Μια σύγχρονη σκηνική ανάγνωση της ιστορίας του αριστουργήματος του Χένρικ Ιψεν «Ο μικρός Εγιολφ» προτείνει στην τελευταία σκηνοθετική δουλειά του, με τίτλο «(ο μικρός) Εγιολφ», ο σκηνοθέτης Ντίνος Ψυχογιός, που για αυτό το έργο συναντήθηκε με τους ηθοποιούς Αλέξανδρο Βαρδαξόγλου, Aulona Lupa, Φαίδρα Αγγελάκη και Πασέ Κολοφωτιά στο ΠΛΥΦΑ. Μέσα από το βλέμμα μιας γενιάς που παλεύει να επαναπροσδιορίσει τις αξίες, τα όρια και τις ευθύνες που της κληροδότησαν οι προηγούμενες, ο Ιψεν, σε ένα από τα ώριμα ρεαλιστικά έργα του (γραμμένο το 1894), δεν περιορίζεται στις αναμενόμενες αντιδράσεις απέναντι σε μια τόσο συγκλονιστική πραγματικότητα.
Προχωρεί βαθύτερα και εστιάζει στις καταλυτικές συνέπειες του πένθους και της ενοχής στο αγαπημένο του αντικείμενο μελέτης, το ζευγάρι. Μέσα από τη θλίψη και τον πόνο του, το ζευγάρι επαναπροσδιορίζει τη θέση του στον κόσμο, αναζητεί την αποκατάσταση σε ό,τι είναι δυνατό και προσπαθεί να ανακαλύψει νέους τρόπους σύνδεσης.

Φωτογραφία Μαρκέλλα Μουσσού
Γεννημένος στην Αθήνα το 1991, ο Ντίνος Ψυχογιός σπούδασε πιάνο, θεωρία και αρμονία στο ωδείο Φίλιππος Νάκας και είναι επίσης απόφοιτος της Δραματικής Σχολής «Βεάκη» και του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ.
Διδάχθηκε κλασικό τραγούδι από τη Μαρίνα Κρίλοβιτς, σπούδασε στο University of York, όπου απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο στη θεατρική σκηνοθεσία, και έχει διδάξει θέατρο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο Λύκειο (ΙΒ) του Κολλεγίου Αθηνών όπως και σε δραματικές σχολές. Ως ηθοποιός έχει συμμετάσχει σε πολλές παραστάσεις και ταινίες εντός και εκτός Ελλάδας, έχει κατ’ επανάληψη δουλέψει ως βοηθός σκηνοθέτη και έχει ο ίδιος σκηνοθετήσει σειρά έργων: το «Knock» της Μέγκαν Τζένκινς (2021, Θέατρο Φούρνος), τη μεγάλη επιτυχία «Το χρονικό ενός δυσλεκτικού» του Γιάννη Πάσχου (2023-2025, Θέατρο 104 και περιοδεία), το «The Acid Test» της Ανια Ράις (2025, Θέατρο Εν Αθήναις), όπως και Μολιέρο, το «Γιατρός με το στανιό» (2025, ΔΗΠΕΘΕ Σερρών).
Στο έργο «(ο μικρός) Εγιολφ» προτείνετε «μια σύγχρονη σκηνική ανάγνωση της ιστορίας μέσα από το βλέμμα μιας γενιάς που παλεύει να επαναπροσδιορίσει τις αξίες, τα όρια και τις ευθύνες που της κληροδότησαν οι προηγούμενες». Θέλετε να αναπτύξετε λίγο παραπάνω τη σκέψη σας;
«Η σύγχρονη σκηνική ανάγνωση αφορά κυρίως στην επιλογή μας να εστιάσουμε στη λειτουργικότητα του ζευγαριού, πριν και μετά το τραγικό γεγονός που τους συμβαίνει, παρά στο γεγονός αυτό καθαυτό. Οταν χάνει κανείς κάτι τόσο κομβικό, κάτι που ουσιαστικά ορίζει σε μεγάλο βαθμό τους στόχους και τις προοπτικές μιας ζωής, οφείλει να επαναδιαπραγματευτεί. Να επαναπροσδιορίσει. Τον ρόλο του, τις προτεραιότητές του, τους αγώνες που θέλει να δώσει. Ολα αυτά είναι επίκτητα σε έναν μεγάλο βαθμό. Μαθαίνουμε πως πρέπει να σπουδάσουμε, να δουλέψουμε, να βρούμε ένα ταίρι και να κάνουμε οικογένεια. Αλλά είναι βαθιές εσωτερικές ανάγκες ή επιταγές της κοινωνίας; Η απογύμνωση της αλήθειας συμβαίνει όταν οι σταθερές χάνονται. Οταν το αναπάντεχο αλλάζει τα δεδομένα. Εμείς είδαμε αυτή την ιστορία ως μια ευκαιρία να ασχοληθούμε με το πώς διαχειρίζεται κανείς γενικότερα τις χαμένες προοπτικές και πώς βρίσκει νέους τρόπους να υπάρχει, αν μπορεί».
Πότε ήρθατε για πρώτη φορά σε επαφή με την εργογραφία του Ιψεν και τι σας εντυπωσίασε στο «βλέμμα» του συγκεκριμένου νορβηγού θεατρικού συγγραφέα;
«Στη Δραματική Σχολή “Βεάκη”, πριν από 14 χρόνια. Αφιερώσαμε ένα ολόκληρο εξάμηνο στον Ιψεν, διαβάσαμε σχεδόν τα πάντα. Τότε ήμουν πολύ νέος και η “παλιομοδίτικη” αισθητική του δασκάλου που μας σύστησε τον Ιψεν με είχε λίγο αποξενώσει. Ο στόμφος και η υπερ-δραματικότητα. Μεγαλώνοντας αντιλήφθηκα πως τα κείμενά του είναι πολυδιάστατα και τα νοήματα έχουν πάρα πολλά επίπεδα με τα οποία μπορεί κανείς να ασχοληθεί. Υπάρχει συνήθως η προφανής τραγωδία ή δυσκολία, αλλά αν κάποιος εμβαθύνει μπορεί να ανακαλύψει πολύ περισσότερα».
Γιατί, πιστεύετε, το έργο τού συγκεκριμένου συγγραφέα είναι διαχρονικό; Τι κάνει, γενικότερα, ένα έργο διαχρονικό;
«Η ιστορία, οι βασικοί πυλώνες της δραματουργίας και οι ιδέες που παρουσιάζονται. Ο Ιψεν γράφει πολύ πρωτοποριακά για την εποχή του. Σε έναν αιώνα όπου κυριάρχησε το μελόδραμα έρχεται και μας συστήνει τη γραφή που εστιάζει στον ψυχισμό του χαρακτήρα και όχι σε μεγαλειώδεις πράξεις και δράση ή μάχες μεταξύ του καλού και του κακού. Οι χαρακτήρες έχουν αδυναμίες και αρετές, προσπαθούν να υπάρχουν και να προχωρούν αναζητώντας την ευτυχία, αλλά δεν υπάρχει ντροπή για τη δυστυχία τους. Παρουσιάζεται και αυτή σαν συστατικό της ζωής που πρέπει να το διαχειριστούμε.
Θεωρώ γενικότερα πως διαχρονικά είναι τα έργα που υπερβαίνουν τα στενά χρονικά και κοινωνικά πλαίσια της εποχής τους και ασχολούνται με ζητήματα σχεδόν αρχετυπικά. Την οικογένεια, την αγάπη και το μίσος, τον έρωτα και τις επιθυμίες. Ωστόσο, δεν αρκεί η επιλογή της θεματολογίας. Πρέπει η ιστορία να λέγεται με τρόπο που αγγίζει, συναρπάζει και εμπνέει».
Η απώλεια και η διαχείρισή της, που πραγματεύεται «Ο μικρός Εγιολφ», ο οποίος πρωτοπαρουσιάστηκε το 1894, είναι θέματα μεγάλα, που εδώ και αιώνες απασχολούν τον άνθρωπο (και) μέσω της τέχνης. Το παράδοξο είναι ότι αν είχαν βρεθεί απαντήσεις σε αυτά τα ζητήματα, δεν θα τον απασχολούσαν πια. Αρα τι πρέπει να κάνει ένας καλλιτέχνης εφόσον γνωρίζει ότι δεν έχει τις απαντήσεις;
«Να συνεχίζει να θέτει τα ερωτήματα. Και, γιατί όχι, να επιμένει στα θέματα που είναι δύσκολο να απαντηθούν, που δεν υπάρχει καθολική σύμπλευση απόψεων. Το πένθος και η απώλεια, ενώ είναι ζητήματα πανανθρώπινα, ο καθένας μας τα διαχειρίζεται διαφορετικά. Κατά καιρούς διάφορα συστήματα δημιουργούν κάποιες παραδόσεις, κάποιους κανόνες και τελετουργικά. Ο καλλιτέχνης πρέπει να διερευνήσει. Να παρουσιάσει προοπτικές και πιθανότητες. Είναι πιο χρήσιμο, πιστεύω, ένας καλλιτέχνης να θέτει σωστά τα ερωτήματα παρά να ψάχνει ξεκάθαρες και απόλυτες απαντήσεις».
Εχετε κάποια αγαπημένη ταινία βασισμένη σε έργο του Χένρικ Ιψεν και με ποιο άλλο έργο του συγκεκριμένου συγγραφέα θα σας ενδιέφερε να ασχοληθείτε;
«H “Εντα Γκάμπλερ” τού 1962 με την Ινγκριντ Μπέργκμαν και τον Μάικλ Ρέντγκρεϊβ και ο “Εχθρός του Λαού” τού 1978 σε διασκευασμένο σενάριο από τον Αρθουρ Μίλερ, με πρωταγωνιστή τον Στιβ Μακ Κουίν. Πρέπει να ομολογήσω πως μέχρι αρκετά πρόσφατα δεν φανταζόμουν πως θα καταπιανόμουν με τον Ιψεν ακόμα. Θα μου άρεσε στο μέλλον να ασχοληθώ με τον “Πέερ Γκιντ” και ίσως με την “Αγριόπαπια”».
Η θεατρική δουλειά σας διακρίνεται από ποικιλία. Εχετε σκεφτεί να σκηνοθετήσετε σε άλλο μέσο, όπως ο κινηματογράφος;
«Ναι. Αν και νιώθω ένα δέος απέναντι στις τεχνικές ανάγκες μιας ταινίας, έχω βρεθεί αρκετές φορές σε κινηματογραφικά σετ. Θα ήθελα πολύ κάποτε στο μέλλον να δοκιμάσω να γράψω και να σκηνοθετήσω μια ταινία μικρού μήκους. Οι ιδέες, μάλιστα, ήδη υπάρχουν, αλλά θεωρώ πως τόσο εγώ όσο και οι συνθήκες θα πρέπει να ωριμάσουμε περισσότερο!».
INFO
«(ο µικρός) Εγιολφ»: ΠΛΥΦΑ (Κορυτσάς 39, Αθήνα), στις 18, 19
& 25/3.