάνουν να τους παραδίνομαι είναι αυτοί που δεν τους πιάνει το μάτι σου, οι χαμηλόφωνοι, πίσω από τις κολόνες… Αυτούς αναζητώ μέσα από τα κείμενα. Αυτό που μετράει είναι μια στάση ζωής που δεν μας την υπαγορεύουν καλά και σώνει αυτοί που έχουν πετύχει δόξες. Μπορούμε να την αναζητήσουμε και να τη βρούμε σε απίστευτες και ασήμαντες γωνιές. Αισθάνομαι ότι έχω αποθηκεύσει μέσα στο μυαλό μου πολλούς τέτοιους ανθρώπους και πολλές τέτοιες ιστορίες. Σαν να μάζευα τόσα χρόνια…».
Κριτική του μυθιστορήματος της Ιωάννας Καρυστιάνη «Μικρά Αγγλία» (Εκδόσεις Καστανιώτη) δημοσιεύθηκε στα «Βιβλία» της 1ης Ιουνίου 1997.
