Οι ελληνικές θέσεις
ΔΟΥΒΛΙΝΟ, Δεκέμβριος.
Στην παρέμβασή του στη σύνοδο κορυφής ο πρωθυπουργός κ. Κ. Σημίτης υπογράμμισε τη σημασία της διαδικασίας για την αναθεώρηση της Συνθήκης, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα αποδέχεται το σχέδιο ως μια καλή βάση για περαιτέρω συζήτηση. Επισήμανε ωστόσο ότι βρισκόμαστε στο μέσο των εργασιών της Διακυβερνητικής και ότι ως την επίτευξη της τελικής συμφωνίας καμία θέση δεν είναι δεσμευτική.
Στο πλαίσιο αυτό, το σχέδιο επιδέχεται βελτιώσεων: η έννοια της ευρωπαϊκής ιθαγένειας θα πρέπει να συμπεριλάβει κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα, ενώ θα πρέπει να θεσπιστούν αποτελεσματικοί μηχανισμοί προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Βασικό επίσης σημείο της ελληνικής άποψης είναι η ευρύτερη κοινοτικοποίηση της συνεργασίας σε θέματα του Τρίτου Πυλώνα (εσωτερικής ασφάλειας και δικαιοσύνης), ενώ εξίσου σημαντική είναι η υπενθύμιση ότι η εμβάθυνση της ΕΕ προϋποθέτει ενίσχυση της κοινοτικής δράσης στον τομέα της απασχόλησης.
Βασικό στοιχείο στην ίδια κατεύθυνση αποτελεί η ενίσχυση της εξωτερικής δράσης της Ενωσης και η σταδιακή ανάπτυξη της ευρωπαϊκής ταυτότητας άμυνας και ασφάλειας. Ο κ. Σημίτης ζήτησε τη συμπερίληψη στις αρχές που διέπουν την ΚΕΠΠΑ της διασφάλισης της εδαφικής ακεραιότητας της Ενωσης και της προστασίας των εξωτερικών της συνόρων. Οι σχέσεις της Ενωσης με τη ΔΕΕ θα πρέπει να ενισχυθούν σταδιακά. Η εξωτερική δράση της Ενωσης πρέπει να καταστεί αποτελεσματικότερη υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι το βήμα αυτό δεν θα οδηγεί σε καταστρατήγηση ζωτικών συμφερόντων των κρατών – μελών. Ο Πρωθυπουργός επισήμανε επίσης τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τόσο την πολιτική και ελεγκτική του λειτουργία όσο και τη λειτουργία του ως συννομοθέτη.
Αποδέχεται, τέλος, την αρχή της ενισχυμένης συνεργασίας («ευελιξία») τη μορφή αυτή της διαφοροποιημένης πορείας ολοκλήρωσης για κάθε κράτος – μέλος υπό την προϋπόθεση ότι θα αποτελεί την έσχατη κάθε φορά λύση, εφόσον έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες που παρέχει η κοινοτική μέθοδος συνεργασίας· επιπλέον δεν θα θίγεται η συνοχή της εσωτερικής και εξωτερικής δράσης της Ενωσης ούτε βεβαίως το κοινοτικό κεκτημένο και οι κοινοί στόχοι. Οι δεκατέσσερις εναντίον των σκληρών Γερμανών
ΤΙΠΟΤΕ στη συνάντηση κορυφής του Δουβλίνου δεν ήταν εύκολο. Ακόμη και οι υπουργοί Οικονομίας (Eco/Fin), που προηγήθηκαν, συνεδρίαζαν επί 11 ώρες χωρίς να μπορέσουν να καταλήξουν στο κρίσιμο συμπέρασμα για τα κριτήρια με τα οποία θα κρίνονται οι επιδόσεις όσων χωρών θα ξεκινήσουν τη δημιουργία του κοινού νομίσματος.
Το σύμφωνο σταθερότητας των προϋπολογισμών και ο «τεχνοκρατικά σκληρός» τρόπος με τον οποίο επιθυμούσαν οι Γερμανοί να διατυπώνονται οι σχετικοί όροι ήταν η αφορμή να στραφούν όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι εναντίον τους. Το σχέδιο επί του οποίου ξεκίνησε η συζήτηση αφορούσε τον προσδιορισμό του υπερβολικού ελλείμματος και των κυρώσεων που θα συνεπάγεται για τη χώρα που «ανέχεται» τη διατήρησή του. Η τελική συμφωνία όμως επιβεβαίωσε ότι η απόφαση ήταν πολιτικού χαρακτήρα.
Το σημαντικό πάντως για την ελληνική πλευρά είναι ότι μετά την πρώτη συζήτηση έγινε αποδεκτό πως οι χώρες που βρίσκονται αντιμέτωπες με ειδικές πολιτικές και οικονομικές περιστάσεις είναι λογικό να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο. Να τους επιτρέπεται δηλαδή μια περιορισμένη απόκλιση στο μέγεθος του δημόσιου ελλείμματος, για όσο διάστημα απαιτεί η επάνοδος στην απόλυτη ισορροπία του σχετικού κριτηρίου του Μάαστριχτ.
Αν αυτό ικανοποίησε την ελληνική πλευρά, δεν συνέβη το ίδιο και με τη γερμανική που δεν δέχεται εξαιρέσεις, ιδιαίτερα για όσες χώρες θα αποτελέσουν από την πρώτη στιγμή μέλη της ζώνης του εύρου. «Είναι σκληρή διαπραγμάτευση. Δεν είναι απλώς ζήτημα αριθμών», είπε χαρακτηριστικά ο φινλανδός πρωθυπουργός Πάαβο Λιπόνεν. Ο ιρλανδός πρωθυπουργός Τζον Μπρούτον παρέμεινε πάντως αισιόδοξος για την εξεύρεση λύσης. Από την πρώτη στιγμή φάνηκε ότι μπορούσε να βρεθεί συμβιβασμός, ο οποίος θα στηρίζεται πάντως στην αποδοχή ενός μηχανισμού κυρώσεων που δεν θα χαρακτηρίζεται από «αυτοματισμούς» και «προκαθορισμένα ποσοστά». Αντίθετα δηλαδή με τα όσα έντονα υποστήριξε η Γερμανία. Το σχέδιο της τελευταίας προέβλεπε ότι τα πρόστιμα πρέπει να επιβάλλονται αυτόματα σε βάρος των κρατών – μελών της ζώνης του εύρου των οποίων τα ελλείμματα θα υπερβαίνουν το όριο του 3% του ΑΕΠ τους (που τίθεται ως κριτήριο από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ). Αντίθετα τόσο η Γαλλία όσο και η Ισπανία υποστήριξαν ότι πριν από την κύρωση θα πρέπει να προηγείται πολιτική απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών.
Με το ίδιο σκεπτικό προβλέπεται ότι, κατ’εξαίρεση, δεν θα επιβάλλονται κυρώσεις όταν η αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος οφείλεται είτε σε εξαιρετικά σημαντική συρρίκνωση της οικονομίας ενός κράτους – μέλους μεγαλύτερη του 1,5% του ΑΕΠ, όπως προτείνουν οι Γερμανοί είτε σε «ασυνήθιστο γεγονός ανεξάρτητο της θέλησης του κράτους που εμφανίζει διόγκωση του ελλείμματος και το οποίο έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις». Το όριο εξαιρετικής συρρίκνωσης της οικονομίας ώστε να δικαιολογείται εξαίρεση από τον κανόνα που προτείνει η Γαλλία είναι 0,75%. Η απόσταση μεταξύ των προτάσεων Γαλλίας και Γερμανίας ήταν πρόδηλη.
Κοινοτικοί διπλωμάτες αναφέρουν πάντως ότι σε κάθε περίπτωση ακόμη και στην περίπτωση επίκλησης «ασυνήθιστου γεγονότος» ως εξαιρετικής περίστασης το «ασυνήθιστο γεγονός» δύσκολα θα αποδεικνύεται όταν η οικονομική ύφεση δεν είναι σημαντική, δηλαδή τουλάχιστον μεγαλύτερη από 0,75% του ΑΕΠ. Η γερμανική επιδίωξη ήταν να ελαχιστοποιηθεί το διάστημα εντός του οποίου θα συζητείται ουσιαστικά η κάθε περίπτωση στο Συμβούλιο, όσον αφορά την επιβολή ή μη των εν λόγω κυρώσεων.
