Η παρακουλτούρα και το «ξέπλυμα»

Αποψη Η παρακουλτούρα και το «ξέπλυμα» Ν. ΒΑΓΕΝΑΣ «Τελικώς», όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε αρθρογράφος αυτής της εφημερίδας, «αυτή η κυβέρνηση δεν παίζεται». Θα κάνει πάντοτε εκείνη την κίνηση που θα τη φέρει αντιμέτωπη με το δηλούμενο όραμά της· και θα την κάνει με τέτοια επιμέλεια, και ταυτόχρονα ανεμελιά, που σύντομα θα πάψει να γίνεται αισθητή ως αντιφατική, αφού η αντιφατικότητα τείνει να γίνει

ΤΟ ΒΗΜΑ

«Τελικώς», όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε αρθρογράφος αυτής της εφημερίδας, «αυτή η κυβέρνηση δεν παίζεται». Θα κάνει πάντοτε εκείνη την κίνηση που θα τη φέρει αντιμέτωπη με το δηλούμενο όραμά της· και θα την κάνει με τέτοια επιμέλεια, και ταυτόχρονα ανεμελιά, που σύντομα θα πάψει να γίνεται αισθητή ως αντιφατική, αφού η αντιφατικότητα τείνει να γίνει ένα από τα πλέον συνεπή χαρακτηριστικά της. Την ίδια στιγμή που αγωνίζεται να κάνει τις οικονομίες που θα της επιτρέψουν να μη χάσει το ευρωπαϊκό λεωφορείο, καταργώντας φοροαπαλλαγές, περιορίζοντας τις δημόσιες δαπάνες και επιβάλλοντας (παρά τα εκκωφαντικά προεκλογικά υπεσχημένα περί του αντιθέτου) νέους φόρους, το βάρος των οποίων το νιώθουν περισσότερο οι πενόμενοι μικροσυνταξιούχοι, «ρυθμίζει» χρέη δισεκατομμυρίων, χρέη όχι δημοσίων οργανισμών αλλά πλουσίων ιδιωτών, επιχειρηματιών, μεταξύ άλλων, και του ποδοσφαιρικού θεάματος (ΠΑΕ). Την ίδια στιγμή που διακηρύττει την ανάγκη περισυλλογής και σοβαρότητας, ευλογεί ανενδοίαστα τον μικροπολιτικοπολιτιστικό χαβαλέ και τη χαζοχαρούμενη παρακουλτούρα.


Αναφέρομαι στη γνωστή συνέντευξη του πρωθυπουργού σε χλιδάτο περιοδικό, η οποία θα πρέπει να προσληφθεί ως μία ακόμη κίνηση ­ αισθάνεται κανείς, η τελική ­ για την ικανοποίηση της μεταανδρεϊκής εκσυγχρονιστικής επιθυμίας. Μιας επιθυμίας που τώρα πια γίνεται ακόμη περισσότερο εμφανές ότι κινείται με απόλυτη φυσικότητα μέσα στην επικράτεια του ελληνικού μεταμοντέρνου, δηλαδή της χαρακτηριστικότερης, σήμερα, έκφρασης του ιδεολογικού και πολιτισμικού επαρχιωτισμού. Γιατί, βέβαια, αν το τελικό αποτέλεσμα του μεταμοντερνισμού (το οποίο ξεπερνάει την εύστοχη αμφισβήτησή του της αυθεντίας) είναι η κατάλυση των αξιολογικών διακρίσεων, η πεποίθηση πως καλό είναι ό,τι «πουλάει» και πως «πουλάει» καλύτερα ό,τι φαίνεται εκσυγχρονιστικό, τότε η ελληνική εκδοχή αυτής της αντίληψης (κάτι «πουλάει» καλύτερα με τον αμερικανικό τρόπο), όπως υλοποιείται με την παρουσία και λειτουργία εντύπων σαν το παραπάνω, αποτελεί την έκφραση ενός περιφερειακού μεταμοντερνισμού, η οποία, ως αναφομοίωτη υιοθέτηση αλλότριων τρόπων, αντιστρατεύεται τον πραγματικό εκσυγχρονισμό πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τον αντιστρατεύεται ο μεταμοντερνισμός των κέντρων.


Εως σήμερα οι πολιτικοί που έδιναν συνεντεύξεις σε παρόμοια έντυπα ήταν τριτοκλασάτοι ή δευτεροκλασάτοι, υποτιθέμενοι ρεαλιστές, που αισθάνονταν ότι δεν πρέπει να χάσουν ή να καταφρονήσουν την ευκαιρία να ακουστεί η φωνή τους μέσα από περιοδικά όπου «σφύζει η ζωντανή πραγματικότητα» ­ η φράση είναι επιφανούς παράγοντα του χλιδάτου εντύπου. Και δέκα μέρες πριν από τη συνέντευξη του πρωθυπουργού στον λουσάτο διευθυντή του έκανε το «ρεαλιστικό» βήμα ο Κ. Μητσοτάκης με τη συνομιλία του με άλλον, του ιδίου ποιού δημοσιογράφο, διευθυντή ετέρου, της ιδίας υφής, περιοδικού. Η συνομιλία του πρώην πρωθυπουργού (και επίτιμου προέδρου του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης) και η συνέντευξη του νυν πρωθυπουργού (και προέδρου του κυβερνώντος κόμματος) αποτελούν ενέργειες συμβολικές ­ και ταυτόχρονα πρακτικές ­ μείζονος πολιτικής και πολιτιστικής σημασίας: ένα είδος αγιασμού που υπερβαίνει την τελετουργική σημασία του, αφού αποτελεί και την κορυφαία, και τελική, πράξη μιας νομιμοποίησης: το επίσημο ξέπλυμα του κοσμοειδώλου και της αισθητικής των εν λόγω περιοδικών και των εν λόγω δημοσιογράφων.


Θα ήταν άστοχο να υποθέταμε ότι η απόφαση του πρωθυπουργού να δώσει αυτή τη συνέντευξη οφείλεται σε κακούς συμβούλους· όχι γιατί ο Κ. Σημίτης δεν έχει και κακούς συμβούλους, αλλά γιατί αποφάσεις σαν και αυτήν ένας πρωθυπουργός της δικής του διανοητικής διαμόρφωσης δεν μπορεί παρά να τις παίρνει μόνος του. Οπως μόνος του πήρε την απόφαση να τοποθετήσει πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου καθηγητή παντείων ενασχολήσεων, ο διορισμός του οποίου σ’ αυτή τη θέση αποτέλεσε την πρώτη είσοδο της εκσυγχρονιστικής παραδιανόησης στον χώρο της δημόσιας διοίκησης. Υπάρχει λοιπόν μια σύγχυση στο μυαλό του πρωθυπουργού ως προς τα όρια της έννοιας του εκσυγχρονισμού. Και στο σημείο αυτό η σκέψη του πρωθυπουργού τέμνεται με την επιλογή του επίτιμου προέδρου της Νέας Δημοκρατίας να δώσει συνέντευξη στο έτερο περιοδικό, μολονότι (θα έλεγαν κάποιοι) η επιλογή αυτή φαίνεται αποτέλεσμα περισσότερο πνευματικού κυνισμού και λιγότερο εννοιολογικής σύγχυσης (εκτός αν στο σημείο αυτό ο πρωθυπουργός θέλησε να αμιλληθεί τον Κ. Μητσοτάκη).


Η προαγωγή των διευθυντών των εν λόγω περιοδικών σε συνομιλητές της πολιτικής μας ηγεσίας αποτελεί αναγνώριση και προβιβασμό της παρακουλτούρας στο επίπεδο της κουλτούρας, σε μιαν εξίσωσή τους που μόνο θετική δεν μπορεί να αποβεί για τα πολιτικά και τα πολιτιστικά μας πράγματα. Και καθώς όλα δείχνουν ότι οι κκ. Σημίτης και Μητσοτάκης έχουν υπερβεί οριστικά το επίπεδο ενός αναπόφευκτου συγχνωτισμού με εκπροσώπους αυτού του είδους της δημοσιογραφίας και συνδιαλέγονται μαζί τους σε ένα κοινό πεδίο αγαστής συναναστροφής και ανταλλαγής απόψεων, θα πρέπει να θεωρήσουμε βέβαιο ότι σύντομα θα αισθανθούμε την παρουσία αυτών των «δημοσιολόγων» και μέσα από επισημότερες επάλξεις.


Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version