Η μεσαία τάξη είναι μια λέσχη, στις πόρτες της οποίας πολλοί συνωστίζονται για να γίνουν μέλη της. Σύμφωνα με τον αμερικανό ιστορικό της κοινωνιολογίας Πολ Φάσελ, «η μεσαία τάξη δεν ορίζεται μόνο από το χρήμα. Η μεσαία τάξη διακρίνεται περισσότερο για την ειλικρίνειά της, την ψυχική της ανασφάλεια και το μέσο εισόδημά της». Μεταφέροντάς το αυτό κάπως διαστρεβλωμένο στα ελληνικά, ίσως θα έπρεπε να κάνω μια αντιστροφή και να πω ότι η μεσαία τάξη στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται και από «την έλλειψη ειλικρίνειας». «Τα μεγάλα κορίτσια δεν κλαίνε» είναι ένα μεσοαστικό μυθιστόρημα, από την άποψη ότι καταγράφεται ο βίος και η πολιτεία μιας τυπικής ελληνικής μεσοαστικής οικογένειας, της οικογένειας Μακρή, που ζει σε ένα προάστιο των Αθηνών.
Η Βάσω, η πρωταγωνίστρια, είναι μια γυναίκα τού σήμερα αλλά που ζει με τις αρχές μιας ανελεύθερης γυναίκας κατά το πρότυπο της μητέρα της η οποία χήρεψε σε νεαρή ηλικία. Πιθανόν ο όρος «εργαζόμενη γυναίκα και καλή νοικοκυρά» να είναι σχήμα οξύμωρο, όχι όμως για τη Βάσω, μια γυναίκα μορφωμένη, εργατική, μοντέρνα, υποδιευθύντρια σε κάποια τράπεζα, άψογη σύζυγο (του Αντρέα) και τέλεια μητέρα (της Μίρκας). Κανένα ψεγάδι, κανένας λεκές που να την κάνει να ξεχωρίζει στον κοινωνικό καμβά τής τάξης της ή στον επαγγελματικό ζυγό που μόνη της καταξιώθηκε να υπηρετεί. Η Βάσω είναι ψύχραιμη, είναι τετράγωνη, δεν εξεγείρεται ποτέ, δεν έχει εκρήξεις ούτε νεύρα και αφήνεται να γίνει το χαλάκι της εισόδου «για όποιον θέλει να σκουπίσει τα παπούτσια του πάνω στην ψυχή της». Η Βάσω είναι υπεράνω και δεν κλαίει ποτέ.
Ο σύζυγος, ο Αντρέας, είναι πολιτικός μηχανικός, τυπικό δείγμα φαλλοκράτη σεξιστή, «γεννημένος με το αναμφισβήτητο προνόμιο τού να τον φροντίζουν και να τον υπηρετούν» και ο οποίος βλέπει τον έρωτα ως μια «ενοχλητική οργανική παρενέργεια». Ο Αντρέας είναι σοβαρός και συγκρατημένος σε όλα του εκτός από το σεξ, γιατί υπάρχει και η Τζίνα, η κατά είκοσι έτη νεότερή του Τζίνα, η εξωσυζυγική σχέση. Το άλλοθι για να λείπει ο Αντρέας συχνά από το σπίτι, το πρόσχημα για να «φεύγει» τακτικά σε ταξίδια, είναι η ιστιοπλοΐα (όπου συμμετέχει και η Τζίνα με τον φίλο της Μάρκο). Ενα μεσοαστικό σπορ, που εκτονώνει τον Αντρέα από τα άγχη της δουλειάς, του σπιτιού και του γάμου. Ο Αντρέας είναι τόσο σεξιστής που απορεί πώς η γυναίκα του έγινε υποδιευθύντρια «Δεν υπήρχαν άντρες;» θα αναρωτηθεί κάπου.
Για τη Μίρκα, φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής, η μητέρα της η Βάσω είναι «μπαρόκ». Η ίδια ανήκει σε μια γενιά νέων, μάλλον ασπόνδυλη και αδιάφορη, μια γενιά που τα βρίσκει όλα έτοιμα, βουτηγμένη στην ευμάρεια και στην καταναλωτική ανία, μια γενιά που έχει ως εφόδια ένα Μάλμπορο στο ένα χέρι, ένα σφηνάκι στο άλλο και την καλοπέραση στο τσεπάκι του μπλουτζίν.
Το οικογενειακό τρίγωνο το διακοσμεί μόνιμα η Στέλλα «για τη Στέλλα τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν με το σεξ» φίλη της Βάσως από τα φοιτητικά χρόνια, «κολλητή» της και οι αξίες τής οποίας είναι στον αντίποδα εκείνων της Βάσως. Το βιβλίο ξεκινάει με μια πρόταση της Στέλλας προς τη Βάσω να πάνε οι δυο τους για μια βδομάδα στο Μαρόκο.
Στο τέταρτο κιόλας κεφάλαιο εισβάλλει στο μυθιστόρημα και στη ζωή της Βάσως ο κατά δέκα χρόνια νεότερός της Γιάννης, αποτυχημένος συγγραφέας, ένοικος στην ίδια πολυκατοικία με το ζεύγος Μακρή και υποψήφιος εραστής της Βάσως. Η Στέλλα από τη μια και ο Γιάννης από την άλλη θα αποτελέσουν τον ιστό ανεξαρτησίας της. Οι αντιστάσεις της Βάσως όμως δεν κάμπτονται εύκολα. Σιγά σιγά η Βάσω θα δει ότι η αυταπάρνηση και το αυτομαστίγωμα με ιερό σκοπό την εξιλέωση των άλλων δεν είναι τρόπος ζωής· οι απιστίες του συζύγου της, που τον αγαπά, την πληγώνουν πολύ. Θα αργήσει πολύ όμως να ενδώσει στις προτάσεις του Γιάννη.
Ετσι η Βάσω, η προσωποποίηση της λογικής και της ψυχραιμίας, θα καταλάβει σε τι είδους παγίδες έχει πέσει, για τις οποίες είναι και η ίδια υπεύθυνη, παγίδες – αλυσίδες που τις χάλκεψε η ίδια, παγίδες μεσοαστικές που δεν την αφήνουν να δει πέρα από το τι τη βολεύει, πέρα από το καταναλωτικό σήμερα που κυλάει δίχως αγάπη, χωρίς τρυφερότητα, χωρίς ειλικρίνεια, μέσα σε ένα συμβιωτικό, οικογενειακό και κοινωνικό ψέμα. Θα αρχίσει την επανάστασή της, θα ανατρέψει την επίπλαστη οικογενειακή γαλήνη, θα ξεσκεπάσει την ψευτιά και την υποκρισία και το Μαρόκο θα γίνει η Ιθάκη της. Ετσι η Βάσω, που μου θυμίζει μια από τις «Γυναίκες που αγάπησαν πολύ», θα προγραμματίσει το μεγάλο της ταξίδι. Οχι με πλήρη βεβαιότητα, όχι με πλήρη στάθμιση του ρίσκου, αλλά πάντως θα τολμήσει να ξεφύγει από τον εγκλωβισμό μιας απελπιστικά βολεμένης ζωής, θα αναλάβει η ίδια τη διάσωσή της. Το Μαρόκο δεν είναι πια μόνο ένας τόπος για διακοπές. Το Μαρόκο είναι παντού.
«Τα μεγάλα κορίτσια δεν κλαίνε» κλιματίζονται σταθερά από την αρχή ως το τέλος από μια ουδέτερη θερμοκρασία: ούτε κρύο ούτε ζέστη. Παρ’ όλο που το βιβλίο δεν παρουσιάζει καμία λογοτεχνικότητα δεν υπάρχουν συμβολισμοί και μεταφορές, δεν υπάρχει «προχωρημένο» ύφος, παράγραφοι με ποιητικότητα, αφηγηματικές εξάρσεις, ούτε βαθυστόχαστα νοήματα εν τούτοις είναι καλογραμμένο, έχει ενδιαφέρον και διαβάζεται άνετα και ευχάριστα. Τόσο άνετα, φαντάζομαι, όσο διαβάζονται τα βιβλία της Τζάνετ Ντέιλι και της Πατρίσια Κόρνγουελ ή της Μάρως Βαμβουνάκη και της Ντόρας Γιαννακοπούλου.
Αν και δεν είναι ένα μυθιστόρημα για τον απαιτητικό αναγνώστη αλήθεια, πόσοι είναι σήμερα οι απαιτητικοί αναγνώστες της καλής λογοτεχνίας; ούτε ένα βιβλίο που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, το θεωρώ ως ένα σημαντικό βιβλίο, από την άποψη ότι ο κοινωνικός ιστορικός του μέλλοντος, αν θέλει να μελετήσει σε βάθος την ελληνική μεσαία τάξη του τέλους του 20ού αιώνα, θα πρέπει να ανατρέξει στα «Μεγάλα κορίτσια» της Μπέσσης Λιβανού. Που δεν κλαίνε.
Ο κ. Ντίνος Σιώτης είναι συγγραφέας.
