Τo έπος ενός παραχαράκτη

Η υπόθεση του Χαν φαν Μέιχερεν, θρασύτατου σύγχρονου παραχαράκτη των μεγάλων κλασικών, είναι ουσιαστικά ένα πολύχρωμο καλειδοσκόπιο μέσα από το οποίο παρελαύνουν γνωστοί αφελείς εξαπατημένοι, με μια πολύκροτη δίκη στο τέλος, όπως χαρακτηριστικά έγραψε το περιοδικό Τhe Νew Υorker, στο τεύχος της 28ης Οκτωβρίου, παρουσιάζοντας τα δύο βιβλία για τον ολλανδό πλαστογράφο. Εχει όμως και τη σοβαρή πλευρά του το θέμα. Μετά τον θάνατό του το 1947 ο Φαν Μέιχερεν έγινε σημείο αναφοράς σε κάθε φιλοσοφική συζήτηση για τα όρια ανάμεσα στο αληθινό και στο ψευδές έργο τέχνης- ζήτημα εκ των πραγμάτων στενόχωρο για τους λάτρεις της τέχνης.

Τo έπος ενός παραχαράκτη

Η υπόθεση του Χαν φαν Μέιχερεν, θρασύτατου σύγχρονου παραχαράκτη των μεγάλων κλασικών, είναι ουσιαστικά ένα πολύχρωμο καλειδοσκόπιο μέσα από το οποίο παρελαύνουν γνωστοί αφελείς εξαπατημένοι, με μια πολύκροτη δίκη στο τέλος, όπως χαρακτηριστικά έγραψε το περιοδικό Τhe Νew Υorker, στο τεύχος της 28ης Οκτωβρίου, παρουσιάζοντας τα δύο βιβλία για τον ολλανδό πλαστογράφο.

Εχει όμως και τη σοβαρή πλευρά του το θέμα. Μετά τον θάνατό του το 1947 ο Φαν Μέιχερεν έγινε σημείο αναφοράς σε κάθε φιλοσοφική συζήτηση για τα όρια ανάμεσα στο αληθινό και στο ψευδές έργο τέχνης- ζήτημα εκ των πραγμάτων στενόχωρο για τους λάτρεις της τέχνης. Κακά τα ψέματα: το τι πιστεύουμε για ένα έργο επηρεάζει τον αντίκτυπο που έχει πάνω μας. Και ο Βαν Μέιχερεν τους είχε εξαπατήσει ουκ ολίγες φορές. Εγινε ο πιο αυθεντικός από τους παραχαράκτες όταν αποφάσισε το 1936 να αφήσει κατά μέρος τις έξυπνες απλές αντιγραφές- κυρίως έργων του Γιοχάνες Βερμέερ- και να δημιουργήσει παράφορα ακατάτακτα έργα τα οποία εξελήφθησαν ως χαμένα κομμάτια κάποιας άγνωστης φάσης στο έργο του καλλιτέχνη. Για καλή τύχη του παραχαράκτη το έργο του Βερμέερ ήταν ανομοιόμορφο-, ούτως ή άλλως. Σήμερα υπάρχουν μόνο 35 αδιαμφισβήτητα έργα του Βερμέερ και, σαν ένα πρόσθετο αβαντάζ, κάποιοι από τους πίνακες αυτούς δεν είναι και τόσο καλοί.

Η ευφυΐα και η μαστοριά
Η επίδειξη ισχύος του Φαν Μέιχερεν ήταν άθλοι ευφυΐας μάλλον παρά μαστοριάς. Ηξερε ποιον έπρεπε να εξαπατήσει πρώτον: έναν ογδοντατριάχρονο ονόματι Αμπραχαμ Μπρέντιους, τέρας ματαιοδοξίας, ο οποίος είχε κατακτήσει ρεκόρ επιτυχιών στην επικύρωση νεοανακαλυφθέντων έργων του Βερμέερ. Το 1937, στη βρετανική επιθεώρηση Τέχνης Τhe Βurlington Μagazine, ο Μπρέντιους δήλωσε ότι το «Δείπνο στους Εμμαούς», ήτοι το πρώτο στη σειρά των όψιμων «μαϊμούδων» του Φαν Μέιχερεν, ήταν «το απόλυτο αριστούργημα του Γιοχάνες Βερμέερ από το Ντελφτ». Και εκλεκτοί ολλανδοί ειδικοί έσπευσαν να εξασφαλίσουν ότι δεν θα πωληθεί ο εθνικός θησαυρός στο εξωτερικό. Ο απίστευτα ζοφερός πίνακας βρίσκεται ακόμη αναρτημένος, ως ιστορικό παραδοξολόγημα πλέον, στο Μουσείο Βoymans του Ρότερνταμ, το οποίο τον αγόρασε το 1937. Χρειάστηκε να αποκαλύψει την αλήθεια ο ίδιος ο Φαν Μέιχερεν όταν το 1945 κινδύνεψε να βρεθεί με τη θηλιά του δημίου στον λαιμό του.

Δύο νέα βιβλία διατρέχουν τώρα το έπος του Φαν Μέιχερεν, το πρώτο σε εύθυμο τόνο, με διασκεδαστικές παρεκβάσεις στους κομπάρσους της υπόθεσης και στα μυστικά της παραχάραξης έργων τέχνης, το δεύτερο μελετημένο σε απροσδόκητο βάθος. Στο βιβλίο του Ντόλνικ, λόγου χάριν, μεγαλοποιούνται χορταστικά τυχαία περιστατικά όπως ότι μεταξύ των θυμάτων του παραχαράκτη ήταν ο εξπέρ της τέχνης και αξιωματούχος του Γ Δ Ράιχ Χέρμαν Γκέρινγκ, ο οποίος το 1943 αντάλλαξε εκατόν τριάντα επτά πίνακες της ιδιωτικής παράνομα αποκτημένης συλλογής του με έναν Βερμέερ- α λα Φαν Μέιχερεν. Το γεγονός ότι ο Φαν Μέιχερεν κατάφερε να κοροϊδέψει τον Γκέρινγκ, μέτρησε στη δική του δίκη αργότερα και τον βοήθησε όχι μόνο να γλιτώσει από τις κατηγορίες για συνέργεια με τους Γερμανούς αλλά και να ανακηρυχθεί εθνικός ήρωας. Ο Λόπεζ δείχνει πώς θάφτηκαν οι ιδιαίτερες σχέσεις του παραχαράκτη με το καθεστώς της Κατοχής με μια μόνο ερώτηση: αν πούλησε στον Γκέρινγκ έναν εθνικό θησαυρό (οπότε αντιμετώπιζε πιθανή θανατική ποινή) ή ένα άχρηστο αντίγραφο. Στις αρχές του 1947 μια δημοσκόπηση σε εφημερίδα θα αναδείκνυε τον Φαν Μέιχερεν δεύτερο πιο δημοφιλές πρόσωπο στην Ολλανδία μετά τον νεοεκλεγμένο πρωθυπουργό της χώρας.

Ο Φαν Μέιχερεν γεννήθηκε το 1889 στην πόλη Ντέβεντερ, και ήταν το τρίτο από τα πέντε παιδιά μιας μεσοαστικής καθολικής οικογένειας. Το 1907 ο πατέρας του, διευθυντής σχολείου, τον έστειλε στο Ντελφτ, την πόλη του Βερμέερ, να σπουδάσει αρχιτεκτονική. Ο ανάξιος γιος προτίμησε να σχεδιάζει και να ζωγραφίζει. Το 1911 άφησε έγκυο την κοπέλα του, μια προτεστάντισσα, με την οποία παντρεύτηκαν και σύντομα απέκτησαν και δεύτερο παιδί. Εργάστηκε ως βοηθός δασκάλου στο σχέδιο (τη μόνη σταθερή δουλειά που έκανε ποτέ) ως το 1917, οπότε θα μετακόμιζε οικογενειακώς στην «πόλη του ωραίου παραλογισμού» όπως χαρακτηριζόταν εκείνη την εποχή η Χάγη, με το ανάκτορο της βασιλικής οικογενείας και ολόγυρα μια φανταχτερή ατμόσφαιρα για τους πλούσιους αργόσχολους. Εκεί θα αυτοσυστηνόταν ως καλλιτέχνης. Εγκληματική δραστηριότητα

«Δείπνο στους Εμμαούς».Το έργο του Μέιχερεν αγοράστηκε το 1938 από το Μουσείο Βoymans του Ρότερνταμ ως άγνωστο αριστούργημα του Βερμέερ.Το 1945 εκτέθηκε ως πλαστό

Η πρώτη του νόμιμη έκθεση ζωγραφικής στη Χάγη το 1917 έδρεψε θερμές κριτικές. Η δεύτερη, πέντε χρόνια αργότερα, με έργα θρησκευτικού χαρακτήρα πούλησε καλά, αλλά προκάλεσε αποτροπιασμό στους κριτικούς για τη δολερή ευσέβεια των έργων. Ο Φαν Μέιχερεν προέκυψε, εκτός των άλλων, μελετητής των ιερών κειμένων. Και οι γνώστες του αντικειμένου τον ενέταξαν ταχύτατα στην πυκνοκατοικημένη περιοχή των πρώην πολλά υποσχομένων. Θα αποκάλυπτε ο ίδιος στη δημόσια απολογία του το 1945: «Εξαιτίας της γλίσχρας κριτικής υποδοχής του έργου μου ένιωσα αγωνία και κατάθλιψη και έτσι αποφάσισα, εκείνη τη μοιραία μέρα, να εκδικηθώ τους κριτικούς της τέχνης κάνοντας κάτι πρωτόγνωρο στα μάτια του κόσμου όλων των εποχών». Αυτά όμως ήταν μπαρούφες, διότι απλούστατα αυτό το «κάτι» στο οποίο αναφερόταν- η εφεύρεση ενός Βερμέερ νέου ύφους- ήταν μάλλον το τελευταίο κεφάλαιο μιας άγνωστης ως εκείνη τη μέρα εγκληματικής δραστηριότητας. Ο Λόπεζ επιβεβαιώνει ότι ο Μέιχερεν ήταν μπλεγμένος σε βρωμοδουλειές πολύ προτού καταρρεύσει η καλλιτεχνική του υπόληψη. Μάλιστα θεωρεί βάσιμα ότι η παραχάραξη αφάνισε τη δημιουργικότητα του καλλιτέχνη. Ο Λόπεζ τοποθετεί τη μύηση του Μέιχερεν στον υπόκοσμο των απατεώνων της τέχνης στη Χάγη το 1920 το αργότερο. Μέντοράς του ήταν ο έμπορος και ζωγράφος Τεό φαν Βίνγκααρντεν, ο οποίος με τη σειρά του είχε μαθητεύσει στη στρεψοδικία δίπλα σε έναν τιτάνα, τον Λίο Νάρντους. Ο τελευταίος υπερχρέωνε αμερικανούς εκατομμυριούχους με αναρίθμητα παλιά αντίγραφα, φρέσκες απομιμήσεις και διάσημες κακοτεχνίες γνωστών καλλιτεχνών ως το 1908, οπότε μια ομάδα προσκεκλημένων ειδικών στο σπίτι του ενός εκ των εξαπατηθέντων εκτίμησε ότι η συλλογή του άξιζε περίπου το πέντε τοις εκατό των χρημάτων που ο Νάρντους είχε εισπράξει. Ο Φαν Βίνγκααρντεν με τη σειρά του διατηρούσε ένα δίκτυο συνενόχων τοποθετημένων στις κατάλληλες θέσεις, από το Λονδίνο ως το Βερολίνο, οι οποίοι διοχέτευαν τα αντίγραφα στο δίκτυο της νόμιμης αγοράς έργων τέχνης. Του έλειπε μόνο ένας ζωγράφος υψηλής ποιότητας για τη δουλειά. Ο ίδιος ζωγράφιζε, αλλά όχι τόσο καλά. Χρειαζόταν έναν πεπειραμένο προστατευόμενο και τον βρήκε έτοιμο στο πρόσωπο του Φαν Μέιχερεν.

Ο αιφνίδιος πλουτισμός
Λίγο μετά την έλευσή του στη Χάγη ο Φαν Μέιχερεν παραπέταξε γυναίκα και παιδιά και περιμάζεψε την άσωτη Γιοχάννα ντε Μπόερ, ηθοποιό και σύζυγο ενός φίλου του. Αυτή θα γινόταν η εύχαρις σύντροφός του για μια ζωή και το 1928, η δεύτερη γυναίκα του. Προφανώς δεν έδινε σημασία στην παρατραβηγμένη ελευθεριάζουσα συμπεριφορά του ανδρός της, ούτε στον αλκοολισμό του που είχε ξεφύγει από κάθε μέτρο στην αρχή της δεκαετίας του 1930. Στη διάρκεια του πολέμου ο Μέιχερεν διατηρούσε και δεύτερο σπίτι στο Αμστερνταμ για τα πάρτι του, και εκεί λέγεται ότι οι πόρνες άρπαζαν φεύγοντας κοσμήματα από ένα ανοιχτό χρηματοκιβώτιο κατόπιν προτροπής του οικοδεσπότη. Η Γιοχάννα δεν ρωτούσε τίποτα, παρ΄ ότι και μόνο ο αμύθητος ξαφνικός πλούτος του άνδρα της μιλούσε από μόνος του. Μετά το 1932 το ζευγάρι κατοικούσε σε σπίτια στη Γαλλική Ριβιέρα, όπου ο Φαν Μέιχερεν μπορούσε πιο εύκολα να αποφύγει την ανάκριση για την περιουσία του.

Στη δεκαετία του 1930 το πρόβλημά του δεν ήταν πια να ζωγραφίζει καινούργιους Βερμέερ αλλά να τους διακινεί. Εχοντας χάσει επαφή με τους διασκορπισμένους συνενόχους του, ανέλαβε ο ίδιος να εξαπατά αθώα κορόιδα, περιλαμβανομένων και μελών του Κοινοβουλίου και δριμύτατων κριτικών του ναζισμού. Είναι απορίας άξιον πώς τα κατάφερνε, τη στιγμή κατά την οποία ο ίδιος ήταν εκτός των άλλων πανούργος ακροδεξιός. Στη δίκη του το 1945 για την υπόθεση της παραχάραξης έργων όλες οι ενδείξεις για στενές σχέσεις του Μέιχερεν με τους ναζιστές περίπου αγνοήθηκαν. Ζωγράφιζε πίνακες του Βερμέερ μόνο για αυτοεπιβεβαίωση, δήλωσε ο Φαν Μέιχερεν στο δικαστήριο. «Παραδέχεστε τουλάχιστον ότι υπερχρεώνατε αυτούς τους πίνακες;» ρώτησε ο δικαστής. Και η απάντηση του Φαν Μέιχερεν άφησε τους πάντες άφωνους: «Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Αν τους πουλούσα σε χαμηλότερη τιμή, θα φαίνονταν ότι είναι “μαϊμούδες”».

Καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός χρόνου και δέσμευση της περιουσίας του. Πέθανε δύο μήνες αργότερα από καρδιακή προσβολή. Ηταν πενήντα οκτώ ετών, «ένας αληθινά εξαίρετος απατεώνας» κατά τον Λόπεζ.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version