Ο ξεχωριστός Ματ Ντέιμον

κινηματογράφος Ο ξεχωριστός Ματ Ντέιμον Ο 30χρονος σταρ πρωταγωνιστεί στην ταινία του Αντονι Μινγκέλα «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ» και μιλάει προς «Το Βήμα» για τον ρόλο του Στην ταινία «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ», καθοδηγούμενος από τη στιβαρή σκηνοθεσία του Αντονι Μινγκέλα («Ο άγγλος ασθενής»), ο 30χρονος Ματ Ντέιμον, ένας από τους πιο γοητευτικούς, μορφωμένους (σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ)

Ο ξεχωριστός Ματ Ντέιμον




Στην ταινία «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ», καθοδηγούμενος από τη στιβαρή σκηνοθεσία του Αντονι Μινγκέλα («Ο άγγλος ασθενής»), ο 30χρονος Ματ Ντέιμον, ένας από τους πιο γοητευτικούς, μορφωμένους (σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ) και πνευματώδεις σταρ του Χόλιγουντ, ανέλαβε να ενσαρκώσει τον αινιγματικό τυχοδιώκτη Τομ Ρίπλεϊ, τον σκοτεινό αντιήρωα της αστυνομικής λογοτεχνίας που έπλασε η μοναδική πένα της Πατρίσια Χάισμιθ. Εναν άνθρωπο που, για να ξεφύγει από την ασημαντότητα και την ανωνυμία του, είναι ικανός να φθάσει ως τον φόνο του φίλου του (Τζουντ Λο) και να πάρει την ταυτότητά του εισχωρώντας έτσι στον «κόσμο» της διαρκούς αγωνίας.


Ο Ντέιμον, ένας πολύ ευχάριστος «all american» νεαρός, επισκέφθηκε το κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βερολίνου για την προώθηση της εν λόγω ταινίας (συναγωνίζεται στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα και τα βραβεία ανακοινώνονται απόψε το βράδυ). Εδώ μιλάει αποκλειστικά στο «Βήμα» για την περιπλοκότητα του Τομ Ρίπλεϊ, για τη σημασία του Οσκαρ πρωτότυπου σεναρίου που κέρδισε με τον Μπεν Αφλεκ για την ταινία «Ο ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ» και για τη συγγένεια της συγγραφής με την υποκριτική.





­ Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ένας ηθοποιός είναι πάντα ηθοποιός. Σκοπεύετε να υποκριθείτε και τώρα;


«Επαιξα σε δύο ταινίες μετά τον “Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϊ”. Κατά συνέπεια, αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε διακοπές».


­ Οχι, εννοώ τώρα, μαζί μου.


«Α! Μα και βέβαια θα υποκριθώ».


­ Οι συνεντεύξεις σάς προκαλούν αμηχανία;


«Ναι, πολύ. Τώρα όμως θα υποκριθώ πολύ διακριτικά. Σχεδόν δεν θα το καταλάβετε».


­ Υποθέτω ότι αυτό πρέπει να κάνει ένας καλός ηθοποιός…


«Και εγώ έτσι νομίζω».


­ Οι ηθοποιοί μιλούν συνήθως για τις έρευνες που κάνουν επάνω στον ήρωα που έχουν ενσαρκώσει. Πώς πλησιάσατε εσείς έναν ήρωα τόσο διαβολικό όπως ο Τομ Ρίπλεϊ;


«Κατ’ αρχήν δεν τον θεώρησα ποτέ διαβολικό. Για την ακρίβεια τον αγαπώ πολύ. Τον αγαπούσα όταν φτιάχναμε την ταινία και τον αγαπώ ακόμη. Οσον αφορά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του, χρειάστηκε να χάσω κάποια κιλά για να θυμίζω περισσότερο τον Τζουντ Λο, να μην πίνω μπίρα αλλά κρασί, έμαθα λίγο πιάνο… Στα εσωτερικά τον λόγο είχαν μόνο η σκηνοθεσία του Αντονι Μινγκέλα και το σενάριο».


­ Παρ’ όλα αυτά, ο Τομ Ρίπλεϊ είναι ένας άνθρωπος ο οποίος σκοτώνει, αποπλανεί, κλέβει, είναι πλαστογράφος και ανεπανάληπτος ψεύτης. Τι είναι εκείνο που κατά τη γνώμη σας μπορεί να τον κάνει ελκυστικό στο κοινό;


«Νομίζω ότι σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται η πρόκληση της ταινίας. Πολύ περισσότερο μιας αμερικανικής ταινίας όπως “Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ”. Γι’ αυτό και άρπαξα την ευκαιρία για να παίξω τον Ρίπλεϊ. Είναι ένας πραγματικά πρωτότυπος ήρωας. Συνήθως οι ταινίες μας (του Χόλιγουντ) έχουν έναν ξεκάθαρα θετικό και έναν ξεκάθαρα αρνητικό ήρωα. Ασπρο-μαύρο. Αυτή η ταινία κάλυψε μια γκρι ζώνη, σε μια προσπάθεια να παρουσιάσει έναν συμπλεγματικό άνθρωπο με τον οποίο το κοινό καλείται να ταυτιστεί. Αν θα τον συμπαθήσει ή όχι δεν έχει και τόση σημασία από τη στιγμή που θα καταλάβει για ποιον λόγο κάνει τα όσα κάνει. Ταλαιπωρηθήκαμε από το πώς θα τον παρουσιάσουμε εξαρχής. Καταλήξαμε στην εικόνα ενός μοναχικού, έντιμου ανθρώπου, με τρομερά αποθέματα αγάπης και με την ανάγκη η αγάπη να του επιστραφεί. Η μοναχικότητά του καταλήγει σε απόγνωση και το κοινό παρακολουθεί αυτή τη μετάλλαξη, βρίσκεται κοντά του βήμα βήμα, τον ακολουθεί σε αυτό το ταξίδι που γίνεται όλο και σκοτεινότερο. Και έτσι, όταν έρχεται η στιγμή της αποκάλυψης, το κοινό μπορεί να καταλάβει από πού ξεκίνησε και πώς κατέληξε εκεί όπου καταλήγει. Ο θεατής, κατά κάποιον τρόπο, εμπλέκεται σε αυτή την ιστορία. Για να καταλήξω, ο Ρίπλεϊ μπορεί να γίνει ελκυστικός διότι το πώς νιώθει δεν διαφέρει και πολύ από το πώς νιώθουμε όλοι μας. Ολοι μας έχουμε νιώσει ότι “δεν ανήκουμε”, όλοι έχουμε αισθανθεί εκτός κοινωνίας, στο περιθώριο. Και έτσι καταλαβαίνουμε γιατί κάνει τα όσα κάνει».


­ Πώς υποδύεσαι κάποιον που επιλέγει να υποδυθεί κάποιον άλλον έτσι ώστε να μην είναι ο κανένας;


«Μια επιλογή που ξεκάθαρα δεν είχε και τόσο καλά αποτελέσματα με τον Τομ Ρίπλεϊ. Νομίζω πως μέχρι ενός σημείου η ταινία είναι ένα επιφυλακτικό παραμύθι για τις συνέπειες της απόφασης να απορρίψουμε την ταυτότητά μας, σε αναζήτηση μιας άλλης. Είναι σαν να βρισκόμαστε απ’ έξω κοιτώντας μέσα σε κάποιον άλλον άνθρωπο για να δώσουμε έτσι ευτυχία στη ζωή μας. Η ταινία λέει ότι η ευτυχία είναι το αποτέλεσμα των εσωτερικών συγκρούσεών μας, μέσω των οποίων ανακαλύπτουμε τη γαλήνη και την ικανοποίηση με την αποδοχή του ποιος είναι ο καθένας μας και όχι του ποιος θα θέλαμε να είναι».


­ Εσείς θελήσατε ποτέ να ήσασταν κάποιος άλλος;


«Υποθέτω ότι οι εμπειρίες μου είναι ταυτόσημες με εκείνες πολλών παιδιών σε όλο τον κόσμο. Ειδικά στην Αμερική, όπου μεγαλώνουμε με είδωλα, αθλητές, μουσικούς, ηθοποιούς. Παραδόξως δεν θέλησα ποτέ να γίνω κάποιος άλλος παρά να είμαι ο εαυτός μου με το ταλέντο κάποιων ανθρώπων που θαύμαζα. Δεν θέλησα ποτέ να ανταλλάξω πράγματα που είχα διότι πάντα ένιωθα τυχερός με τους ανθρώπους που βρίσκονταν κοντά μου. Ηθελα να είμαι ο εαυτός μου αλλά με τις ικανότητες του Μάρλον Μπράντο».


­ Ας περάσουμε λίγο στον «Ξεχωριστό Γουίλ Χάντινγκ», μια ταινία που σας χάρισε κάπως απότομα πολλά: σεβασμό, φήμη, χρήματα, ένα Οσκαρ σεναρίου και ίσως την πιθανότητα επιλογής ρόλων που θέλετε και όχι που είσαστε αναγκασμένος να παίξετε. Ποιο απ’ όλα θεωρείτε σημαντικότερο;


«Την πιθανότητα επιλογής ρόλων δεν τη συζητώ. Για παράδειγμα, ο Ρίπλεϊ. Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να τον ενσαρκώσω πριν, αν και ο Αντονι (σ.σ.: Μινγκέλα, ο σκηνοθέτης) με είχε επιλέξει προτού ο “Γουίλ Χάντινγκ” βγει στις αίθουσες. Είχε δει όμως τον “Γουίλ Χάντινγκ” και φαντάζομαι πως ρισκάρισε μαζί μου. Νομίζω ότι αυτό που κάθε ηθοποιός θέλει είναι, πρώτον, η δουλειά και, δεύτερον, αν έχει τη δυνατότητα, η καλή δουλειά. Σενάρια στα οποία ο ηθοποιός να ανταποκρίνεται. Θέλω να διαβάζω και να επιλέγω προτού πάρω μια δουλειά, όχι να είμαι αναγκασμένος να τη δεχθώ διότι δεν μου προσφέρεται κάτι καλό. Γι’ αυτό είναι το σημαντικότερο».


­ Τι σήμανε για εσάς το Οσκαρ σεναρίου που κερδίσατε για τον «Ξεχωριστό Γουίλ Χάντινγκ»;


«Για μένα και τον Μπεν Αφλεκ είχε τρομερή σημασία. Θεωρώ ότι ευνοήθηκα πολύ από την τύχη. Ας μην ξεχνάμε ότι και οι δύο προερχόμασταν κυριολεκτικά από το πουθενά. Για παράδειγμα, ενώ την προηγούμενη χρονιά παρακολουθούσαμε την απονομή των Οσκαρ από την τηλεόραση, με τον “Γουίλ Χάντινγκ” καθόμασταν στον πρώτο διάδρομο της αίθουσας με την πιθανότητα να ακούσουμε τα ονόματά μας. Η ζωή μας ήρθε πάνω κάτω. Ξαφνικά όλοι ήξεραν ποιοι ήμασταν, είχε έρθει το τέλος της ανωνυμίας μας. Προσωπικά άλλαξε εντελώς τη ζωή μου».


­ Δουλέψατε με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ στη «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» και με τον Φράνσις Κόπολα στον «Βροχοποιό». Τι είναι αυτό που σας έμεινε από τη συνεργασία σας;


«Πάνω απ’ όλα ο επαγγελματισμός τους. Ο Κόπολα και ο Σπίλμπεργκ είναι κινητά σχολεία για έναν ανερχόμενο ηθοποιό. Μπορούν όμως να γίνουν και πολύ καλοί φίλοι. Εξαιρετικά εγκάρδιοι άνθρωποι με όλους τους συνεργάτες τους. Αλλά και αυτό φαντάζομαι σημαίνει ότι είσαι καλός επαγγελματίας».


­ Νιώθετε το ίδιο παραγωγικός όταν γράφετε όσο όταν παίζετε;


«Ναι, ναι. Είναι κάπως συγγενή αυτά τα δύο. Οταν ο Μπεν (Αφλεκ) και εγώ γράφουμε, αυτοσχεδιάζουμε πολύ, χρησιμοποιούμε κασετοφωνάκια, ηχογραφούμε τα όσα λέμε. Δεν είναι ότι καθόμαστε μπροστά σε μια οθόνη κομπιούτερ και χτυπάμε πλήκτρα περιμένοντας να κατέβουν οι ιδέες. Παίζουμε τις σκηνές μας επί τόπου προσπαθώντας να δώσουμε ζωή στους ρόλους που επεξεργαζόμαστε. Ετσι άλλωστε είναι και πιο διασκεδαστικό».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version