Οι διατάξεις των εθνικών νομοθεσιών δεν εφαρμόζονται πάντα και για όλους. Η νέα πραγματικότητα ίσης μεταχείρισης όλων των ευρωπαίων πολιτών αλλά και των νομικών προσώπων, που αναπτύσσουν δραστηριότητα στα κράτη – μέλη της Ενωσης, δημιουργεί νέα δεδομένα. Το κοινοτικό δίκαιο, δίκαιο υπερεθνικό σε πολλές περιπτώσεις, καλύπτει τα κενά των εθνικών νομοθεσιών και, πάντως, υπερισχύει των νόμων που θεσπίζουν κατ’ ιδίαν τα κράτη – μέλη.
Τι γίνεται, όμως, όταν εθνικός νόμος ενός κράτους της Ευρωπαϊκής Ενωσης περιλαμβάνει συγκεκριμένες ρυθμίσεις, οι οποίες δεν εφαρμόζονται σε άλλες χώρες; Θα ισχύσουν αυτές οι διατάξεις και για τους πολίτες άλλων κρατών – μελών, οι οποίοι διαμένουν ή αναπτύσσουν επαγγελματική ή άλλη δραστηριότητα στην επικράτειά του; Το θέμα αυτό απασχόλησε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο έχει την αρμοδιότητα με τις αποφάσεις του να κρίνει πότε και πού το κοινοτικό δίκαιο έχει γενική εφαρμογή και πότε οι εθνικές νομοθεσίες υποχωρούν.
Η σχετική δίκη διεξήχθη στο Εκτο Τμήμα του Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε προδικαστικά ερωτήματα, που αφορούσαν διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας της Βρετανίας, σύμφωνα με τις οποίες για να προσφύγει κάποιος ιδιώτης ή νομικό πρόσωπο στα δικαστήρια πρέπει πρώτα να πληρώσει ένα ποσό ως εγγυοδοσία στο Δημόσιο. Αλλοδαπές εταιρείες, όμως, που αναπτύσσουν δραστηριότητα στη Βρετανία και με αγωγές εστράφησαν κατά άλλων νομικών προσώπων, αρνήθηκαν να καταβάλουν την εγγυοδοσία, με το επιχείρημα ότι παραβιάζεται το άρθρο 6 της Συνθήκης, που επιβάλλει ίση μεταχείριση όλων των ευρωπαίων πολιτών και των νομικών προσώπων. Το κοινοτικό δίκαιο για το θέμα αυτό δεν έχει κάποια διάταξη. Το Δικαστήριο λοιπόν με την απόφασή του εκλήθη να κρίνει αν ο εθνικός νόμος μπορεί να εφαρμοστεί και σε αλλοδαπούς (πολίτες άλλων κρατών – μελών), όπως και στους ημεδαπούς ή μήπως η εφαρμογή του συνιστά δυσμενή διάκριση, που απαγορεύεται από τις βασικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Τα μέλη του Δικαστηρίου, αφού άκουσαν τις απόψεις και των δύο πλευρών και μελέτησαν τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και της Συνθήκης, αποφάσισαν ότι η εθνική νομοθεσία δεν εφαρμόζεται όταν περιλαμβάνει ρυθμίσεις οι οποίες δεν ισχύουν σε άλλα κράτη – μέλη, παρεμποδίζουν την ελεύθερη διακίνηση εργαζομένων και υπηρεσιών και συνιστούν δυσμενή διάκριση για τους υπηκόους άλλων κρατών – μελών.
Με αυτό το σκεπτικό το Δικαστήριο κατέληξε σε απόφαση σύμφωνα με την οποία οι αλλοδαπές εταιρείες που αναπτύσσουν δραστηριότητα στη Βρετανία (αλλά και οι ιδιώτες που είναι υπήκοοι άλλων κρατών – μελών) δεν υποχρεούνται να πληρώνουν εγγυοδοσία για να προσφύγουν στα βρετανικά δικαστήρια. Την ίδια θέση έλαβε και ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου κ. Α. Pergola, ο οποίος ανέπτυξε τις προτάσεις την ημέρα της δίκης, που έγινε στις 23 Μαΐου 1996, ενώ η απόφαση εκδόθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1996.
Υπόθεση C – 43/95. Ιση μεταχείριση, δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγενείας. Υποχρέωση εγγυοδοσίας για δικαστικά έξοδα. Εκτο Τμήμα.
