«Λέει ψέματα ο κ. Κοτς»

Οι έλληνες επιχειρηματίες που πρωτοστατούν στην αναθέρμανση των ελληνοτουρκικών εμπορικών σχέσεων επικρίνουν τις θέσεις του τούρκου συνομιλητή τους «Λέει ψέματα ο κ. Κοτς» Προτείνεται διαρκής λειτουργία του επιχειρηματικού συμβουλίου Α. Γ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ Η συνέντευξη του κ. Κοτς την προηγούμενη Κυριακή στο «Βήμα» προκάλεσε αντιδράσεις από την πλευρά πολλών ελλήνων επιχειρηματιών που εδώ και περίπου

«Λέει ψέματα ο κ. Κοτς»

Η συνέντευξη του κ. Κοτς την προηγούμενη Κυριακή στο «Βήμα» προκάλεσε αντιδράσεις από την πλευρά πολλών ελλήνων επιχειρηματιών που εδώ και περίπου μια δεκαετία προσπάθησαν να βελτιώσουν τις ελληνοτουρκικές επιχειρηματικές σχέσεις. Οι περισσότεροι ενοχλήθηκαν από την «εγωπάθεια που διακρίνει τις δηλώσεις Κοτς, ο οποίος θέλει να εμφανιστεί ως θύμα των πολιτικών» μας έλεγαν αλλά με διάθεση να κρατήσουν την ανωνυμία τους. Επωνύμως μίλησαν οι κκ. Ευθυμιάδης και Κουτσίκος. Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Κοτς είχε δηλώσει: «Κάναμε λάθος πιέζοντας για οικονομική συνεργασία των επιχειρήσεων χωρίς πολιτική βούληση» ενώ τόνιζε ότι οι εμπειρίες που απέκτησε στο διάστημα της συνεργασίας δεν ήταν πάντοτε ευχάριστες, αφού τα ελληνικά προϊόντα στις τουρκικές αγορές (αλλά και το αντίστροφο) είχαν πλαστές ετικέτες. Κατηγόρησε μάλιστα τους Ελληνες ότι ακόμη και σε εκδήλωση σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας έγραψαν στο ταμπλό ότι πρόκειται για οικογενειακή εκδήλωση. Ο κ. Κοτς υποστήριξε επίσης ότι ήθελε να παραιτηθεί πριν από την κρίση Οτσαλάν, θεωρώντας ότι οι επαφές δεν αποδίδουν. Τόνισε επίσης τις δυνατότητες συνεργασίας στον τουρισμό, αλλά και την αλληλοσυμπλήρωση των δύο οικονομιών, με την Ελλάδα των υπηρεσιών και την Τουρκία της βιομηχανίας. Τέλος, επικρίνει την Ελλάδα που άσκησε βέτο ώστε η Τουρκία να μη λάβει χρήματα στο ξεκίνημα της τελωνειακής ένωσης με την ΕΕ.



Το βασικό ζητούμενο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι να παρεμβαίνουν τα κοινά επιχειρηματικά συμβούλια όταν υπάρχει πολιτική ένταση μεταξύ των δύο χωρών. Και επειδή η ένταση ενδεχομένως θα μειωθεί αλλά δεν θα εξαφανιστεί, είναι απαραίτητο να υπάρχει διαρκής επιχειρηματική επαφή, ακόμη και σε περιόδους σημαντικής όξυνσης.


Η άποψη επικρατεί πλέον στους κορυφαίους επιχειρηματίες των δύο χωρών, ως απαραίτητη προϋπόθεση ανάπτυξης των διμερών σχέσεων. Σε αυτό το πλαίσιο ασκείται έντονη κριτική στις θέσεις που εξέφρασε την περασμένη Κυριακή ο κ. Κοτς σε συνέντευξη που παραχώρησε προς «Το Βήμα».


«Πρέπει να καταφέρουμε εμείς οι επιχειρηματίες να αμβλύνουμε τις αντιθέσεις των δύο χωρών, όχι βεβαίως με ευχολόγια αλλά με συγκεκριμένες κινήσεις» τονίζει ο κ. Π. Κουτσίκος, πρόεδρος του Ελληνοτουρκικού Επιχειρηματικού Συμβουλίου. Και τονίζει ότι ένα πρώτο καλό δείγμα της (νέας) συνεργασίας είναι η πίεση των τούρκων επιχειρηματιών προς την Αγκυρα προκειμένου να προβεί σε κάποια χειρονομία καλής θέλησης στο Κυπριακό.


Ο γνωστός βορειοελλαδίτης επιχειρηματίας κ. Ν. Ευθυμιάδης, πρώην πρόεδρος του ΣΒΒΕ, προχωρεί ακόμη περισσότερο: «Ξαφνικά τον Φεβρουάριο του 1999 ήταν αρκετός ένας ­ πράγματι κακός ­ ελληνικός πολιτικός χειρισμός της υπόθεσης Οτσαλάν για να προκαλέσει τη μονομερή από την τουρκική πλευρά κατάργηση του Συμβουλίου Συνεργασίας, με μια προσωπική και αρκετά προσβλητική για τους έλληνες επιχειρηματίες επιστολή του προέδρου του Συμβουλίου, του γνωστού τούρκου επιχειρηματία και φίλου κ. Κοτς. Προφανώς το αποτέλεσμα της πολύχρονης επιχειρηματικής προσπάθειας έπεφτε στο κενό, γιατί απλούστατα κάναμε όλοι μας λάθος που πιστέψαμε ότι θα μπορούσαν ποτέ να πωλούνται τουρκικές πατάτες ή βερίκοκα στα ελληνικά σουπερμάρκετ και ελληνικά ψυγεία στην τουρκική επαρχία, χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλιστεί η πολιτική θέληση των δύο κυβερνήσεων να βρουν λύσεις στα δύο θέματα που δηλητηριάζουν τις σχέσεις των δύο χωρών: στην Κύπρο και στο Αιγαίο».


Αλλά ο κ. Ευθυμιάδης δεν διστάζει να κάνει σκληρή κριτική στον κ. Κοτς: «Η ελληνική πλευρά, και ιδιαίτερα η επιχειρηματική κοινότητα της Θεσσαλονίκης, δραστηριοποιήθηκε έντονα και ανέπτυξε θαρραλέες πρωτοβουλίες προσέγγισης, αναλαμβάνοντας το ανάλογο ρίσκο, που δεν ήταν μικρό. Γι’ αυτό και θα ήταν άδικο να μη θυμάται ο φίλος μου ο κ. Κοτς τον Οκτώβριο του 1997, όταν, συμβολικά, δύο ημέρες μετά την 28η Οκτωβρίου και μία μετά την εθνική επέτειο της Τουρκικής Δημοκρατίας οργανώθηκε μια ειδική επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη, γενέτειρα του Κεμάλ, 100 διακεκριμένων τούρκων επιχειρηματιών, όπου οι έλληνες οργανωτές όχι μόνο δεν έκρυψαν τον χαρακτήρα και τους στόχους της εκδήλωσης αλλά αντίθετα ανέλαβαν πλήρως όλο το ρίσκο της ουσιαστικής αυτής πρωτοβουλίας. Πράγματι η εκδήλωση περιέλαβε διαμονή 20 τούρκων μαθητών του λυκείου σε αντίστοιχα σπίτια ελλήνων μαθητών της Θεσσαλονίκης, διαλέξεις και ανταλλαγές απόψεων, καθώς και το γνωστό (δυστυχώς από κάποια επεισόδια φανατικών εθνικιστών) επιστημονικό συνέδριο για τον ρόλο και τη συμβολή των Βενιζέλου και Ατατούρκ στην ελληνοτουρκική φιλία της εποχής εκείνης».


Υπό τις παρούσες συνθήκες πάντως, για να γίνουν πιο «αλληλοεξαρτημένες» οι οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών, θα πρέπει το εμπορικό ισοζύγιο να φθάσει ισοσκελισμένο τα 2 δισ. δολάρια. Σήμερα είναι στα 720 εκατ. δολάρια (η Ελλάδα εξάγει περίπου 362 εκατ. δολάρια και εισάγει 375 εκατ.) και μάλιστα με την υπόθεση Οτσαλάν να ρίχνει βαριά σκιά το 1999. Οι έλληνες επιχειρηματίες δεν φαίνεται να επιθυμούν την επαναδραστηριοποίηση στην επιτροπή του κ. Κοτς, λόγω της συμπεριφοράς του την περασμένη άνοιξη, και ευθέως δηλώνουν ότι δεν τον θέλουν στην «επιχείρηση-αναθέρμανση», την οποία πάντως κινεί από την ανατολική πλευρά του Αιγαίου ο κ. Σαρίκ Τάρα (σκοπιανής καταγωγής, με περιουσία 3,3 τρισ. δρχ., θεωρείται ο 252ος πλουσιότερος άνθρωπος του πλανήτη!), έχων στενούς δεσμούς με το τουρκικό κατεστημένο.


«Ο κ. Κοτς βρίσκεται εκτός παιγνίου και επιθυμεί διακαώς να ξαναβρεθεί στην Ελλάδα. Δεν μπορεί όμως να τεθεί πάλι επικεφαλής της επιχειρηματικής συνεργασίας» δηλώνει ο κ. Κουτσίκος. «Η εντύπωση που επικρατεί πάντως είναι ότι με την πρόσφατη συνέντευξή του στο “Βήμα” ο κ. Κοτς έκανε νέα στροφή αλλά λέγοντας αρκετά ψέματα» συνεχίζει. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο κ. Κοτς μαζί με άλλους κορυφαίους επιχειρηματίες θα έρθει σύντομα στην Αθήνα για να παίξει γκολφ στη Γλυφάδα!


Ο κ. Ευθυμιάδης δίνει τη δική του άποψη για την προσέγγιση: «Σήμερα η αυθόρμητη λαϊκή προσέγγιση που επιτεύχθηκε μετά τους σεισμούς στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα βοήθησε την πολιτική βούληση που προφανώς ήταν έτοιμοι να αναλάβουν οι δύο υπουργοί των Εξωτερικών, κκ. Παπανδρέου και Τζεμ. Οι εξελίξεις αυτές ήταν αναμενόμενο να ξαναφέρουν στο τραπέζι των συζητήσεων τους έλληνες και τούρκους επιχειρηματίες, οι οποίοι, είμαι βέβαιος, εξακολουθούν να έχουν τις ίδιες καλές προθέσεις που είχαν πάντα, να αναζητήσουν λύσεις στα προβλήματα που περιορίζουν την ανάπτυξη της οικονομικής συνεργασίας των δύο χωρών.


Αυτή τη φορά ελπίζω και εύχομαι ότι δεν θα γίνουν τα ίδια λάθη. Δεν αρκούν μόνον οι καλές προθέσεις και οι προσωπικές φιλίες που πράγματι έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια. Οι επιχειρηματίες και των δύο χωρών πρέπει με κάθε ειλικρίνεια να καταστήσουν σαφές ότι οικονομική συνεργασία χωρίς προηγούμενη πολιτική βούληση δεν είναι εφικτή ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία.


Πρέπει οπωσδήποτε να ασκηθεί όλη η επιρροή που διαθέτει η επιχειρηματική πλευρά κάθε χώρας στο πολιτικό επίπεδο, ώστε να ενθαρρυνθεί κάθε πρωτοβουλία η οποία θα ενισχύει την κυβερνητική θέληση για πρόοδο στα διμερή πολιτικά προβλήματα. Οι τούρκοι συνάδελφοί μας δηλώνουν ήδη ευτυχείς που η Ελλάδα ήρε τις αντιρρήσεις της στην υποψηφιότητα της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Θα ήταν κρίμα να μην αντιληφθούν οι ίδιοι και την υποχρέωση που έχουν να κάνουν ό,τι μπορούν ώστε να εκδηλωθεί ταυτόχρονα και η θέληση της τουρκικής κυβέρνησης για μια ουσιαστική πρόοδο στα προβλήματα της Κύπρου και του Αιγαίου.


Θα ήταν μάταιο να περιμένουμε ότι το πλούσιο επιχειρηματικό δυναμικό της Ελλάδας και της Τουρκίας θα μπορούσε να κινητοποιηθεί αποτελεσματικά χωρίς την προηγούμενη κάλυψή του από μια αμοιβαία και ταυτόχρονη εκδήλωση της θέλησης των δύο κυβερνήσεων».


Η αλήθεια είναι ότι η Τουρκία είναι αναπτυσσόμενη αγορά με δυνατότητες για ελληνική συμμετοχή στην αξιοποίησή της. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν περιπτώσεις που θα χρειαστεί να ανταγωνισθούν μεταξύ τους οι έλληνες με τους τούρκους επιχειρηματίες στη διεθνή αγορά, υπάρχουν περισσότερες περιπτώσεις που μπορούν να δράσουν συμπληρωματικά μεταξύ τους, ώστε να «προσθέσουν αξία» στις εξαγωγές και των δύο χωρών.


Ο κ. Ευθυμιάδης σχολιάζει: «Το παραγωγικό δυναμικό της τουρκικής ενδοχώρας σε συνδυασμό με την ελληνική δραστηριοποίηση στην Ευρώπη και στη διεθνή αγορά μπορεί να αποτελέσει ένα πολύ αποτελεσματικό “δίδυμο” για την προώθηση των οικονομικών συμφερόντων των δύο χωρών σε παγκόσμιο επίπεδο και σε μία σειρά από σημαντικούς κλάδους των δύο οικονομιών, όπως π.χ. η παραγωγή και τυποποίηση τροφίμων, ο τουρισμός, οι μεταφορές, ο κατασκευαστικός τομέας, οι τηλεπικοινωνίες, η ενέργεια, καθώς και η παροχή υπηρεσιών διεθνούς εμπορίου από και προς την ευρύτερη περιοχή».


Η αίσθηση που έχουν οι έλληνες επιχειρηματίες είναι ότι μετά τον τρομακτικό σεισμό στην Τουρκία κατέρρευσε στη συνείδηση μεγάλου τμήματος της τουρκικής κοινής γνώμης, περί παντοδυναμίας και ετοιμότητας του «τουρκικού συστήματος διακυβέρνησης», όπως αυτό έχει επιβληθεί από το στρατιωτικό κατεστημένο της γειτονικής χώρας. Η απομυθοποίηση, που προήλθε από το «μετασεισμικό χάος στην κρατική μηχανή της Τουρκίας», λειτουργεί σταδιακά υπέρ της ενίσχυσης των τούρκων πολιτικών και κατά της περαιτέρω ισχύος των στρατιωτικών. Η στιγμή θεωρείται κατάλληλη για να λειτουργήσει ο άξονας πολιτικών – επιχειρηματιών στην Τουρκία και να ενισχύσει τη δύναμή του, αλλά προς το παρόν φαίνεται ότι δεν επιθυμούν όλοι να το αντιληφθούν στην Αγκυρα.


Πώς ξεκίνησε η ελληνοτουρκική επιχειρηματική συνεργασία


Πώς όμως πείστηκαν αρκετοί έλληνες επιχειρηματίες να αποσυνδέσουν προβλήματα όπως το Κυπριακό και το Αιγαίο από την επιχειρηματική συνεργασία;


«Λίγους μόνο μήνες μετά τη συνάντηση Παπανδρέου – Οζάλ στο Νταβός το 1988, μια ολιγομελής ομάδα νέων ελλήνων επιχειρηματιών επισκεφθήκαμε την Κωνσταντινούπολη προσκεκλημένοι από τούρκους ομολόγους μας με στόχο να συζητήσουμε τις δυνατότητες βελτίωσης της συνεργασίας των δύο χωρών στο οικονομικό επίπεδο» θυμάται ο κ. Ευθυμιάδης. Και συνεχίζει: «Μας καλωσόρισαν με ένα μεγαλειώδες γλέντι στον Βόσπορο, μέσα σε μια πραγματικά ζεστή ατμόσφαιρα. Το ίδιο βράδυ ήμασταν καλεσμένοι σε επίσημο δείπνο, σε στενό κύκλο, από τον τότε πρωθυπουργό κ. Οζάλ, ο οποίος και μας ανέπτυξε την πρότασή του ότι εμείς οι επιχειρηματίες έπρεπε να βρούμε τον δικό μας δρόμο για οικονομική συνεργασία, ανεξάρτητα από τους πολιτικούς των δύο χωρών».


Λίγες ώρες νωρίτερα οι δύο ομάδες ελλήνων και τούρκων επιχειρηματιών είχαν πραγματοποιήσει μια δύσκολη συνεδρίαση στα γραφεία του Τουρκικού Συνδέσμου Βιομηχανιών, όπου εκφράστηκε η δική μας, ίσως λίγο άκομψη, άποψη πως η ελληνική πλευρά δεν πίστευε ότι ήταν δυνατόν να γίνουν σοβαρά βήματα προόδου στην οικονομική συνεργασία, χωρίς προηγουμένως να υπάρξει πολιτική θέληση και πρόοδος στα θέματα της Κύπρου και του Αιγαίου. «Η επίθεση φιλίας του κ. Οζάλ» λέει ο κ. Ευθυμιάδης «την οποία διακαώς υποστήριζαν όλοι οι τούρκοι συνάδελφοί μας, μας έκανε να αισθανθούμε άσχημα και τελικά μας έπεισε ότι έπρεπε να προσπαθήσουμε και να συνεργαστούμε στο δικό τους σενάριο των δύο ανεξάρτητων δρόμων».


Εκτός όμως από τους ανεξάρτητους δρόμους, υπάρχουν πάντοτε το Κυπριακό, το Αιγαίο και η Θράκη, που δεν μπορούν πλέον να αγνοηθούν από τους επιχειρηματίες και μάλλον προσγειώνουν στη σκληρή πραγματικότητα.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version