Μπεατρίς Γκονσάλες: Φιλτράροντας την ιστορία

Μία από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές φωνές της Λατινικής Αμερικής τιμάται με μια αναδρομική έκθεση στο Οσλο.

«Η τέχνη της μας επιτρέπει να στοχαζόμαστε πάνω στη δική μας ηθική στάση απέναντι στη χώρα και στην πολιτική κατάσταση μέσα στην οποία ζούμε» είπε κάποτε ο επιμελητής Χουλιάν Ποσάδα για την Μπεατρίς Γκονσάλες (1932-2026), και ίσως αυτή η φράση να μοιάζει λιγότερο με κριτικό σχόλιο και περισσότερο με είσοδο σε έναν κόσμο όπου η εικόνα δεν είναι ποτέ αθώα.

Σαν να μας προειδοποιεί από την αρχή ότι εδώ δεν πρόκειται για ζωγραφική που απλώς παρατηρεί, αλλά για μια τέχνη που επιστρέφει το βλέμμα στον θεατή και τον αναγκάζει να αναμετρηθεί με όσα συνήθως προσπερνά.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μεγάλη αναδρομική έκθεση «Beatriz González» (έως τις 11/10) στο Astrup Fearnley Museet του Οσλο, δεν λειτουργεί μόνο ως τιμή σε μία από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές φωνές της Λατινικής Αμερικής, αλλά και σαν μια ανοιχτή πρόσκληση να ξαναδούμε το έργο της ως έναν τρόπο ανάγνωσης της ιστορίας μέσα από την εικόνα.

Η κολομβιανή καλλιτέχνιδα, η οποία έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Ιανουάριο σε ηλικία 93 ετών, αφιέρωσε περισσότερες από έξι δεκαετίες στην εξερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στην εικόνα, την πολιτική, τη συλλογική μνήμη και την καθημερινή ζωή.

Photo: Rafael Moure.

Μέσα από τη ζωγραφική, το σχέδιο, τη χαρακτική, τη γλυπτική, τις εγκαταστάσεις και τα υβριδικά αντικείμενα, δημιούργησε ένα έργο βαθιά συνδεδεμένο με την ιστορία της Κολομβίας, το οποίο ωστόσο αγγίζει οικουμενικά ζητήματα που αφορούν τη βία, την απώλεια και τη δύναμη της αναπαράστασης.

Η έκθεση, που συνδιοργανώνεται από την Pinacoteca de São Paulo, το Barbican Centre του Λονδίνου και το νορβηγικό Astrup Fearnley Museet, παρουσιάζει το εύρος και τη συνέπεια μιας καλλιτεχνικής πορείας που αμφισβήτησε τις παραδοσιακές ιεραρχίες της τέχνης.

Η Γκονσάλες δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να δημιουργήσει έργα αποκομμένα από την κοινωνική πραγματικότητα. Αντίθετα, αναζήτησε έναν τρόπο να μεταφέρει στη ζωγραφική και στις άλλες μορφές έκφρασης τις εικόνες που κατέκλυζαν την καθημερινότητα των πολιτών: φωτογραφίες από εφημερίδες, διαφημίσεις, πολιτικά γεγονότα, σκηνές πένθους και οικογενειακά στιγμιότυπα.

«Το σκόπιμα αδρό, αντι-ακαδημαϊκό ζωγραφικό της ύφος – οι αδέξιες μορφές και οι καθημερινές επιφάνειες – δεν θα αρέσει σε όλους. Και οι βαθιά πολιτισμικές αναφορές του έργου της συχνά καθιστούν δύσκολη την ερμηνεία του χιούμορ, της απόγνωσης και της τρυφερότητάς του. Ωστόσο, το έργο της είναι αρκετά δυναμικό ώστε να υποδηλώνει πολλά διαφορετικά πράγματα» έχει γράψει ο αμερικανός κριτικός τέχνης Χόλαντ Κότερ.

Στην Κολομβία της «La Violencia»

Βοηθάει πολύ όταν κανείς εντρυφά στον κόσμο της, τον προσωπικό της αλλά και της χώρας της. Γεννημένη το 1932 στην πόλη Μπουκαραμάνγκα της Κολομβίας, μεγάλωσε σε μια χώρα που βίωνε έντονες πολιτικές συγκρούσεις. Τα παιδικά και νεανικά της χρόνια συνέπεσαν με την περίοδο της αποκαλούμενης «La Violencia», μιας αιματηρής εποχής πολιτικής βίας που σημάδεψε τη χώρα από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 έως το 1958 και ξέσπασε μετά τη δολοφονία του φιλελεύθερου πολιτικού Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν.

Η πολιτική σύγκρουση μεταξύ Φιλελευθέρων και Συντηρητικών εξελίχθηκε σε εκτεταμένη βία, με αποτέλεσμα τον θάνατο περίπου 200.000-300.000 ανθρώπων, την καταστροφή χωριών και τον εκτοπισμό χιλιάδων οικογενειών.

Αυτή η περίοδος πολιτικής αστάθειας και φόβου άφησε βαθιά τραύματα στην κολομβιανή κοινωνία και επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της Γκονσάλες. Αν και δεν απεικόνισε άμεσα τα γεγονότα της «La Violencia», η εμπειρία της συλλογικής βίας διαπέρασε ολόκληρο το έργο της, το οποίο επικεντρώθηκε στη μνήμη, το πένθος, την απώλεια και τον τρόπο με τον οποίο οι εικόνες των μέσων ενημέρωσης καταγράφουν και διαμορφώνουν την ιστορία.

Οσον αφορά τις εικαστικές της προσλαμβάνουσες, στα πρώτα της βήματα η Γκονσάλες επηρεάστηκε από μεγάλους δασκάλους της ευρωπαϊκής ζωγραφικής, όπως ο Βερμέερ και ο Βελάσκεθ.

Πολύ σύντομα όμως απομακρύνθηκε από την ακαδημαϊκή παράδοση και στράφηκε προς τις εικόνες της μαζικής κουλτούρας. Εφημερίδες, περιοδικά και διαφημίσεις έγιναν οι βασικές πηγές έμπνευσής της. Δεν την ενδιέφερε η πιστή αναπαραγωγή τους, αλλά η μεταμόρφωσή τους σε κάτι νέο. Οπως έλεγε η ίδια, της άρεσε να ξεκινά από μια εικόνα που ήδη υπήρχε και να τη φιλτράρει μέσα από τη δική της εικαστική γλώσσα.

Μια πολιτική pop art

Η προσέγγισή της συχνά συνδέθηκε με την Pop Art, αν και η ίδια αντιμετώπιζε αυτόν τον χαρακτηρισμό με κάθε επιφύλαξη. Σε αντίθεση με τους αμερικανούς εκπροσώπους του κινήματος, που επικεντρώνονταν στην καταναλωτική κοινωνία και τη μαζική παραγωγή εικόνων, εκείνη χρησιμοποιούσε το οπτικό υλικό των μέσων ενημέρωσης για να σχολιάσει τις κοινωνικές ανισότητες, τη βία και τις πολιτικές αντιφάσεις της Κολομβίας.

Οι επίπεδες μορφές, τα έντονα χρώματα και οι απλουστευμένες συνθέσεις της δεν επιδίωκαν την αισθητική ευχαρίστηση αλλά τη δημιουργία μιας κριτικής απόστασης ανάμεσα στον θεατή και το γεγονός.

Ενα από τα έργα που σηματοδότησαν τη μετάβασή της σε αυτή τη νέα κατεύθυνση ήταν η σειρά «Los suicidas del Sisga» (1965). Αφετηρία αποτέλεσε μια φωτογραφία που δημοσιεύθηκε στον Τύπο και απεικόνιζε ένα νεαρό ζευγάρι λίγο πριν από την κοινή του αυτοκτονία.

Η κακής ποιότητας εκτύπωση της εικόνας, οι παραμορφώσεις και η απλοποίηση των χαρακτηριστικών ήταν ακριβώς τα στοιχεία που προσέλκυσαν το ενδιαφέρον της. Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε ότι οι ατέλειες της εικόνας μπορούσαν να λειτουργήσουν ως εργαλείο εικαστικής έκφρασης και όχι ως εμπόδιο.

Κατά τις επόμενες δεκαετίες, η πολιτική βία έγινε ολοένα πιο κομβικό θέμα στο έργο της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σειρά «Mr. President, What an Honor to be With You at This Historic Moment», η οποία δημιουργήθηκε μετά την τραγωδία στο Μέγαρο Δικαιοσύνης της Μπογκοτά το 1985. Οταν δηλαδή αντάρτες της οργάνωσης M-19 κατέλαβαν το κτίριο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην κολομβιανή πρωτεύουσα και κράτησαν ομήρους δικαστές, υπαλλήλους και πολίτες.

Η επιχείρηση ανακατάληψης από τον στρατό υπήρξε εξαιρετικά βίαιη, με αποτέλεσμα τον θάνατο δεκάδων ανθρώπων και εκτεταμένες καταστροφές στο δικαστικό μέγαρο.

Το τραγικό αυτό γεγονός αποτέλεσε την αφορμή για αυτή τη σειρά έργων όπου, για παράδειγμα, σε έναν πίνακα, ο πρόεδρος και η κυβέρνησή του παρουσιάζονται σε ένα επίσημο και αισιόδοξο σκηνικό, ενώ στον δεύτερο η εικόνα μετατρέπεται σε μια σκοτεινή υπενθύμιση της ανθρώπινης τραγωδίας, καθώς τα λουλούδια στο τραπέζι αντικαθίστανται από ένα απανθρακωμένο σώμα.

Μέσα από την αντιπαράθεση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα της πολιτικής εξουσίας και στις ανθρώπινες απώλειες που αποκρύπτονται πίσω από αυτήν, η Γκονσάλες κατέδειξε τις αντιφάσεις της επίσημης ιστορίας.

Υψηλή τέχνη και λαϊκά αντικείμενα

Παράλληλα, ανέπτυξε μια ιδιαίτερα πρωτότυπη πρακτική, χρησιμοποιώντας καθημερινά αντικείμενα ως υποστρώματα και φορείς ζωγραφικής. Κρεβάτια, τραπέζια, ντουλάπια και μεταλλικές επιφάνειες μετατράπηκαν σε έργα τέχνης. Με αυτόν τον τρόπο κατέρριπτε τα όρια ανάμεσα στην υψηλή τέχνη και τα λαϊκά αντικείμενα, αμφισβητώντας τις καθιερωμένες αντιλήψεις περί αισθητικής αξίας. Τα τελευταία χρόνια της δημιουργίας της επικεντρώθηκαν κυρίως στη μνήμη και το συλλογικό πένθος.

Μετά την ειρηνευτική συμφωνία τού 2016 στην Κολομβία, ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντάρτικη οργάνωση FARC (Επαναστατικές Ενοπλες Δυνάμεις Κολομβίας), που έβαλε τέλος σε έναν εμφύλιο πόλεμο διάρκειας άνω των 50 ετών, η Γκονσάλες στράφηκε ακόμη περισσότερο στην προσφιλή της θεματολογία, καθώς και στις συνέπειες που άφησε η βία στην κολομβιανή κοινωνία.

Οι ανθρώπινες μορφές στα έργα της μετατράπηκαν σε απλές σιλουέτες, επαναλαμβανόμενα μοτίβα που θύμιζαν σκιές ή φαντάσματα. Οι φιγούρες αυτές δεν εκπροσωπούσαν πλέον συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά ολόκληρες κοινότητες που βίωσαν τον εκτοπισμό, την εξαφάνιση και τη θλίψη.

Αυτό ακριβώς το στοιχείο αναδεικνύει και η έκθεση στο Astrup Fearnley Museet. Ο επισκέπτης παρακολουθεί την εξέλιξη μιας καλλιτέχνιδας που ξεκίνησε από την ειρωνική παρατήρηση της καθημερινότητας και κατέληξε σε μια βαθιά στοχαστική διερεύνηση της συλλογικής μνήμης. Τα έργα της αποκαλύπτουν πώς οι εικόνες δεν λειτουργούν απλώς ως καταγραφές γεγονότων αλλά ως μηχανισμοί που διαμορφώνουν την κατανόηση της ιστορίας.

Παρά τη βαθιά πολιτική διάσταση του έργου της, η Γκονσάλες δεν υπήρξε ποτέ διδακτική. Αντί να προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, δημιουργούσε χώρους αμφισημίας. Τα ζωηρά χρώματα συχνά έκρυβαν τραγικά γεγονότα, ενώ η φαινομενική απλότητα των μορφών της απαιτούσε από τον θεατή να κοιτάξει πιο προσεκτικά. Η τέχνη της βασιζόταν στην ένταση ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και σε αυτό που υπονοείται.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version