Αν η Ευρώπη ορίζεται από τα ματωμένα της σύνορα, η Αμερική εξακολουθεί να ορίζεται αποκλειστικά από τη γεωμετρία της φυγής. Πρόκειται για μια πνευματική κατάσταση, μια απέραντη, ολόλευκη σελίδα που διασχίζεται από τις γκρίζες λωρίδες της ασφάλτου.
Οδηγώντας στην καρδιά της ηπείρου, ο ταξιδιώτης έρχεται αντιμέτωπος με μια μοναδική οπτική αντίθεση. Εκεί, ανάμεσα στα απομεινάρια των ψυχεδελικών κοινοτήτων της δεκαετίας του ’60 και στα οχυρά των πολυγαμικών σεκτών της ερήμου, η Αμερική αποκαλύπτει το αληθινό της πρόσωπο: μια terra incognita, όπου η απόλυτη ελευθερία συνορεύει με την απόλυτη απομόνωση. Η μεταφυσική του αμερικανικού δρόμου είναι η απευθείας κληρονόμος του «Frontier», του κινητού εκείνου συνόρου που χώριζε τον εξερευνημένο κόσμο από την άγρια φύση. Καθώς μετατοπιζόταν διαρκώς δυτικά, καλούσε τους αποίκους σε μια αναμέτρηση με το άγνωστο. Οι πιονιέροι με τις άμαξές τους, διασχίζοντας το μονοπάτι του Ορεγκον, δεν αναζητούσαν απλώς εύφορη γη, αλλά μια ριζική επανεπινόηση της ύπαρξής τους. Σε αυτή την αφιλόξενη μεθόριο, οι θρησκευτικοί φυγάδες έχτισαν το υπόβαθρο της αμερικανικής ψυχοσύνθεσης: την πεποίθηση ότι η λύτρωση βρίσκεται πάντα λίγα μίλια πιο δυτικά.
Η άμαξα έδωσε τη θέση της στο αυτοκίνητο και τα παρθένα μονοπάτια μετατράπηκαν σε εθνικές οδούς, με εμβληματικότερη όλων τη Route 66, τη «Μητέρα-Δρόμο» (The Mother Road) κατά τον Τζον Στάινμπεκ. Η νεανική κουλτούρα του 20ού αιώνα κληρονόμησε αυτούσια τη νομαδική ορμή των προγόνων της. Το αυτοκίνητο έπαψε να αντιμετωπίζεται ως ένα χρηστικό βιομηχανικό προϊόν και αναβαθμίστηκε σε ένα ιερό σύμβολο ατομικής κυριαρχίας. Η οδήγηση προς τον ορίζοντα έγινε η νέα, εκκοσμικευμένη τελετουργία των Αμερικανών, ένας τρόπος για να βιώσουν το ίδιο δέος που ένιωθαν οι πιονέροι όταν αντίκριζαν για πρώτη φορά τα Βραχώδη Ορη.
Αυτή η παράδοση της «καταφυγής στην έρημο» επιβιώνει μέχρι σήμερα. Οδηγώντας στην επαρχία, συναντάς τους Αμις να κινούνται με παραδοσιακές άμαξες δίπλα στα σύγχρονα αυτοκίνητα, αλλά και απομονωμένες, ένοπλες σέκτες στα άνυδρα σύνορα της Αριζόνας. Η Αμερική προσφέρει το προνόμιο της εξαφάνισης κι αν οδηγείς για αρκετές ώρες, ο νόμος του κράτους παραχωρεί τη θέση του στον νόμο του εκάστοτε προφήτη.
Προφήτες της ασφάλτου
Το πέρασμα στον 20ό αιώνα βρήκε την αμερικανική ήπειρο πλήρως χαρτογραφημένη και τις πόλεις να οχυρώνονται πίσω από τον κομφορμισμό της μεταπολεμικής ευμάρειας. Η απάντηση σε αυτή την πνευματική ασφυξία ήρθε με τη μορφή μιας λογοτεχνικής και νεανικής εξέγερσης που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως Beat Generation (Γενιά Μπιτ). Η κυκλοφορία του μυθιστορήματος «Στον Δρόμο» (On the Road) το 1957 λειτούργησε ως ένας πολιτιστικός σεισμός μεγατόνων. Ο Τζακ Κέρουακ, γράφοντας με μια καταιγιστική, αυτοσχεδιαστική τεχνική που θύμιζε τζαζ, διατύπωσε ένα μανιφέστο ελευθερίας. Ο δρόμος για τον Κέρουακ ήταν ένας τόπος μυστικιστικής αναζήτησης, ένα πεδίο όπου ο ταξιδιώτης απογυμνωνόταν από τα κοινωνικά του προσωπεία για να έρθει αντιμέτωπος με το απόλυτο. «Δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε, τίποτα να κερδίσουμε, όλα ήταν μπροστά μας, όπως πάντα στον δρόμο» έγραψε χαρακτηριστικά.
Ψυχεδελικός μυστικισμός
Η δεκαετία του ’60 βρήκε την ορμή της Beat Generation να μεταγγίζεται αυτούσια στις φλέβες του κινήματος των χίπις και της New Age πνευματικότητας, με τον δρόμο να παραμένει ο απόλυτος καταλύτης αυτής της μεταβολής. Το ιστορικό ορόσημο αυτής της μετάβασης γράφτηκε το καλοκαίρι του 1964, όταν ο συγγραφέας Κεν Κέσεϊ (συγγραφέας του «Στη Φωλιά του Κούκου») και η παρέα του, οι αυτοαποκαλούμενοι Merry Pranksters, αποφάσισαν να διασχίσουν την Αμερική. Το όχημά τους ήταν ένα παλιό σχολικό λεωφορείο του 1939, βαμμένο με εκτυφλωτικά, ψυχεδελικά χρώματα, το οποίο βάφτισαν «Furthur» (Πέρα από το Πέρα). Το ταξίδι των Pranksters, βουτηγμένο στο LSD, ήταν ένα κινούμενο χάπενινγκ, μια προσπάθεια να μετατραπεί η ίδια η αμερικανική πραγματικότητα σε ένα ζωντανό θέατρο του παραλόγου.
Κατά μήκος των αυτοκινητοδρόμων του Νέου Μεξικού, του Κολοράντο και της Καλιφόρνιας άρχισαν να ξεφυτρώνουν οι πρώτες αυτοσχέδιες κοινότητες. Εμβληματικό παράδειγμα υπήρξε το Drop City στο Κολοράντο, μια κοινότητα καλλιτεχνών που ζούσαν σε γεωδαιτικούς θόλους φτιαγμένους από οροφές παλιών αυτοκινήτων, ή η κοινότητα Hog Farm, η οποία ξεκίνησε ως ένα κοινόβιο σε ένα ράντσο και κατέληξε να διοργανώνει την ασφάλεια και τη σίτιση στο θρυλικό φεστιβάλ του Γούντστοκ.
Την ίδια περίοδο, η New Age κουλτούρα ανακάλυψε στην αμερικανική έρημο το ιδανικό σκηνικό για την πνευματική της αναζήτηση. Επηρεασμένοι βαθιά από τα αμφιλεγόμενα βιβλία του Κάρλος Καστανέντα για τα ταξίδια του στο Μεξικό και τη μύησή του στον σαμανισμό, χιλιάδες νέοι πήραν τους δρόμους προς τα νοτιοδυτικά. Η έρημος της Αριζόνας και του Νέου Μεξικού έπαψε να αντιμετωπίζεται ως ένα άνυδρο, εχθρικό τοπίο και αναβαπτίστηκε σε έναν ιερό, μυστικιστικό καμβά, γεμάτο ενεργειακά κέντρα (vortexes) όπως αυτό στη Σεντόνα, το οποίο μέχρι σήμερα δέχεται αμέτρητους «προσκυνητές».
Η ανταρσία του New Journalism
Η ανάγκη αποτύπωσης αυτής της έκρηξης γέννησε τη Νέα Δημοσιογραφία (New Journalism), όπου η ενημέρωση έπαψε να είναι μια στεγνή καταγραφή γεγονότων και μετατράπηκε σε ένα βιωματικό, on the road οδοιπορικό. Η απόλυτη έκφραση αυτής της ριζοσπαστικής προσέγγισης υπήρξε η Gonzo δημοσιογραφία του Χάντερ Σ. Τόμπσον. Με το εμβληματικό του έργο «Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας», ο Τόμπσον παρέδωσε ένα συγκλονιστικό δημοσιογραφικό ντοκουμέντο που ξεκινά με την κλασική πλέον φράση: «Ημασταν κάπου στα περίχωρα του Μπάρστοου, στην άκρη της ερήμου, όταν τα ναρκωτικά άρχισαν να επιδρούν». Οδηγώντας μια ανοιχτή, κατακόκκινη Chevrolet στην έρημο της Νεβάδα, ο Τόμπσον κυνηγούσε την αυταπάτη του αμερικανικού ονείρου.
Την ίδια περίοδο, η Τζόαν Ντίντιον κατέγραφε την αποσύνθεση και τον μυστικισμό της Καλιφόρνιας. Στο δοκίμιό της «Slouching Towards Bethlehem», η Ντίντιον πήρε τους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο, διεισδύοντας στην καρδιά της αντικουλτούρας για να αποτυπώσει το υπαρξιακό κενό μιας γενιάς που είχε χάσει τον προσανατολισμό της. Παράλληλα, ο Τομ Γουλφ, στο βιβλίο του «The Electric Kool-Aid Acid Test», εφάρμοσε τις τεχνικές του μυθιστορήματος για να καταγράψει τη μυθική διαδρομή του λεωφορείου των Merry Pranksters, αποδεικνύοντας ότι η Νέα Δημοσιογραφία έπρεπε να ταξιδέψει η ίδια στην άσφαλτο για να κατανοήσει τη νέα Αμερική.
Διακόσια πενήντα χρόνια μετά την υπογραφή της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, η Αμερική εξακολουθεί να αναζητεί το πεπρωμένο της στην ατελείωτη γραμμή του ορίζοντα που σκίζει την ενδοχώρα της. Οι άμαξες των πιονιέρων, οι θεοκρατικές ουτοπίες των Μορμόνων, το ιερό χάος των Beats και το παραληρηματικό οδοιπορικό της Gonzo δημοσιογραφίας είναι οι διαφορετικοί σταθμοί της ίδιας διαδρομής που αρνείται τον κομφορμισμό κι αναζητεί τη λύτρωση στην κίνηση. Η Αμερική παραμένει, στον πυρήνα της, μια ιδέα εν εξελίξει. Και όσο η άσφαλτος χάνεται στον ορίζοντα, η σωτηρία για την αμερικανική ψυχή δεν θα βρίσκεται ποτέ στις στατικές πόλεις, αλλά στην αέναη κίνηση προς το άγνωστο.
