ΕΙΣΟΔΗΜΑ από εμπορικές επιχειρήσεις είναι το κέρδος που αποκτάται από ατομική ή εταιρική επιχείρηση, εμπορική, βιοτεχνική, βιομηχανική ή από την άσκηση οποιουδήποτε κερδοσκοπικού επαγγέλματος, το οποίο δεν υπάγεται στα ελευθέρια. Ο προσδιορισμός του καθαρού εισοδήματος από εμπορικές επιχειρήσεις γίνεται με τρεις τρόπους: τον λογιστικό, τον εξωλογιστικό και τον ειδικό τρόπο που θεσπίστηκε προσφάτως.
Ο λογιστικός προσδιορισμός του καθαρού εισοδήματος των εμπορικών επιχειρήσεων προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 2238/1994. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων που τηρούν επαρκή και ακριβή βιβλία και στοιχεία Γ’ κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων καθώς και των επιχειρήσεων που τηρούν επαρκή και ακριβή βιβλία και στοιχεία Β’ κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, εφόσον αυτές παρέχουν αποκλειστικά υπηρεσίες και στερούνται αξιόλογων αποθεμάτων κατά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου, εξευρίσκεται λογιστικώς με έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα ορισμένων δαπανών. Οι δαπάνες όπου αφαιρούνται από τα ακαθάριστα έσοδα αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 31.
Συμπερασματικά, λογιστικό προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος έχουμε για τις επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία Γ’ κατηγορίας και για τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών που τηρούν Β´ κατηγορίας βιβλία, εφόσον αυτές κατά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου στερούνται αξιόλογων αποθεμάτων.
Εξωλογιστικός προσδιορισμός του καθαρού εισοδήματος
Δεύτερος τρόπος προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος των εμπορικών επιχειρήσεων είναι ο εξωλογιστικός, τον οποίο προβλέπει το άρθρο 32 του Ν. 2238/1994. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία και στοιχεία Α’ ή Β’ κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων καθώς και των επιχειρήσεων που δεν τηρούν βιβλία και στοιχεία ή τηρούν βιβλία και στοιχεία κατώτερης κατηγορίας της προσήκουσας ή τηρούν ανακριβή ή ανεπαρκή βιβλία και στοιχεία και στην τελευταία αυτή περίπτωση η ανεπάρκεια καθιστά αδύνατη τη διενέργεια των ελεγκτικών επαληθεύσεων, προσδιορίζεται εξωλογιστικώς με πολλαπλασιασμό των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης επί ειδικούς, κατά γενικές κατηγορίες επιχειρήσεων, συντελεστές καθαρού κέρδους.
Σε αυτά τα ακαθάριστα έσοδα δεν συμπεριλαμβάνονται τα ακόλουθα ποσά εσόδων:
* Οι τόκοι από συναλλακτικές πράξεις, με εξαίρεση τους τόκους που αποτελούν εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις.
* Η αυτόματη υπερτίμηση κεφαλαίου της επιχείρησης.
* Τα ποσά που έχουν εισπραχθεί από επισφαλείς απαιτήσεις που έχουν αποσβεστεί, εφόσον είχαν γίνει δεκτές από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισμό του φορολογούμενου εισοδήματος.
* Τα ποσά που έχουν εισπραχθεί από φόρους, τέλη και εισφορές της επιχείρησης εφόσον είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως και είχαν γίνει δεκτά από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισμό του φορολογούμενου εισοδήματος.
Τα πιο πάνω ποσά προστίθενται στο καθαρό κέρδος της επιχείρησης το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή του συντελεστή καθαρού κέρδους.
Για κάθε κατηγορία επιχειρήσεων προβλέπεται ένας μοναδικός συντελεστής καθαρού κέρδους ο οποίος εφαρμόζεται στα ακαθάριστα έσοδα. Οι μοναδικοί συντελεστές καθαρού κέρδους περιλαμβάνονται σε ειδικό πίνακα, ο οποίος καταρτίζεται με αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο συντελεστής καθαρού κέρδους που εφαρμόζεται στα ακαθάριστα έσοδα δεν μπορεί να είναι ανώτερος από τα 3/5 του συντελεστή μεικτού κέρδους που έχει καθορίσει το υπουργείο Εμπορίου. Οταν το υπουργείο Εμπορίου, αντί για συντελεστές μεικτού κέρδους, έχει καθορίσει συντελεστές καθαρού κέρδους, δεν εφαρμόζονται οι συντελεστές καθαρού κέρδους του πίνακα αλλά οι συντελεστές καθαρού κέρδους του υπουργείου Εμπορίου.
Για τις επιχειρήσεις των οποίων το καθαρό εισόδημα προσδιορίζεται λογιστικώς, όταν τα καθαρά κέρδη τους προσδιορίζονται εξωλογιστικώς λόγω ανακρίβειας, συντελεστής καθαρού κέρδους λαμβάνεται αυτός που προκύπτει από τον λογιστικό προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματός τους εφόσον είναι μεγαλύτερος από τον οικείο συντελεστή του πίνακα. Ο συντελεστής που προσδιορίζεται με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να είναι ανώτερος από το διπλάσιο του οικείου συντελεστή του πίνακα. Σε κάθε περίπτωση ο συντελεστής καθαρού κέρδους δεν μπορεί να είναι ανώτερος του 85%.
Ειδικός προσδιορισμός του καθαρού εισοδήματος
Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 33, για τις επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία και στοιχεία Β’ κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, το καθαρό εισόδημά τους, που προσδιορίζεται εξωλογιστικώς, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το καθαρό εισόδημα που εξευρίσκεται λογιστικώς με την έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά τους των εξόδων. Στην περίπτωση αυτή, όταν δεν διενεργήθηκε απογραφή ή δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ως απογραφή λήξης της διαχειριστικής περιόδου λαμβάνεται ποσοστό 10% επί των αγορών της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου. Αν προαιρετικά έχει συνταχθεί απογραφή έναρξης και λήξης, για τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα αυτών, με την προϋπόθεση ότι θα συνεχισθεί η σύνταξη των απογραφών για μια τριετία από τη σύνταξη της πρώτης προαιρετικής απογραφής λήξης. Αν δεν τηρηθεί η υποχρέωση αυτή, επιβάλλονται οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων κυρώσεις για τη μη σύνταξη απογραφής.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία Β’ κατηγορίας προσδιορίζεται με δύο τρόπους ταυτόχρονα: τον λογιστικό και τον εξωλογιστικό. Το μεγαλύτερο καθαρό εισόδημα που θα προκύψει από την ταυτόχρονη εφαρμογή των δύο τρόπων θα υπαχθεί σε φόρο.
Οσοι το 2002 απέκτησαν εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις θα συμπληρώσουν τις ενδείξεις 401-426.
Πριν από τη συμπλήρωση των ενδείξεων αυτών θα πρέπει να έχουν συμπληρωθεί οι ενδείξεις του εντύπου Ε3.
Οσοι απέκτησαν κέρδη από την άσκηση ατομικής επιχείρησης θα τα αναγράψουν στις ενδείξεις 401-402, ενώ το ποσόν των ακαθαρίστων εσόδων θα αναγραφεί στις ενδείξεις 425-426. Αν το 2002 πραγματοποίησαν ζημιά, το ποσόν αυτής θα το αναγράψουν στις ενδείξεις 413-414, γράφοντας ταυτόχρονα στις ενδείξεις 425-426 και το ποσόν των ακαθαρίστων εσόδων. Η ζημιά των προηγουμένων ετών, αν υπάρχει, θα αναγραφεί στις ενδείξεις 415-416. Αν είστε ομόρρυθμος εταίρος ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας ή διαχειριστής εταίρος ΕΠΕ και δικαιούστε επιχειρηματική αμοιβή, θα αναγράψετε το ποσόν αυτής της αμοιβής στις ενδείξεις 403-404 του πίνακα. Η επιχειρηματική αμοιβή θα είναι ίση με το ποσοστό συμμετοχής σας στην εταιρεία επί το 50% των καθαρών κερδών της εταιρείας.
Σε αυτή την περίπτωση το υπουργείο Οικονομικών απαιτεί να επισυνάψετε στη δήλωση μια κατάσταση την οποία θα συντάξετε σε ένα απλό χαρτί και η οποία θα αναφέρει την επωνυμία και τη νομική μορφή της εταιρείας, την αρμόδια Εφορία, τα καθαρά κέρδη της εταιρείας, το ποσόν που προκύπτει αν αυτά τα κέρδη πολλαπλασιασθούν με το 50%, το ποσοστό συμμετοχής σας στην εταιρεία και την επιχειρηματική αμοιβή που προκύπτει με βάση αυτά τα δεδομένα.
Τις ενδείξεις 405-406 θα συμπληρώσουν όσοι αποκτούν καθαρά κέρδη από συμμετοχή σε κοινωνίες αστικού δικαίου που εκμεταλλεύονται ως δύο αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης ή καθαρά κέρδη από συμμετοχή σε ΟΕ ή ΕΕ ή αστική εταιρεία ή κοινοπραξία που εκμεταλλεύεται ένα αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης ή κέρδη από εταιρείες συστεγασμένων φαρμακείων στις οποίες συμμετέχουν αποκλειστικά φαρμακοποιοί.
Στις ενδείξεις 407-408 θα γραφεί το υπερτίμημα από την πώληση αυτοκινήτου ως εμπορεύματος. Το ποσόν του υπερτιμήματος θα γραφεί στις ενδείξεις αυτές εφόσον θέλετε αυτό να φορολογηθεί με την κλίμακα φόρου.
Αν συμπληρωθούν οι ενδείξεις αυτές, θα πρέπει στις ενδείξεις 607-608 του πίνακα 9 να γραφεί ο φόρος που έχει καταβληθεί ή βεβαιωθεί με τη δήλωση φόρου υπερτιμήματος που έχετε υποβάλει.
