Ο Ελληνοσύρος Μάγος

Ο Ελληνοσύρος Μάγος Ο Ρωμανός ο Μελωδός ανήκει στην κατηγορία των ποιητών που αποθέωσε η κατά κόσμον εξουσία του βυζαντινού Παλατίου. Η τέχνη του στη στιχοπλοκία και στο μέλισμα ήταν και απαράμιλλη. Πώς μεταφράζεται όμως σήμερα ο υμνωδός; ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ «Η σχέση μου με τον Ρωμανό σταθμίζεται από το εγχείρημα της μετάφρασης, πράγμα που σημαίνει ότι μεταφράζοντας

Ο Ελληνοσύρος Μάγος


«Η σχέση μου με τον Ρωμανό σταθμίζεται από το εγχείρημα της μετάφρασης, πράγμα που σημαίνει ότι μεταφράζοντας υπάρχω ­ translatio ergo sum. Ακόμα και η σχέση του ανθρώπου με το θείον είναι κατ’ ουσίαν μία μετάφραση των έργων Αυτού.


Στην απλοϊκή ενδεχομένως απορία γιατί να μεταφράζουμε κείμενα που φαντάζουν τόσο εύκολα, η απάντηση οφείλει να είναι περιεκτικά απλή: ότι ακριβώς αυτά που φαινομενικά σταθμίζονται ως «εύκολα» στελεχώνουν την πλέον επικίνδυνη παγίδα. Συ θαρρείς πως συναπαντιέσαι με γνώριμες λέξεις, όμως εκείνες είναι φορτισμένες με το νόημα της εποχής τους και την εσωτερική λειτουργικότητα του κειμένου ­ άλλωστε μιλάμε για κείμενα θεολογικά! Δεν συμμερίζομαι την άποψη πως είναι ευκολότερο να μεταφράζεις αρχαία κείμενα, όπου ο βαθμός ελευθερίας είναι μεγαλύτερος από των άλλων, των χρονολογικά κοντύτερα σε μας. Μολαταύτα με τα τελευταία η παράσταση κερδίζεται ή χάνεται στις λεπτομέρειες.


Το βασικό σε όλη τη διαδρομή της μετάφρασης είναι να μη λησμονούμε πως μεταφράζουμε κείμενο λειτουργικό (εκκλησιαστικό), συγκεκριμένης μάλιστα εποχής, και ότι «δεν μπορούμε ούτε να καταλάβουμε ούτε να εξηγήσουμε την εκκλησιαστική τέχνη έξω από την εκκλησία και από τη ζωή της» (Ουσπένσκι). Αυτή η αλήθεια καθορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιέται και αναπτύσσεται η μεγαλόπνοη ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού, ο οποίος σφραγίζεται από τον δικό του εκκλησιαστικό βίο και την εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας πνευματική ζωή.


Το Συναξάριό του, που φτάνει ως εμάς σε δέκα τουλάχιστον παραλλαγές, μας προσφέρει βασικές πληροφορίες για τη ζωή του. Η πληρέστερη περιλαμβάνεται σε Πατμιακό κώδικα του 12ου αιώνα:


Ο συναξαριστής μάς δίνει τα ουσιώδη στοιχεία της εσωτερικής ζωής του Ρωμανού: Γεννήθηκε, λέει, στην Εμεσα (σημερινή Χομς) της Συρίας. Η γέννησή του τοποθετείται στα τέλη του 5ου αιώνα, εποχή της μαχόμενης Ορθοδοξίας· η ειδωλολατρία ήταν ακόμα ισχυρή και η Συρία ένας χώρος δογματικά ταραγμένος. Φυσικά ο συναξαριστής παραλείπει τη «θύραθεν» παιδεία του Ρωμανού. Η στιβαρή, ωστόσο, ελληνική του μόρφωση δεν αποκλείει να υπήρξε τρόφιμος της ονομαστής Σοφιστικής Σχολής της Βηρυτού. Η κλίση του ήταν, βέβαια, προς την Εκκλησία και υπηρέτησε ως διάκονος στον κεντρικό ναό της Αναστάσεως στη Βηρυτό. Εκεί θα πρέπει να σφυρηλατήθηκε, με άσκηση και πίστη, σε γνώση κι αρετή. Αργότερα έφτασε στη Βασιλίδα των πόλεων, ως φυσικό αναβαθμό προς ολοκλήρωση της πορείας του. Τούτο έγινε στα χρόνια της βασιλείας Αναστασίου Α’ (491-518). Ο Ρωμανός διέμεινε στη Μονή της Θεοτόκου εν τοις Κύρου. Εκεί λειτουργούσε και καλλώπιζε το υπόλοιπο της ζωής του μεγεθύνοντας το ταλέντο του και συνθέτοντας μετά πάθους το πλήθος των ύμνων του. Εκεί ετελειώθη και ετάφη, εκεί τα περισσότερα και τα γραμμένα με το χέρι του έργα εναποτέθηκαν (…).


Ο Ρωμανός ανήκει στην κατηγορία των ποιητών που αποθέωσε η κατά κόσμον εξουσία του βυζαντινού Παλατίου, όπως επίσης και η Εκκλησία. Σε κάποια φάση της ζωής του, εξαιτίας ίσως της ακτινοβολίας του, τιμήθηκε με τον τίτλο του κύρου (ή κυρού) από τον αυτοκράτορα. Ο «Ταπεινός Ρωμανός», που αναφέρουν οι ακροστιχίδες των ύμνων της νεότητάς του, καθιερώθηκε ως ένας από τους εκλεκτούς της αυλής. Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο χρησιμοποίησε συστηματικά τον τίτλο αυτό στους μεταγενέστερους ύμνους, ή αν διαφύλαξε την ταπεινότητά του περνώντας τη, σφραγίδα γνησιότητας, στις ακροστιχίδες του. Το βέβαιο είναι πως η πνευματική δημιουργία του στον τομέα της στιχοποιίας και του μελίσματος ήταν αριστοτεχνική και απαράμιλλη. Μολονότι δεν έχουμε πλήρη εποπτεία του χαμένου ή αθησαύριστου έργου του, εμπιστευόμαστε με ασφάλεια την αποδοχή που ευτύχησε να έχει από τους συγχρόνους του.


Δικαιολογημένα λοιπόν ο Ελύτης τον χαρακτηρίζει «Ελληνοσύρο μάγο», με μόνη διαφορά ότι ο Ρωμανός ήταν Ελλην στη γλώσσα του και ουσιαστικά ξένος προς τους συρογλώσσους της ιδιαίτερης πατρίδας του.


«α’ Την οδό σου, Σωτήρα μου, προς τον άδη


κανένας δεν την έμαθε καλύτερ’ απ’ τον Αδη·


γιατί με όσα είδε, με όσα έπαθε


τη δύναμή σου μπόρεσε να καταλάβει.


Πρώτα λοιπόν αυτόν θέλω ρωτήσει


για τα καθέκαστα


και ύστερα από τούτον


τους φυλακάτορες του μνήματός σου


το τις του σώματός σου ο κλέπτης.


Αγκαλά και γνωρίζω ακριβώς


πώς αναστήθηκες, ο ατελεύτητος,


μου τα ‘παν όλα οι φίλοι σου,


όμως κι απ’ τους οχτρούς σου


θα ‘θελα εγώ να νιώσω την αλήθεια


των λόγων όσων λένε:


«Ανέστη ο Κύριος».


β’ Ο που φιλεί, το φίλο του ανασταίνει,


ο που μισεί, και αθέλητα αληθεύει,


καθώς το λέει και η γραφή, σωτηρίαν


εξ εχθρών ημών και εκ των μισούντων ημάς.


«Λέγε λοιπόν συ πρώτος, Αδη,


ο προαιώνιος εχθρός του γένους μου,


πώς μες σε τάφο εκράτησες


το λατρευτή του γένους μου;


σαν τους λοιπούς κοινούς θνητούς


σου φάνηκε ταλαίπωρε,


Αδη, λοιπόν, και άπορε.


Οσους κι αν είχες έχασες,


κι αυτόν που έλεγες πως τάχα τον κατείχες


δεν τονε βρήκες, επειδή στ’ αλήθεια


ανέστη ο Κύριος».


γ’ «Θες από μένα, άνθρωπε, να μάθεις


πώς χύθηκε ο φονιάς μου καταπάνω μου;


Μ’ έχει συντρίψει και δεν έχω δύναμη


να σ’ τ’ αρνηθώ, και θαμπωμένος είμαι


θαρρώντας πως ακόμα τόνε βλέπω.


Την ώρα κείνη, άνθρωπε,


καταλαβαίνοντας


κοιτούσα που σάλευε


του πεθαμένου το λείψανο


και σε λίγο με ορμή


αναπετάχτη και ορθώθη


και τα χέρια, που έδεσα,


στο λαιμό μου τα πέρασε


κι ολουνούς που κατάπια


τους εξέμεσα κι έψαλλαν


“Ανέστη ο Κύριος”.


δ’ Γιατί να κλαίω για τους νεκρούς που επήρε μου


και να θρηνώ το χλευασμό μου και τα χάλια μου;


και δεν αρκούσε αυτή μονάχα η καταφρόνια μου,


αλλά με περιπαίζουν κι από πάνω.


Λαίμαργο και παμφάγο με καλούνε


όσοι ξεφύγαν απ’ τα χέρια μου κι ακόμα


με τέτοια λόγια μ’ ερεθίζουν λέγοντας:


“τι στο καλό σου χάσκεις τόσο υπέρμετρα;


τι στάθηκε στο φάρυγγά σου και τ’ αμπώχνεις;


τι σου συμβαίνει, τι έπαθες,


ακόρεστε, άπληστε;


γιατί με τόση βιάση τραπεζώθηκες


και την κοιλιά σου την τουμπάνιασες;


ιδού γαρ σε κενώσας,


ανέστη ο Κύριος”».


Ο κ. Κυριάκος Χαραλαμπίδης είναι συγγραφέας. Το κείμενό του όπως και η μετάφραση στίχων του ύμνου «Εις την Ανάστασιν του Κυρίου» είναι προδημοσίευση από το βιβλίο «Ρωμανού Μελωδού, Τρεις Υμνοι», που κυκλοφορεί εντός της εβδομάδος.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version