Οταν ήταν έφηβος, ο Ρόου Εθριτζ είδε ένα παράξενο όνειρο. Eίχε συμπρωταγωνιστή τον Αντι Γουόρχολ, κυριολεκτικά και μεταφορικά, καθώς βρίσκονταν μαζί σε μια μετα-αποκαλυπτική Νέα Υόρκη σαν ήρωες σε ταινία δράσης, όπως ο Μελ Γκίμπσον και ο Ντάνι Γκλόβερ στο «Φονικό Οπλο». Ως παιδί τής Gen X, γνώριζε καλά τον «πάπα» της ποπ αρτ από την τηλεόραση: όπως θα θυμούνται ίσως έτεροι Gen Xers, ο Γουόρχολ είχε δική του εκπομπή στο MTV, ονόματι «Andy Warhol’s Fifteen Minutes».
Δύο μήνες αφότου είχε δει αυτό το απόκοσμο όνειρο, ο πατέρας του τού ανακοίνωσε τον θάνατο του καλλιτέχνη. «Αποκλείεται» απάντησε δύσπιστος ο Εθριτζ. «Προφανώς πρόκειται για άλλο ένα εννοιολογικό “έργο” του». Ομως, ήταν αλήθεια. «Ενιωσα σαν να έχασα κάποιον οικείο» θα εξομολογηθεί ο Ρόου Εθριτζ, διαρκώς χαμογελαστός και προσηνής, ομιλητικός και καλοδιάθετος. Θα σοβαρέψει μόνο όταν μιλήσει για την παρούσα κατάσταση στη χώρα του και την πόλη του: «Νιώθω μια περίεργη αβεβαιότητα στη Νέα Υόρκη και στον κόσμο γενικότερα, κάτι που δεν έχω ξαναζήσει στη ζωή μου. Δεν πρόκειται για πυρηνική απειλή, αλλά για μια ιδεολογική και κοινωνική ανισορροπία, σαν να κυβερνιέται ο κόσμος από τα χειρότερα στοιχεία που υπάρχουν».

Ομως βρίσκεται στην Αθήνα για τα εγκαίνια της πρώτης ατομικής έκθεσής του στην γκαλερί Gagosian στο Κολωνάκι και ο τόνος είναι πιο «εορταστικός». Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το όνειρο με τον Γουόρχολ ήταν και προφητικό, όμως αν μείνουμε στο εικαστικό σύμπαν του αμερικανού φωτογράφου θα πούμε ότι λειτουργεί περισσότερο σαν αλληγορία για το έργο του: μια εμπειρία όπου η πραγματικότητα, η εικόνα και η μυθολογία της αμερικανικής κουλτούρας συγχέονται, δίχως να είναι και τόσο ξεκάθαρα τα όρια ανάμεσά τους. Αυτή ακριβώς η συνθήκη βρίσκεται στον πυρήνα της έκθεσης με τίτλο «Rude in the Good Way» (έως τις 7/3). Ξεκινά από την ιδέα της συγχώνευσης παλαιών και νέων εικόνων και παρουσιάζει ένα πολυσυλλεκτικό σώμα φωτογραφιών
– μόδα, πορτρέτα, νεκρές φύσεις και εσωτερικούς χώρους – όπου διαφορετικοί οπτικοί κώδικες συνυπάρχουν και αλληλοδιαπλέκονται. Chanel No 5 – αφετηρία προσωπικής µνήµης και άµεση αναφορά στη µητέρα του –, έως τα, υπό συνθήκες ιδιωτικά, έργα µε τη σύντροφό του, Λούλου Σίλµπερτ, όπου ο αισθησιασμός προκύπτει μέσα από τη συνεργασία, δίχως τη συχνή σχέση εξουσίας ανάμεσα σε φωτογράφο και φωτογραφιζόμενη.
Στις νεκρές φύσεις, ο Εθριτζ πειραµατίζεται µε πολλαπλές εκθέσεις (multiple exposures) και ιστορικές αναφορές, προσδίδοντας δραματικότητα σε απλά θέματα, όπως ένα μπουκέτο πανέμορφων λουλουδιών ή μια φλόγα από κερί που πάλλεται από τον αέρα. Οι οπτικές και εννοιολογικές συνδέσεις ανάμεσα στις εικόνες αναδεικνύονται τόσο μέσω της αντιπαραβολής τους στον εκθεσιακό χώρο όσο και μέσω της παρουσίασής τους στο ομώνυμο βιβλίο που κυκλοφορεί παράλληλα με την έκθεση (από τις εκδόσεις Loose Joints). Ο ίδιος ο Eθριτζ βλέπει το βιβλίο ως «το πλήρες μουσικό score», ενώ την έκθεση ως «τη live συναυλία».
«Θα ήταν υπερβολή να παρουσίαζα ολόκληρη την παρτιτούρα, αλλά το έχω σκεφτεί πολύ αυτό το ζήτημα της αλληλουχίας, του πώς αφηγούμαι μια ιστορία μέσα από εικόνες. Δεν πρόκειται για μια γραμμική αφήγηση, μοιάζει περισσότερο με “φούγκα”, όπου υπάρχουν επικαλύψεις, αρμονίες και δυσαρμονίες. Ακούγεται ίσως πιο εγκεφαλικό από όσο είναι στην πραγματικότητα, αλλά για εμένα πρόκειται για έναν πολύ μουσικό, σωματικό τρόπο σκέψης. Θα ήθελα να αναδύεται ως μια δόνηση που τη νιώθεις σχεδόν σωματικά, σαν μια μορφή συναισθησίας, όπου κατά κάποιον τρόπο “ακούς” τις εικόνες».

Καταρρίπτοντας τα όρια
Ούτως ή άλλως, η δουλειά του Eθριτζ έχει την τάση να καταρρίπτει όρια, όπως εκείνα ανάμεσα στην εμπορική και την εικαστική φωτογραφία. «Οταν προσπαθούσα να γράψω το βιογραφικό μου, σκεφτόμουν τι να πω και τελικά κατέληξα απλώς σε κάτι πολύ απλό: “Ο Ρόου Εθριτζ είναι φωτογράφος που ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη”» θα εξηγήσει. Ο ίδιος ξεκίνησε ως «εμπορικός» και έχει συνεργαστεί (αλλά και εξακολουθεί να συνεργάζεται) με περιοδικά και μεγάλες εταιρείες, όπως η Balenciaga, η Kenzo και η Goldman Sachs. Συχνά χρησιμοποιεί ξανά τις δικές του φωτογραφίες, καθώς αποκτούν νέο νόημα μέσα από τον τρόπο που αναδιατάσσονται, συνδυάζονται και παρουσιάζονται σε μη γραμμικές αφηγηματικές δομές, υπονομεύοντας τον αρχικό τους ρόλο και δημιουργώντας νέες δυνατότητες ερμηνείας. «Είναι και ένας τρόπος να χρησιμοποιήσω το appropriation με έναν τρόπο που δεν είναι appropriate», όπως θα πει.

Η δουλειά του Εθριτζ είναι συχνά μια διερεύνηση της (προνομιούχας) αμερικανικής εμπειρίας, της προσωπικής µνήµης και της φωτογραφικής ιστορίας, όλα ενσωµατωµένα σε µια αφήγηση που είναι συγχρόνως ανοιχτόκαρδη και παιχνιδιάρικη, αναστοχαστική, µε χιούµορ και έναν ήπιο σαρκασµό. Κοινώς, είναι «rude in a good way», για να χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο της έκθεσης. «Στη Νέα Υόρκη βλέπεις ακραίο πλούτο και αυτό δεν είναι κάτι το συνηθισμένο στις ΗΠΑ. Ομως δεν είναι η ζωή μου όσα φωτογραφίζω. Εγώ είμαι απλώς ένας αυτόπτης μάρτυρας. Μάλιστα ο Αλεσάντρο Ραμπατίνι, που επιμελήθηκε μια έκθεσή μου στην Ιταλία, χρησιμοποίησε όρους όπως “παρακμή και υστερική μελαγχολία” για να περιγράψει όσα δείχνουν οι εικόνες μου. Και σκέφτηκα: “Ναι, έτσι ακριβώς είναι”. Κρατάω όμως μια απόσταση. Δεν θα ήθελα να αποδώσω αυτή τη μελαγχολία με απόλυτη σοβαρότητα, αλλά με μια ειλικρίνεια στην οποία υφέρπει μια απροσποίητη αλλά καλοπροαίρετη αγένεια».

Φωτογράφος εξ απαλών ονύχων
Το αμάλγαμα των επιρροών του στη διάρκεια της ζωής του (γεννήθηκε στο Μαϊάμι το 1969) τον έχει ωθήσει καθοριστικά προς αυτή την κατεύθυνση. Aπό τον Λι Φρίντλαντερ που ανακάλυπτε ανάμεσα στα πλείστα photobooks του ερασιτέχνη φωτογράφου πατέρα του στο σπίτι τους στην Ατλάντα της Τζόρτζια, όπου μεγάλωνε, έως τον προαναφερθέντα Γουόρχολ και τον Στίβεν Σορ: «Στο έργο του Φρίντλαντερ είδα τον συνθετικό τρόπο με τον οποίο προσέγγιζε τη φωτογραφία και την ικανότητά του να δημιουργεί εικόνες που ήταν ταυτόχρονα ρεαλιστικές, σαρκαστικές και λίγο προκλητικές. Τόσο αυτός όσο και ο Γουόρχολ έδειχναν μια Αμερική που δεν ήταν “ηρωική”. Στη σχολή (σ.σ.: απέκτησε Bachelor of Fine Arts από το Atlanta College of Art το 1995) ανακάλυψα τους εννοιολογικούς, όπως τον Ρόμπερτ Κάμινγκ. Χρόνια αργότερα πήρα συνέντευξη και φωτογράφισα τον Στίβεν Σορ – ο οποίος είχε δουλέψει και στο Factory του Γουόρχολ. Μου είπε πως το ζεύγος Μπερντ και Χίλα Μπέχερ δίδασκε τη δουλειά του στη σχολή του Ντίσελντορφ, σε καλλιτέχνες όπως η Κάντιντα Χέφερ και ο Αντρέας Γκούρσκι και κάπως έτσι η αμερικανική φωτογραφική τυπολογία παρεισέφρησε στη δουλειά τους και σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. “Αυτό είναι!” του είπα, “είσαι ο κρίσιμος σύνδεσμος ανάμεσά τους – και μια τεράστια επιρροή για εμένα”».
Διότι όταν ο Εθριτζ είχε μετακομίσει στη Νέα Υόρκη, δύο χρόνια αφότου είχε αποφοιτήσει από τη σχολή του, είχε δημιουργήσει μια σειρά φωτογραφιών – κατέγραφε δέντρα σε διαχωριστικά των αυτοκινητοδρόμων –, προσπαθώντας να εφαρμόσει το ενδιαφέρον του για τους τυπολογικούς τρόπους της γερμανικής αντικειμενικής φωτογραφίας στις πραγματικότητες (και μυθολογίες) του αμερικανικού ανοιχτού δρόμου.

Στην πορεία, ο Εθριτζ ένιωσε επίσης μια ιδιαίτερη σύνδεση με τον αμερικανό ζωγράφο Τζον Κάριν, στο στούντιο του οποίου είχε τραβήξει ορισμένες φωτογραφίες το 2008, οι οποίες σήμερα παρουσιάζονται στην Gagosian: «Λάτρεψα τη δουλειά του, που αποπνέει κάτι από την καθημερινότητα των προαστίων, με μια ανεπιτήδευτη αίσθηση. Οταν ξεκινήσαμε με τη Λούλου να δουλεύουμε πάνω σε αυτές τις αισθησιακές εικόνες, η δουλειά του Κάριν ξαφνικά ξαναζωντάνεψε μέσα μου. Αυτά τα δύο στοιχεία έγιναν κινητήριος δύναμη για τη δημιουργία, ενώ παράλληλα προσκάλεσαν και άλλα “αδέσποτα” στοιχεία της δουλειάς μου: κομμάτια από το αρχείο, εκδοτικά πρότζεκτ και φωτογραφίες που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ποτέ».
Η σχέση του Εθριτζ με την Ελλάδα είναι εξίσου βαθιά και προσωπική. Η επίσκεψη στην Ακρόπολη και ειδικά στο Ερέχθειο, στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής ανάθεσης, παλαιότερα τον είχε συγκινήσει βαθιά: «Το Ερέχθειο με άφησε άφωνο. Hμουν τόσο ενθουσιασμένος, που ένιωσα σαν να μου ανήκει. Για εμένα είναι o “Indie Rock Temple”: ο Παρθενώνας είναι ο κλασικός, μεγαλοπρεπής ναός, και το Ερέχθειο είναι “ροκ” – ακανόνιστο, περίπλοκο, ανατρεπτικό. Και αναδίδει μια ενέργεια που δεν συναντάς αλλού. Ακόμα και ανάμεσα σε τουρίστες, σχοινιά και φώτα, η αίσθηση του χώρου παραμένει ζωντανή, δυνατή. Ξαναπήγα τώρα και μπορώ να το ξαναπώ με βεβαιότητα ότι υπάρχει κάτι στην αύρα του, στην ιστορική του βαρύτητα, στην αίσθηση ότι παρ’ όλο που πέρασαν πολλοί κατακτητές από πάνω του, το μνημείο είναι ακόμα εδώ: ζωντανό, παρόν, μαγικό».
INFO
«Rude in the Good Way»: Γκαλερί Gagosian (Αναπήρων Πολέµου 22, Αθήνα), έως τις 7 Μαρτίου.