“Με ενδιαφέρει η διάρκεια, αλλά με αξιοπρέπεια”
Δεν τελείωσε το σχολείο. Δεν έβγαλε καμιά επίσημη σχολή θεάτρου. Παντρεύτηκε στα δεκαεπτά της για να χωρίσει δύο χρόνια μετά, αφού απέκτησε έναν γιο. Πέρασαν πολλά χρόνια για να αλλάξει την ταυτότητά της και να αντικαταστήσει το επάγγελμα από οικιακά σε ηθοποιός. Η ωραία της φωνή στάθηκε αφορμή να τη συστήσουν στον Κάρολο Κουν. Από ‘κεί και ύστερα τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Σήμερα η Ελένη Χατζηαργύρη είναι αναμφισβήτητα η μεγάλη κυρία του ελληνικού θεάτρου. Παρουσία επιβλητική, με μια πορεία στο θέατρο που θα ζήλευαν όλες οι συνάδελφοί της, δασκάλα εδώ και 35 χρόνια, με μια ξεχωριστή αγάπη για τους μαθητές της, παραμένει νέα στην ψυχή και έτοιμη ανά πάσα στιγμή για το σανίδι. Αλλά και για τη μικρή οθόνη όταν οι συνθήκες την ικανοποιούν. Οπως συνέβη εφέτος, που πρωταγωνιστεί στην καινούργια σειρά του Mega «Περί ανέμων και υδάτων» μαζί με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη, τον Θανάση Βέγγο και τον Σπύρο Παπαδόπουλο. Το πρώτο επεισόδιο θα προβληθεί την Πέμπτη το βράδυ στις 21.40.
Δέχθηκε την πρόταση να παίξει στη μικρή οθόνη γιατί της άρεσε πολύ το σενάριο της Κάκιας Ιγερινού, ενώ επιθυμούσε ιδιαίτερα να συνεργασθεί με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη. «Είμαστε δύο αδελφές πολύ διαφορετικές. Εκείνη πολύ σοβαρή, που πατά γερά στη γη και εγώ μια πρώην τραγουδίστρια της όπερας, που έχει μείνει με τα όνειρα του παρελθόντος και έχει αδυναμία στον Αλέν Ντελόν. Οπως κι εγώ» συμπληρώνει. «Είναι πολύ χαριτωμένο. Οι δύο αδελφές καβγαδίζουν ενώ ο νοικάρης που θα έρθει στο σπίτι, τον οποίο υποδύεται ο Θανάσης Βέγγος, θα επηρεάσει τα πράγματα. Πρώτη φορά δουλεύω με τον Βέγγο και ένα έχω να πω τόσο για εκείνον όσο και για τη γυναίκα του: είναι πλάσματα του Θεού». Ωστόσο η προηγούμενη εμπειρία της από την τηλεόραση κάθε άλλο παρά θετική θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί: ήταν στο «Γλυκόξινο κρασί», από όπου ουδέποτε πληρώθηκε. Το ‘χει φαίνεται το γυαλί, γιατί και για τη φετινή της δουλειά θα αρχίσει να πληρώνεται έξι μήνες μετά την προβολή του πρώτου επεισοδίου, δηλαδή τον Απρίλιο του 2001. «Τι κι αν αρχίσαμε γυρίσματα πριν από το καλοκαίρι; Θα πληρωθούμε μετά από έναν χρόνο δουλειάς. Αναρωτιέμαι πόσα άλλα επαγγέλματα λειτουργούν έτσι και αν στο εξωτερικό οι συνθήκες είναι αντίστοιχες» λέει, και περνάμε στη μεγάλη της αγάπη, το θέατρο.
Μου δείχνει χειρόγραφα της Παξινού από παράσταση του ’63. «Για να προετοιμαστώ για τον ρόλο της Ιούς και να κατεβώ στην Επίδαυρο η Παξινού μού έδωσε τετράδια ολόκληρα με σημειώσεις. Σήμερα πια δεν γίνονται έτσι τα πράγματα, δεν ενδιαφέρονται οι ηθοποιοί. Ξεκίνησα να διδάσκω από το ’64 γιατί ένιωσα την ανάγκη να δώσω στα νέα παιδιά όσα μου είχαν δώσει οι δάσκαλοί μου. Σήμερα διδάσκω στο Εθνικό και στου Κιμούλη». Προβληματίζεται όμως έντονα για τη σημερινή κατάσταση στο θέατρο καθώς παρατηρεί τη σταδιακή έκπτωσή του. «Εκεί που ελπίζεις, εκεί είναι που δεν βλέπεις φως» λέει, και αναφέρεται σε πρόσφατες παραστάσεις που κατέβηκαν το καλοκαίρι στην Επίδαυρο και την απογοήτευσαν οικτρά. «Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Ισως γιατί οι περισσότεροι που θέλουν να ανεβάσουν τραγωδία στην Επίδαυρο ή στο Ηρώδειο επιζητούν τη μεγάλη προβολή και δεν ξεκινούν από ειλικρινή πόθο. Τα μέσα που μεταχειρίζονται δεν είναι αγνά. Πιστεύω ότι και για τις αποφάσεις του ΕΟΤ μπαίνουν πολιτικά μέσα».
Οι σύγχρονες σειρήνες
Η ίδια πάντως πιστεύει πολύ στα νέα παιδιά κι ας παρασύρονται από τις σειρήνες τού σταρ σύστεμ: «Αν δεν υπήρχε η τηλεόραση να τους προβάλλει στα δελτία, στις εκπομπές, αν δεν υπήρχαν τα περιοδικά, δεν ξέρω πώς θα ήταν τα πράγματα. Διότι μόνο το θέατρο κρίνει τους ηθοποιούς. Κάπου τα έχουμε κι εμείς χαμένα. Πολλά από τα παιδιά στις σχολές είναι εξαιρετικά, είναι καλλιεργημένα, έχουν αγάπη και πόθο για το θέατρο. Εχουν καλλιέργεια ψυχής, αλλά απογοητεύονται από ό,τι βλέπουν. Παγιδεύονται γιατί η ζωή τούς σπρώχνει προς τα εκεί: πώς να βγάλουν περισσότερα χρήματα».
Θυμάται ότι στα δικά της χρόνια η επιτυχία του άλλου ήταν ο βασικότερος λόγος για να βελτιωθεί και η ίδια. Ηταν πολύ λιγότεροι τότε στο σινάφι, οι συνεργασίες ήταν εξαιρετικές, οι δικοί τους δάσκαλοι είχαν διάθεση να βοηθήσουν. «Πόσοι σκηνοθέτες, εκτός του Ευαγγελάτου, είναι σήμερα και καλοί δάσκαλοι; Και μη μου πείτε για τα εργαστήρια θεάτρου, γιατί τα περισσότερα είναι επιχειρήσεις. Αποτέλεσμα; Να έχουν τα παιδιά το όραμα της τηλεόρασης και όχι του θεάτρου». Επιμένει όμως να διδάσκει και να υπερασπίζεται τα παιδιά γιατί κατά βάθος πιστεύει ότι το καλό θα ξεχωρίσει. Οσο μπορεί να δώσει κάτι στο θέατρο, θέλει να παραμείνει. Το έχει ανάγκη. «Θυμώνω όταν ακούω συναδέλφους μου να δηλώνουν ότι πρέπει να φύγουμε. Οσο δεν είμαστε ούτε άρρωστοι ούτε χούφταλα γιατί να φύγουμε; Βλέπω ορισμένους να λένε ότι θα το εγκαταλείψουν και μετά επανέρχονται. Και αν το εγκαταλείψουμε, δηλαδή, τι έγινε».
Οι μεγάλοι δάσκαλοι
Με πρώτο δάσκαλό της τον Κάρολο Κουν η Ελένη Χατζηαργύρη έμαθε να δουλεύει διαφορετικά. Χρωστάει στη γυναίκα του συγγραφέα Μανώλη Σκουλούδη τη γνωριμία της με τον Κουν. «Πήγαινα τετάρτη γυμνασίου, ούτε έβλεπα θέατρο ούτε με ενδιέφερε. Μετά τις πρώτες τρεις μέρες κατάφερα να πω το όνομά μου στον Κουν. Με πίστεψε όμως και έτσι έμεινα εκεί. Ημουν πάντα δειλή». Από το ’41 ως το ’50 πηγαινοερχόταν στο Θέατρο Τέχνης. Επειτα άρχισαν οι συνεργασίες της με το Εθνικό, τον Μινωτή και την Παξινού. Ακολούθησαν ο Αλέξης Σολομός, ο Δημήτρης Ροντήρης, ο Σπύρος Ευαγγελάτος και οι άλλοι, όπως ο Βασίλης Παπαβασιλείου. «Ο Κουν με πάντρεψε, κι ας μη συμφωνούσε με την ιδέα του γάμου. Θυμάμαι, μου έκανε γαμήλιο δώρο ένα κοχύλι. Το έχω πάντα. Οπως όλοι, έτσι κι εγώ ήμουν γοητευμένη από τον Κουν. Θυμάμαι ένα χάδι στα μαλλιά μου κάθε που γυρίζαμε με τα πόδια στο σπίτι μέναμε και οι δυο στην Κυψέλη. Θυμάμαι που του άρεσε να περπατάμε στη βροχή. Στη δουλειά ήταν ένας άνθρωπος που δινόταν απόλυτα, δεν λογάριαζε ούτε φαγητό ούτε ύπνο. Μας έμαθε τον μη βεντετισμό, να μην επιδιώκουμε να γίνουμε γνωστοί πατώντας επί πτωμάτων, ήθελε να κάνουμε θέατρο συνόλου. Και κυρίως να κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας. Αυτό διατήρησε την ψυχή μου νεανική, με τον πόθο να καλυτερεύω τον εαυτό μου. Κι αυτό τού το οφείλω». Οπως κρατάει έντονα μέσα της τη μεγάλη λατρεία που ένωνε τον Αλέξη Μινωτή και την Κατίνα Παξινού. «Εδωσαν τόσα στο θέατρο» τονίζει για αυτό το ζευγάρι που το έζησε από πολύ κοντά, πολλά χρόνια.
Είχε την τύχη, λέει, να δουλέψει με τον Δημήτρη Χορν στις πιο κλασικές παραστάσεις του και απόλαυσε το σπάνιο ταλέντο του. Οπως είχε την τύχη, αναφέρει στη συνέχεια, να τη σκηνοθετήσει ο Δημήτρης Ροντήρης στην τελευταία του παράσταση, το 1981, στην «Ηλέκτρα»: «Μαζί του κατάλαβα τι θα πει γοητευτικός τύραννος. Οταν πήγαινα στην πρόβα ευχόμουν να πέσει ένα κεραμίδι στο κεφάλι μου και να μην προλάβω να φθάσω. Μόλις άρχιζε όμως μαγευόμουν κι εγώ όπως όλοι». Νιώθει τυχερή που συναντήθηκε μαζί τους όπως και με τον παλιότερο σήμερα φίλο της, τον Αλέξη Σολομό.
Για όλα όσα έκανε στο θέατρο η Ελένη Χατζηαργύρη δεν έχει κανένα απωθημένο. Αισθάνεται χορτάτη, κι ας μην έβγαλε λεφτά. Και πολύ τυχερή. Ισως από σεμνότητα αναφέρεται στην τύχη περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Παραδέχεται όμως την πολλή δουλειά που προσέφερε, δίχως διακοπές. «Δούλεψα πάρα πολύ και όσο γίνεται με έντιμους τρόπους. Δεν ξέρω αν με βοήθησαν ο χαρακτήρας, το μυαλό μου. Με λένε καλόν άνθρωπο, με καλή ψυχή. Θυμάμαι τον Γληνό που με αποκαλούσε “Χαζηαργύρη”. Εδειχνε και εξακολουθεί να δείχνει αυστηρή και σοβαρή. «Φταίνε και οι ρόλοι που έπαιξα. Αλλά και κάτι άλλο: έχω πολύ έντονα ανεπτυγμένη την αίσθηση του γελοίου. Με ενδιαφέρει η διάρκεια, αλλά με το κεφάλι ψηλά, με αξιοπρέπεια».
