«Κύριοι! Δεν μπορείτε να τσακώνεστε εδώ μέσα! Αυτό είναι το Δωμάτιο Πολέμου!» λέει ο αμερικανός πρόεδρος στην αριστουργηματική ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ «Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb» (SOS Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα, 1964). Εξήντα χρόνια αργότερα, η ίδια φράση θα μπορούσε παραλλαγμένη να περιγράψει το δόγμα της πυρηνικής αποτροπής, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί από τις εννέα χώρες που διαθέτουν το όπλο που είναι συνυφασμένο ταυτόχρονα με τις έννοιες της απόλυτης καταστροφής και της στρατηγικής διαπραγμάτευσης.
Η πυρηνική αποτροπή, σύμφωνα με το Modern War Institute του West Point (της Στρατιωτικής Ακαδημίας των ΗΠΑ), βασίζεται στο δόγμα της «αμοιβαία εξασφαλισμένης καταστροφής», καθιστώντας το κόστος μιας επίθεσης μεγαλύτερο από οποιοδήποτε πιθανό όφελος. Δύο εξελίξεις των τελευταίων ημερών επαναφέρουν το πυρηνικό ζήτημα γενικά και το συγκεκριμένο στρατηγικό δόγμα ειδικά στην επιφάνεια.
Ο Μακρόν και η Συνθήκη
Η πρώτη αφορά την αναθεώρηση του γαλλικού πυρηνικού δόγματος από τον Εμανουέλ Μακρόν. Από τη στρατιωτική βάση της Ιλ Λονγκ, το κύριο ναυτικό πυρηνικό κέντρο της Γαλλίας, ο γάλλος πρόεδρος έστειλε σαφές μήνυμα τον Μάρτιο για την ενίσχυση της πυρηνικής αποτρεπτικής ικανότητας της Ευρώπης, ανακοινώνοντας τον κοινό συντονισμό Γαλλίας και Ηνωμένου Βασιλείου, των δύο ευρωπαϊκών κρατών (εκτός της Ρωσίας) που διαθέτουν πυρηνικά όπλα.
Η δεύτερη αφορά το αδιέξοδο στο οποίο κατέληξαν προ ημερών οι συνομιλίες για την επικαιροποίηση της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών (TNP), που τέθηκε σε ισχύ το 1970. Η εφαρμοστική ισχύ της συνθήκης δεν κινδυνεύει, αφού παρατάθηκε επ’ αόριστον το 1995, με τη σύμφωνη γνώμη 175 εθνικών αντιπροσωπειών. Η Ινδία, το Πακιστάν και το Ισραήλ δεν έχουν υπογράψει τη συμφωνία, ενώ η Βόρεια Κορέα, που αρχικά συνυπέγραψε, αποχώρησε το 2003 – και οι τέσσερις αυτές χώρες είναι πυρηνικές δυνάμεις.
Το 90% σε ΗΠΑ και Ρωσία
Στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI) δείχνουν ότι ΗΠΑ και Ρωσία κατέχουν περίπου το 90% των πυρηνικών όπλων, ήτοι συνολικά 10.500 πυρηνικές κεφαλές. Για την παραγωγή εκρηκτικής ύλης σε πυρηνικά όπλα απαιτείται ουράνιο ή πλουτώνιο. Το πλουτώνιο θεωρείται πιο εύχρηστο αφού για μια βόμβα απαιτείται η μισή μάζα σε σχέση με το ουράνιο. Στον αντίποδα, το ουράνιο είναι πιο εύκολο στη διάθεσή του, καθώς υπάρχει ελεύθερο στη φύση.
Στο επιχειρησιακό πεδίο, πέντε χώρες (ΗΠΑ, Ρωσία, Ινδία, Πακιστάν, Κίνα) διαθέτουν σήμερα πλήρη «πυρηνική τριάδα», δηλαδή την ικανότητα να εκτοξεύσουν πυρηνικά όπλα από ξηράς, από θαλάσσης και από αέρος. Η Γαλλία είναι σε καθεστώς δυάδας (υποβρύχια SSBN και μαχητικά αεροσκάφη Rafale), το Ηνωμένο Βασίλειο λειτουργεί μόνο από θάλασσα, ενώ Ισραήλ και Βόρεια Κορέα εικάζεται ότι είναι σε καθεστώς δυάδας.
Τα τέσσερα πιθανά πεδία
Μέχρι σήμερα, όποτε δύο εμπλεκόμενες πυρηνικές δυνάμεις έφτασαν κοντά στην πιθανότητα σύγκρουσης, η αποτροπή λειτούργησε. Το εύλογο ερώτημα είναι κατά πόσο η λογική της αποτροπής θα συνεχίσει να λειτουργεί. Ειδικοί στην πυρηνική στρατηγική και δεξαμενές σκέψης καταγράφουν τέσσερα πεδία πιθανής πυρηνικής σύγκρουσης: ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας, το πάντα «θερμό» μέτωπο Ινδίας – Πακιστάν, η Βόρεια Κορέα και η σύρραξη ανάμεσα στον συνασπισμό ΗΠΑ – Ισραήλ και το Ιράν.
Στην περίπτωση της Ουκρανίας, και παρά τη στήριξη που παρείχε εξαρχής ο δυτικός συνασπισμός στο Κίεβο, μεσολάβησαν σχεδόν τρία χρόνια μέχρι ο Λευκός Οίκος να επιτρέψει στους Ουκρανούς τη χρήση αμερικανικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς με στόχο το εσωτερικό της Ρωσίας. Ο λόγος που εν πολλοίς εξηγούσε την καθυστέρηση δεν ήταν άλλος από τις προειδοποιήσεις του Κρεμλίνου ότι μια τέτοια επιλογή θα προκαλούσε την «ασύμμετρη απάντηση» της Ρωσίας. Απειλή που εν μέρει υλοποιήθηκε, αφού η Μόσχα προχώρησε σε αναθεώρηση του στρατηγικού της δόγματος, διευρύνοντας την πιθανότητα πυρηνικής απάντησης ως αντίποινα σε χρήση συμβατικών μέσων.
Συμβιβασμοί και εκβιασμοί
Στην περίπτωση του Ιράν, όπου στο επίκεντρο βρίσκεται το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, δημοσίευμα της «Wall Street Journal» στα μέσα Απριλίου αποκάλυψε ότι στο πλαίσιο των εξελισσόμενων ειρηνευτικών συνομιλιών, η Ουάσιγκτον συζητά με την Τεχεράνη μορατόριουμ στον εμπλουτισμό ουρανίου, επιβεβαιώνοντας όσους εκτιμούν ότι ο Λευκός Οίκος έχει συμβιβαστεί με το γεγονός ότι το ιρανικό καθεστώς διαθέτει τις τεχνικές δυνατότητες ώστε αργά ή γρήγορα να συμπεριληφθεί στα πυρηνικά έθνη.
Το πλέον εμφατικό παράδειγμα χώρας όπου η αποτροπή λειτουργεί είναι η Βόρεια Κορέα. Από το 2006, όταν διεξήγαγε την πρώτη της πυρηνική δοκιμή, η Πιονγκγιάνγκ έχει κατορθώσει να θωρακιστεί από το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης, πολλαπλασιάζοντας παράλληλα τη γεωπολιτική μόχλευσή της ακροβατώντας μεταξύ εκβιασμού και συμβιβασμού και εκμαιεύοντας προστασία και οικονομικά οφέλη μέσα από τη συνεργασία με συμμάχους (Κίνα, Ρωσία) και την αντιπαράθεση με παραδοσιακούς «εχθρούς» (Νότια Κορέα, ΗΠΑ).
Και, φυσικά, υπάρχει το παράδειγμα της Κρίσης των Πυραύλων της Κούβας τον Οκτώβριο του 1962, όταν ΗΠΑ και Σοβιετική Ενωση έφτασαν στο χείλος του ολέθρου εξαιτίας της ανάπτυξης βαλλιστικών πυρηνικών πυραύλων στο νησί της Κούβας. Ο αμερικανός πρόεδρος Τζον Κένεντι απείλησε ευθέως τη Μόσχα με χρήση πυρηνικών όπλων αν δεν αποσύρονταν οι σοβιετικοί πύραυλοι από το νησί. Τελικά, η σοβιετική ηγεσία υποχώρησε, λαμβάνοντας εγγυήσεις για απόσυρση αμερικανικών πυραύλων από την Τουρκία και τη μη εισβολή του αμερικανικού στρατού στην Αβάνα.
Το οξύμωρο ενός δόγματος
Σε αυτό το πλαίσιο, οποιοσδήποτε προβληματισμός γύρω από την ηθική διάσταση ή την αποτελεσματικότητα της πυρηνικής αποτροπής καταγράφεται μάλλον ως μειοψηφική τάση. «Ο περιορισμός της πυρηνικής αποτροπής είναι το πιο ρεαλιστικό βήμα για να μειώσουμε τον κίνδυνο» γράφει ο Λούκας Κούλεσα, συνεργάτης της βρετανικής δεξαμενής σκέψης RUSI, αναφερόμενος στην αξία της πυρηνικής αποτροπής σήμερα. Τονίζει ότι οι πυρηνικές δυνάμεις πρέπει να σκεφτούν εκτός του συγκεκριμένου δόγματος, να υιοθετήσουν εναλλακτικές μεθόδους αποτροπής και να αποδεχτούν ένα ελάχιστο πλαίσιο συνεργασίας.
«Η αποτροπή βασίζεται σε μια παράδοξη παραδοχή: κάποιος θέτει τον εαυτό του σε θέση να εκτελέσει μια ενέργεια προκειμένου να μη χρειαστεί να την εκτελέσει. Πρέπει να αποδεχτούμε αυτό το παράδοξο, εξετάζοντας την αποτροπή στο ευρύτερο πλαίσιο της αμυντικής στρατηγικής» σημείωνε σε πιο ρεαλιστικό ύφος ο Πολ Ζαγιάκ, επικεφαλής της γαλλικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, αναδεικνύοντας το οξύμωρο του δόγματος.
Υπό αυτή την έννοια, το συμπέρασμα που θα μπορούσε να εξαχθεί ως προς την αποτροπή παραπέμπει αντί για τον κινηματογράφο στη φιλοσοφία και στην τοποθέτηση του γάλλου διανοουμένου Ραϊμόν Αρόν, ο οποίος το 1976, στη δίτομη μελέτη του με τίτλο «Penser la guerre, Clausewitz», έγραφε για την αβεβαιότητα του πολέμου στον πυρηνικό αιώνα: «Για τις μεγάλες δυνάμεις, η κατοχή πυρηνικών όπλων δεν έχει ως τώρα εγγυηθεί την απουσία πολέμου. Εχει εγγυηθεί την απουσία πυρηνικού πολέμου».
