Ευρωπαϊκός καβγάς για το ασφαλιστικό

Ποιος θα πληρώνει τα ελλείμματα μετά την ΟΝΕ; Αυτοί που φταίνε, απαντούν Βρετανοί και Ολλανδοί, οι οποίοι παίρνουν ριζοσπαστικά ­ και δυσάρεστα ­ μέτρα και κατηγορούν Γάλλους και Γερμανούς για έλλειψη θάρρους Ευρωπαϊκός καβγάς για το ασφαλιστικό ΤΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ σύστημα, η χρηματοδότησή του και το μέλλον του, είναι ένα από τα πιο δύσκολα θέματα που καλούνται να λύσουν οι κυβερνήσεις όλων των μεγάλων

ΤΟ ΒΗΜΑ

ΤΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ σύστημα, η χρηματοδότησή του και το μέλλον του, είναι ένα από τα πιο δύσκολα θέματα που καλούνται να λύσουν οι κυβερνήσεις όλων των μεγάλων χωρών. Είναι όμως ταυτοχρόνως και αγκάθι στις σχέσεις μεταξύ των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ιδιαίτερα εν όψει της νομισματικής ένωσης. Μετά την ενιαία αγορά, το κοινό νόμισμα και οι άλλοι μηχανισμοί του τρίτου σταδίου της Ενωσης θα μεταφέρουν τα προβλήματα ενός εθνικού συστήματος στις άλλες χώρες. Χώρες όπως η Αγγλία και η Ιταλία αγνοούν το πολιτικό κόστος και προετοιμάζουν ή και λαμβάνουν ριζοσπαστικά μέτρα. Αλλες, όπως η Γαλλία, υποχωρούν σε πιέσεις επαγγελματικών ομάδων, επιδεινώνοντας την ήδη προβληματική κατάσταση της κοινωνικής ασφάλισης. Η διάσταση απόψεων είναι σοβαρή. Η Αγγλία και η Ολλανδία θεωρούν ότι δεν πρέπει να πληρώσουν οι δικοί τους πολίτες την έλλειψη πολιτικού θάρρους των Γάλλων ή των Γερμανών και ζητούν η πρόβλεψη για τα μελλοντικά ελλείμματα της κοινωνικής ασφάλισης να περάσει στα χέρια της Ευρωπαϊκης Επιτροπής. Οι αντιδράσεις όμως από την πλευρά των υπολοίπων είναι έντονες έστω και αν δεν συνοδεύονται από μέτρα.


Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ για την Οικονομική και Νομισματική Ενωση θέτει επί τάπητος την ανάγκη να ολοκληρωθούν οι δραστικές αλλαγές που τόσα χρόνια τώρα σχεδιάζονται στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης. Πρόκειται για αλλαγές που έχουν να κάνουν κυρίως με τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης των εργαζομένων, όπως οι εισφορές, το όριο ηλικίας και το ύψος των συντάξεων.


Το πρόβλημα είναι κοινό και ο κυριότερος παράγοντας πίεσης σε όλες τις χώρες είναι το δημογραφικό, η γήρανση δηλαδή του πληθυσμού σε μια περίοδο όπου η οικονομία δημιουργεί με δυσκολία νέες θέσεις εργασίας. Η ανομοιογένεια όμως των ασφαλιστικών συστημάτων δημιουργεί και άλλου μεγέθους προβλήματα σε κάθε χώρα και την καχυποψία ότι κάποιοι θα πληρώσουν για τους υπόλοιπους που δεν θέλουν να πάρουν το ρίσκο του πολιτικού κόστους.


Σε άλλες χώρες τα προβλήματα αυτά θα μεγιστοποιηθούν μελλοντικά, ενώ σε άλλες η κατάσταση θα βελτιωθεί. Χώρες όπως η Βρετανία και η Ολλανδία θα έχουν το μικρότερο πρόβλημα και θεωρούν ότι θα κληθούν να πληρώσουν τα ελλείμματα και τα χρέη που θα δημιουργήσουν οι χώρες με το μεγάλο πρόβλημα, όπως η Γαλλία και η Γερμανία. Για τον λόγο αυτόν θεωρούν ότι το Ασφαλιστικό πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο των διαπραγματεύσεων για τη Διακυβερνητική.


Η Βρετανία έχει ήδη δρομολογήσει μια διαδικασία για να επιτύχει την ένταξη στο πακέτο των διαπραγματεύσεων για τη Διακυβερνητική και του Ασφαλιστικού. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι πρέπει να συνυπολογίζονται και τα μελλοντικά ελλείμματα της κοινωνικής ασφάλισης διότι θα επηρεάσουν σημαντικά την οικονομία των χωρών και ζητά να δοθούν σχετικές αρμοδιότητες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.


Και οι δύο πλευρές, Αγγλία και Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συμφωνούν ότι τα μελλοντικά ελλείμματα που θα δημιουργηθούν στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης θα επιβαρύνουν τις χώρες που έχουν το μικρότερο πρόβλημα, όπως η Βρετανία και η Ολλανδία, καθώς οι άλλοι εταίροι δεν θα τολμήσουν να πάρουν δραστικά μέτρα λόγω του μεγάλου πολιτικού κόστους.


Το 1996 η Κοινοβουλευτική Επιτροπή κατέθεσε έκθεση σύμφωνα με την οποία το βρετανικό χρέος (μαζί με τις συντάξεις) είναι 9.000 στερλίνες για κάθε βρετανό πολίτη. Αν μοιράζονταν το ευρωπαϊκό χρέος, τότε θα έπρεπε να προσθέσουν άλλες 30.000 στερλίνες κατά κεφαλή. Η κυβέρνηση αντιδρά αμέσως θετικά και προτείνει το Ασφαλιστικό να περιληφθεί στις διαπραγματεύσεις για τη Διακυβερνητική.


Οι Βρετανοί υποστηρίζουν ότι οι Ευρωπαίοι (κυρίως οι Γάλλοι και οι Γερμανοί) δεν πρόκειται λόγω πολιτικού κόστους να λάβουν μέτρα για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Στη διαβεβαίωση των άλλων Ευρωπαίων ότι θα ληφθούν μέτρα ανεξαρτήτως πολιτικού κόστους, οι Βρετανοί όχι μόνο δεν πείθονται αλλά πλέον έχουν το πιο ισχυρό επιχείρημα: τη στάση της γαλλικής κυβέρνησης στις κινητοποιήσεις των οδηγών φορτηγών. Υπέκυψε στις πιέσεις τους και μείωσε το όριο συνταξιοδότησης στα 55 χρόνια, προκαλώντας θύελλα διεκδικήσεων και από άλλες επαγγελματικές τάξεις.


Επίσης η μελέτη, που παρουσιάσθηκε σε σεμινάριο που οργάνωσε πριν από τρεις εβδομάδες η ίδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή που ζητά να μπει το Ασφαλιστικό στις διαπραγματεύσεις για την ΟΝΕ, διαπιστώνει δραματική μείωση του αριθμού των ασφαλισμένων και αύξηση του ποσοστού εισφοράς που χρειάζεται για να χρηματοδοτηθούν οι συντάξεις. Στην Ιταλία αυτή τη στιγμή για να καλυφθούν οι δαπάνες συντάξεων απαιτείται το 42,6% της δαπάνης μισθοδοσίας (εισφορά εργαζομένου, εργοδότη και επιχορήγηση). Το ποσοστό αυτό το 2050 θα ανέρχεται σε 68,2%. Αντίθετα, στις χώρες όπως η Βρετανία αφού πέφτει το ποσοστό αναπλήρωσης πέφτει και η εισφορά από το 6,4% στο 5%.


Η ίδια μελέτη διαπιστώνει ότι, αν κρατηθεί η χρηματοδότηση σταθερή, οι χώρες με υψηλές συντάξεις θα εμφανίσουν σύντομα (ως το 2010) χρέος. Προκειμένου να υπάρξει εξισορρόπηση των συστημάτων χρειάζεται άμεση λήψη μέτρων, τα οποία όσο πιο πολύ καθυστερήσουν τόσο πιο δυσάρεστα θα είναι. Για παράδειγμα, στην Ιταλία για να υπάρξει εξισορρόπηση του συστήματος ως το 2050 θα πρέπει να αυξηθούν αμέσως οι εισφορές κατά 2,5% του ΑΕΠ. Αν τα μέτρα ληφθούν μετά από πέντε χρόνια η αύξηση θα είναι της τάξεως του 3%, ενώ μετά από 30 χρόνια θα πρέπει να αυξηθεί κατά 12,5% του ΑΕΠ. Είναι φανερό ότι όσο καθυστερεί μια μεταρρύθμιση τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κόστος αλλά, όπως έδειξε η έρευνα, υπάρχει ένα παράθυρο ευκαιρίας για τις μεταρρυθμίσεις κάθε ασφαλιστικού συστήματος.


Αν λοιπόν τα ελλείμματα, επιμένουν οι Βρετανοί, δεν χρηματοδοτηθούν από τους εθνικούς πόρους, θα υπάρξουν νομισματικές επιπτώσεις. Εκφράζουν μάλιστα τον φόβο ότι στο πλαίσιο της ΟΝΕ θα αναγκαστούν να πληρώσουν οι ίδιοι τα ελλείμματα των Γερμανών. Και αυτό διότι οι χώρες που έχουν πρόβλημα ενδεχομένως να προσφύγουν στον ευρωπαϊκό «Χολαργό», ενώ η αύξηση του δανεισμού στην Ευρώπη θα αυξήσει τα επιτόκια του δανεισμού. Αρα, καταλήγουν οι Βρετανοί, πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για το μελλοντικό έλλειμμα των συντάξεων, το οποίο θα πρέπει να προστίθεται στο όριο του Μάαστριχτ για το δημόσιο χρέος.


Σε όλα αυτά υπάρχει αντίλογος. Οι άλλες χώρες υποστηρίζουν ότι όλα αυτά είναι υπερβολές. Ετσι κι αλλιώς η Συνθήκη του Μάαστριχτ αποτρέπει έστω και την έμμεση χρηματοδότηση των ελλειμμάτων κοινωνικής ασφάλισης. Οποιο κράτος επιτρέπει υψηλά ελλείμματα συντάξεων θα τα χρηματοδοτεί μόνο του. Οσο για τον ρόλο και της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, υποστηρίζουν ότι η ανεξαρτησία της είναι τόσο μεγάλη ώστε να συμπεριφέρεται περισσότερο σαν την Μπούντεσμπανγκ και να μην υποκύπτει σε πιέσεις ενός ή δύο κρατών. Για να αποδώσει μια πολιτική πίεση θα πρέπει να υπάρχει μεγάλη και συμπαγής πλειοψηφία των κρατών – μελών και κατά συνέπεια τίποτα δεν θα γίνει ερήμην των Βρετανών ή των Ολλανδών.


Οσο για την ουσία του θέματος, που αφορά τη συνταξιοδότηση των εργαζομένων, ο αντίλογος στα αγγλικά επιχειρήματα είναι ότι η φαινομενικά καλύτερη θέση της Βρετανίας, της Ολλανδίας και της Σουηδίας οφείλεται στην υπόθεση ότι οι συντάξεις τους θα είναι καθηλωμένες σε πραγματικούς όρους, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στην εξαθλίωση των ηλικιωμένων. Αν υποτεθεί ότι οι συνταξιούχοι στις χώρες αυτές απολαμβάνουν των οικονομικών προνομίων που θα έχουν και οι άλλοι εργαζόμενοι, τότε η υπεροχή των χωρών αυτών ως προς τα ελλείμματα εξαφανίζεται.


Είναι λοιπόν απίθανο η κοινωνική ασφάλιση να περάσει ως σοβαρό επιχείρημα στα πλαίσια των σημερινών διαπραγματεύσεων για την ΟΝΕ. Ωστόσο, η συζήτηση στη Βρετανία για το θέμα αυτό έχει τις εξής σημαντικές επιπτώσεις:


1) Υπογραμμίζει τη σημασία των δημοσίων συντάξεων και της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης για τη διαμόρφωση της συνολικής δημοσιονομικής κατάστασης στην ΕΕ· ιδιαίτερα τη σημασία της έγκαιρης προσαρμογής για τη μείωση των ελλειμμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη χώρα που αντιμετωπίζει με τον μεγαλύτερο σκεπτικισμό την ιδέα της ενωμένης Ευρώπης, στη Βρετανία, διατυπώνονται σκέψεις για τη διεύρυνση του ρόλου της Επιτροπής στον συντονισμό δράσης στην κοινωνική ασφάλιση. Είναι ίσως το μόνο σημείο όπου φαίνεται να συμφωνούν η Βρετανία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.


2) Υπογραμμίζει τη σημασία των οικονομικών των συντάξεων στη διαμόρφωση της συνολικής ανταγωνιστικής θέσης των χωρών.


3) Από τους πλέον αναπτυσσόμενους κλάδους της χρηματαγοράς είναι αυτός των ιδιωτικών συντάξεων, ο οποίος θα ωφεληθεί τα μάλα από το ενιαίο νόμισμα και την ΟΝΕ. Σε μεγάλο βαθμό θα επωφεληθούν οι εταιρείες στις χώρες όπου οι ιδιωτικές συντάξεις είναι πιο ανεπτυγμένες, όπως η Βρετανία. Αυτό άλλωστε εξηγεί και την ενόχληση των εταιρειών αυτού του είδους από τις αγγλικές θέσεις για την ΟΝΕ, αφού φοβούνται την περιθωριοποίησή τους αν αυτοεξαιρεθεί η Βρετανία από το ενιαίο νόμισμα. Γιατί να μην πληρώνουν οι Ασιάτες;


ΕΙΝΑΙ κοινό μυστικό ότι η πιο σημαντική αιτία του συνταξιοδοτικού προβλήματος στις ευρωπαϊκές χώρες είναι το δημογραφικό· πρόβλημα που δεν έχουν οι Ασιάτες. Γιατί, λοιπόν, να μη βάλουμε τους Κινέζους να πληρώνουν για τις συντάξεις των Ευρωπαίων;


Το ερώτημα, όσο κι αν φαίνεται κατ’ αρχήν αστείο, είναι σοβαρό και ήδη έχει απασχολήσει τους ειδικούς. Συγκεκριμένα, στον έντονο προβληματισμό που υπάρχει για το ποιο σύστημα, το κεφαλαιοποιητικό ή το διανεμητικό, έχει τα περισσότερα πλεονεκτήματα και ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις συζητείται και η αξιοποίηση των χαρακτηριστικών που έχουν χώρες όπως η Κίνα, κυρίως ως στόχος επένδυσης των αποθεματικών που δημιουργούν τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα.


Συγκεκριμένα, με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα δημιουργείται ένα αποθεματικό το οποίο επενδύεται προκειμένου να εξασφαλισθεί μια συνεχής αύξηση του κεφαλαίου. Η μείωση όμως της απασχόλησης στις ευρωπαϊκές χώρες έχει ως αποτέλεσμα να μειώνεται η συγκέντρωση και τελικά η απόδοση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων. Δημιουργείται τελικά έλλειμμα πόρων για την πληρωμή των συντάξεων ή για την αύξηση του ποσού που διατίθεται στους συνταξιούχους. Ερευνάται λοιπόν η λύση να μετατεθούν οι επενδύσεις των αποθεματικών των Ταμείων σε ασιατικές και άλλες χώρες που δεν αντιμετωπίζουν δημογραφικό πρόβλημα, ενώ και η οικονομία τους έχει υψηλές αποδόσεις (π.χ. στην Κίνα η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια είναι 10%), ώστε με τα κέρδη που θα δημιουργηθούν να εξασφαλίζεται η ομαλότερη πληρωμή των συντάξεων. Η λύση όμως αυτή έχει το βασικό μειονέκτημα ότι η έξοδος των κεφαλαίων αυτών θα αυξήσει περισσότερο την ανεργία στην Ευρώπη.


Επιπλέον, είναι αβέβαιον αν το κεφαλαιοποιητικό σύστημα αυξάνει το κεφάλαιο για το σύνολο της οικονομίας. Για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες το πλεόνασμα των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης πρέπει υποχρεωτικά να επενδύεται σε κρατικούς τίτλους, με τους οποίους χρηματοδοτούνται άλλες καταναλωτικές δαπάνες της κυβέρνησης (π.χ. υγεία, άμυνα), αντί να αυξάνεται το παραγωγικό κεφάλαιο.


Η βασική διαφορά των δύο συστημάτων ­ του κεφαλαιοποιητικού, που κυρίως αφορά τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, και του διανεμητικού, που ισχύει κυρίως στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης του Δημοσίου ­ είναι ποιος επωμίζεται τους μελλοντικούς κινδύνους: οι συνταξιούχοι ή οι εργαζόμενοι;


Στα ιδιωτικά συστήματα πληρώνεις συγκεκριμένο ποσοστό του εισοδήματός σου και η σύνταξη που θα πάρεις θα είναι το αποτέλεσμα της αξιοποίησης αυτών των χρημάτων. Ο κίνδυνος στο σύστημα αυτό είναι η χαμηλή απόδοση και άρα οι χαμηλές συντάξεις.


Στα δημόσια συστήματα, που είναι κυρίως διανεμητικά, η σύνταξη ορίζεται ως ποσοστό του μισθού κάποιας περιόδου της επαγγελματικής ζωής και η χρηματοδότησή της προσαρμόζεται αναλόγως. Ο κίνδυνος στην περίπτωση αυτή είναι η ανεπαρκής χρηματοδότηση (συνεχής αύξηση των εισφορών σημαίνει και μείωση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων) και άρα η δημιουργία μακροοικονομικών προβλημάτων ή ο εκ των υστέρων περιορισμός της σύνταξης.


Βεβαίως, στην πράξη τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Τα δημόσια συστήματα σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες είναι μεικτά προκειμένου να καλύψουν τα μειονεκτήματα του κάθε συστήματος με τα πλεονεκτήματα του άλλου. Δεν είναι τυχαίο ότι και τα μέτρα που πρότεινε πριν από δύο εβδομάδες το κυβερνών κόμμα στην Αγγλία εν όψει εκλογών οδηγούν σε ένα μεικτό σύστημα.


Σε κάθε περίπτωση, το βασικό πρόβλημα είναι το δημογραφικό. Το σύστημα χρηματοδότησης συντάξεων απλά αντιμετωπίζει το πρόβλημα αυτό ευκολότερα ή δυσκολότερα. Δεν μπορεί όμως να αλλάξει την ουσία του θέματος. Ετσι κι αλλιώς, το δημογραφικό έχει ευρύτερες επιπτώσεις που πρέπει να συνεκτιμηθούν:


α) Οδηγεί στη μείωση των δημόσιων εσόδων. Δημιουργεί επομένως προβλήματα χρηματοδότησης του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού.


β) Η αγορά εργασίας σκοντάφτει στην αύξηση της μέσης ηλικίας των εργαζομένων που μειώνει την απόδοση του κεφαλαίου.


γ) Αλλες δαπάνες εκτινάσσονται, όπως οι δαπάνες υγείας, ενώ άλλες περιορίζονται ριζικά, όπως οι δαπάνες εκπαίδευσης. Είναι πολύ πιθανόν η μείωση του αριθμού νέων νοικοκυριών να συμβαδίσει με μειώσεις του κόστους απόκτησης στέγης, πράγμα που οδηγεί σε μείωση της αξίας του επενδεδυμένου οικιστικού κεφαλαίου. Ευρωπαϊκή Επιτροπή Εμπρός για νέα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας


ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ για αλλαγή των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας καλούνται να καταβάλουν οι κυβερνήσεις των χωρών – μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Σε σχετική έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι στην κατάρτιση των νέων προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας θα πρέπει να ληφθούν υπόψη παράγοντες όπως οι νέες συνθήκες εργασίας των ευρωπαίων πολιτών, ο διαφορετικός ρόλος των ανδρών και των γυναικών καθώς και η γήρανση του πληθυσμού.


Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, επισημαίνεται στην έκθεση, πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τα νέα δεδομένα της αγοράς εργασίας και να λάβουν μέτρα για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Οπως, εξάλλου, οφείλουν να επαναπροσδιορίσουν τα συστήματα κοινωνικών επιδομάτων και να τα προσαρμόσουν στις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων. Τι αλλάζουν οι Βρετανοί


ΔΥΟ μήνες πριν από τις εκλογές και η κυβέρνηση της Βρετανίας δεν διστάζει να προβεί σε μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος. Μια πρόταση που χαρακτηρίστηκε από όλους ριζοσπαστική, αιφνιδιάζοντας και τον μεγάλο αντίπαλο, τους Εργατικούς, αφού καμία κυβέρνηση δεν παίρνει το ρίσκο για τέτοιες αλλαγές στο τέλος της θητείας της.


Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, οι νέοι εργαζόμενοι θα πληρώνουν όσο και οι ήδη εργαζομενοι και στον ίδιο ασφαλιστικό φορέα. Ο φορέας θα αποδίδει τα χρήματα αυτά σε Ταμεία που θα λειτουργούν με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα, δηλαδή ως ασφαλιστικές εταιρείες. Οποιος θέλει θα μπορεί να δίνει ακόμη μεγαλύτερες εισφορές στοχεύοντας σε ακόμη μεγαλύτερη σύνταξη.


Το σύστημα αυτό είναι μεικτό. Κεφαλαιοποιητικό, όπως στις ασφαλιστικές εταιρείες, στον βαθμό που η σύνταξη των ασφαλισμένων θα εξαρτάται από την απόδοση των χρημάτων τους. Αν όμως το κεφάλαιο δεν αποδώσει την κατώτατη σύνταξη, τότε αναλαμβάνει το κράτος να καλύψει τη διαφορά. Οσοι είναι ήδη συνταξιούχοι ή ασφαλισμένοι θα συνταξιοδοτηθούν με το παλαιό καθεστώς.


Ο ασφαλισμένος θα μπορεί να επιλέξει μεταξύ διαφόρων Ταμείων, την εποπτεία των οποίων θα έχει μια ειδική επιτροπή δημόσιου χαρακτήρα. Τα Ταμεία θα λειτουργούν ανταγωνιστικά προς τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες αφού πέραν των υποχρεωτικών εισφορών θα παρέχουν προαιρετική επιπλέον ασφάλιση σε όσους το επιθυμούν.


Στην παρατήρηση ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες που λειτουργούν με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα έχουν μεγάλο κόστος λειτουργίας, που κάποιες φορές φθάνει το 20%, η κυβέρνηση απαντά ότι το μεγαλύτερο ποσοστό αυτού του κόστους οφείλεται στη διαφήμιση, η οποία στην περίπτωση των Ταμείων θα είναι πολύ μικρή.


Σε σοβαρές παρεμβάσεις προχωρεί και η ιταλική κυβέρνηση, ενώ στο πρόσφατο συνέδριο του PDS βασικό θέμα συζήτησης ήταν οι μεταρρυθμίσεις στο κοινωνικό κράτος και ειδικότερα στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Το ιταλικό παράδειγμα δείχνει τον δρόμο στην Ελλάδα


ΣΤΙΣ διεθνείς μελέτες που αφορούν το μέλλον των ασφαλιστικών συστημάτων, μεταξύ των οποίων και αυτή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, σπάνια περιλαμβάνεται η Ελλάδα. Μπορεί όμως κάποιος να προβληματισθεί για τα μελλοντικά ασφαλιστικά προβλήματα της χώρας μας κάνοντας παραλληλισμούς με άλλες χώρες με τις οποίες υπάρχουν κοινά σημεία. Οπως και σε πολλά άλλα θέματα, η χώρα με τη μεγαλύτερη ομοιότητα στο Ασφαλιστικό είναι η Ιταλία. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα στοιχεία που αφορούν την Ιταλία, μπορούμε να διαβλέψουμε σε μεγάλο βαθμό τα προβλήματα του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος.


Οι κυριότερες ομοιότητες είναι:


* Το δημογραφικό πρόβλημα: το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών το 2000 θα είναι 17,1% στην Ελλάδα και 17,9% στην Ιταλία, ενώ το 2030 τα αντίστοιχα ποσοστά θα είναι 24,6% και 27,9%%.


* Η υψηλή αναλογία των δαπανών για συντάξεις στο εγχώριο προϊόν.


* Η πολυδιάσπαση των Ταμείων και οι σημαντικές κλαδικές διαφοροποιήσεις ως προς τα όρια ηλικίας και το ύψος των συντάξεων.


* Η χαμηλή μέση ηλικία συνταξιοδότησης, κυρίως μέσω ειδικών χαριστικών διατάξεων.


* Το υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης εισοδήματος (80% μέγιστο στην Ιταλία, 100% στην Ελλάδα ­ 80% κύρια και 20% επικουρική).


* Ο μεγάλος αριθμός των αυτοαπασχολουμένων.


* Η υψηλή εισφοροδιαφυγή.


* Οι κοινωνικοί πόροι, οι φόροι υπέρ τρίτων.


Υπάρχουν όμως και σημαντικές διαφορές:


* Η Ελλάδα έχει μεγαλύτερο αγροτικό τομέα.


* Η συμμετοχή γυναικών στην αγορά εργασίας είναι μικρότερη.


* Ο υψηλότερος αριθμός μεταναστών στην Ελλάδα.


* Κάποια μέτρα ελήφθησαν νωρίτερα στην Ελλάδα (πολλές από τις μεταρρυθμίσεις Ντίνι έγιναν στην Ελλάδα μεταξύ 1990 και 1992).


* Στην Ελλάδα υπάρχει και η ιδιαιτερότητα του εφάπαξ.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version