Λουντοβίκα Βίργκα: «Αντιμετωπίζω τους πάντες ισότιμα και πιστεύω ότι αυτό είναι και το μυστικό μου»

Η ιταλίδα σχεδιάστρια και ιδρύτρια του fashion brand House of Mua Mua μιλάει στο ΒΗΜΑgazino για την πορεία της, από τη γνωριμία της με τον θρυλικό Καρλ Λάγκερφελντ μέχρι σήμερα, αλλά και για τα πολύπλευρα σχέδιά της για το μέλλον, με άξονα πάντα τη δημιουργικότητα.

Η καθημερινή ζωή τείνει να ευνοεί την προβλεψιμότητα. Η μόδα, αντίθετα, ήταν ανέκαθεν γοητευμένη από τη μυθολογία του ακατόρθωτου και τη γοητεία της απροσδόκητης τύχης. Ισως κανείς δεν ενσαρκώνει αυτή την ιδέα καλύτερα από τη μιλανέζα σχεδιάστρια και επιχειρηματία Λουντοβίκα Βίργκα, τη γυναίκα πίσω από το cult fashion brand House of Mua Mua και το πολυαναμενόμενο Mua Mua Hotel.

Η ιστορία της είναι, από πολλές απόψεις, μια αλυσίδα απίθανων συναντήσεων με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της μόδας, της τέχνης και του design, συμπεριλαμβανομένου του επί σειρά ετών μέντορά της Καρλ Λάγκερφελντ.

«Είμαι το πιο τυχερό κορίτσι στον κόσμο» μου είπε η ίδια γελώντας. Και όμως, όσο σημαντικός και αν ήταν ο ρόλος της τύχης στη διαδρομή της, καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησής μας αναδυόταν μια εντελώς διαφορετική ιδέα: από την υποστήριξη γυναικών στο Μπαλί μέχρι τη δημιουργία ενός πολυθεματικού creative hub στο Μιλάνο, η ιστορία της αφορά τελικά την κοινότητα, τη γενναιοδωρία και την επιθυμία να δημιουργεί ευκαιρίες και για τους άλλους.

Λένε πως υπάρχουν άνθρωποι που καταφέρνουν να ζήσουν πολλές ζωές μέσα σε μία. Η Βίργκα είναι αναμφίβολα μία από αυτούς. Πολύ πριν από τα πολυάριθμα επιχειρηματικά εγχειρήματά της, ήταν μια νεαρή στυλίστρια που προσπαθούσε να βρει τον δρόμο της στο Μιλάνο.

«Ηταν η χρυσή εποχή των περιοδικών» θυμάται η ίδια και διηγείται: «Δούλεψα πολύ για τη “Vogue”, με την απίστευτη Φράνκα Σοτσάνι, αλλά και για το “ELLE”. Ακόμη και οι απλήρωτες δουλειές άξιζαν τον κόπο, γιατί ήταν από εκείνες που σε οδηγούσαν στα καλύτερα πάρτι. Οι fashion people εκείνης της εποχής, όπως ο Καρλ, αγαπούσαν πραγματικά τη μόδα και στήριζαν ουσιαστικά τους δημιουργικούς ανθρώπους».

Η αναφορά στον Λάγκερφελντ μοιάζει ιδιαίτερα σημαντική εκ των υστέρων. Πολύ πριν το House of Mua Mua εξελιχθεί σε fashion label, η πρώτη δημιουργική επιτυχία της Βίργκα ήρθε από μια σειρά κροσέ κουκλών που τράβηξαν απρόσμενα την προσοχή μερικών από τις πιο ισχυρές προσωπικότητες του χώρου.

«Είναι μια πολύ γλυκιά ιστορία» παραδέχεται η ίδια και περιγράφει: «Πριν από τους influencers υπήρχαν τα “It girls”, οι υπέροχες γυναίκες που πρωταγωνιστούσαν στα fashion shows και στις κοσμικές συγκεντρώσεις. Η φίλη μου Λετισιά Κραέ, που τότε σχεδίαζε κοσμήματα για τη Chanel, με προσκάλεσε σε μια επίδειξη του οίκου στη Βενετία το 2009. Ο οίκος μού χάρισε ακόμη και το φόρεμα που έβαλα εκείνη τη βραδιά.

Ως “καλό κορίτσι από την Ιταλία” και ακολουθώντας την παράδοση, παρήγγειλα μια κροσέ κούκλα καθ’ ομοίωση του Καρλ Λάγκερφελντ, για να του προσφέρω κι εγώ ένα δώρο». Αναρωτήθηκα πώς θα αντιδρούσε ένας άνθρωπος που είχε δει σχεδόν τα πάντα στον χώρο της μόδας στη θέα μιας παιχνιδιάρικης πλεκτής κούκλας που τον αναπαριστά.

«Ο Καρλ τη λάτρεψε και δεν την αποχωριζόταν. Καθώς ήταν διαρκώς περιτριγυρισμένος από έναν τόσο επιδραστικό δημιουργικό κύκλο, η κούκλα άρχισε να εμφανίζεται παντού. Φωτογραφιζόταν σε δείπνα και εκδηλώσεις δίπλα σε ανθρώπους όπως η Βιρζινί Βιάρ, η Καρίν Ρουατφέλντ και η Κάρα Ντελεβίν. Ξαφνικά έδινα συνεντεύξεις και δεχόμουν προσκλήσεις για τα fashion shows της Chanel σε όλον τον κόσμο. Ο Καρλ ήταν απίστευτα γενναιόδωρος και μου χάριζε συνεχώς δώρα» θυμάται η Βίργκα.

Οι κούκλες που κατέκτησαν τη μόδα

Αυτό που ξεκίνησε ως μια απλή ευγενική χειρονομία εξελίχθηκε σύντομα σε επιχειρηματική ευκαιρία. Ο Λάγκερφελντ παρήγγειλε τελικά 700 κούκλες για να πουληθούν στα καταστήματά του, ενώ λίγο αργότερα ακολούθησε και μια παραγγελία 500 τεμαχίων από τη Lady Gaga.

Η επιτυχία αυτή έδωσε στη Βίργκα το κεφάλαιο που χρειαζόταν για να μετατρέψει ένα δημιουργικό project σε επιχείρηση, εξελίσσοντας σταδιακά την ιδέα σε μια κανονική εταιρεία ρούχων και αξεσουάρ με την ονομασία House of Mua Mua.

«Η ιδέα προήλθε από την εμπειρία μου μέσα στη βιομηχανία της μόδας και βλέποντας πόσο σοβαρά έπαιρναν κάποιοι άνθρωποι τον εαυτό τους. Ενιωθα πως έλειπε η χαρά» εξηγεί.

«Το House of Mua Mua δημιουργήθηκε για να επαναφέρω το χιούμορ στη μόδα, με έμπνευση φυσικά και από την κληρονομιά του Φράνκο Μοσκίνο κατά τη δεκαετία του 1980. Μόλις συνειδητοποίησα ότι μπορούσα να κάνω την παραγωγή στο Μπαλί, χρησιμοποίησα εκείνα τα πρώτα κεφάλαια για να λανσάρω το brand και να δημιουργήσω ρούχα που ήταν παιχνιδιάρικα, πολυτελή και ηθικά κατασκευασμένα» συμπληρώνει.

Το Μπαλί έμελλε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη φιλοσοφία πίσω από το House of Mua Mua. «Την εποχή που μετακόμισα εκεί, ήταν πιθανό να συναντήσεις τον Ντέμιαν Χερστ και τον Ντέιβιντ Μπόουι το ίδιο βράδυ και αμέσως μετά έναν σέρφερ από την Αυστραλία.

Ολοι αντιμετωπίζονταν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο» αναφέρει η σχεδιάστρια, προσθέτοντας: «Στο Μπαλί δεν υπάρχει η έννοια του “ποιος είναι ποιος”, το επίθετό σου δεν έχει σημασία. Αυτή η νοοτροπία διαμόρφωσε βαθιά τη ζωή μου. Αντιμετωπίζω τους πάντες ισότιμα και πιστεύω ότι αυτό είναι και το μυστικό μου».

Το νησί της Ινδονησίας θα επηρέαζε επίσης τον τρόπο με τον οποίο η Βίργκα επέλεξε να δομήσει την επιχείρησή της. Εκείνη την περίοδο το Μπαλί ανέκαμπτε από οικονομικές δυσκολίες, γεγονός που την ώθησε να δημιουργήσει ευκαιρίες για τις ντόπιες γυναίκες μέσα από την παραγωγή κουκλών Mua Mua. Οπως εξηγεί η ίδια:

«Οταν ξεκινήσαμε, πολλές από τις κούκλες κατασκευάζονταν από κορίτσια που πήγαιναν ακόμη στο Λύκειο. Με τον καιρό, οι περισσότερες έφυγαν επειδή χρησιμοποίησαν τα χρήματα που κέρδιζαν μέσω του Mua Mua για να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Μια κοπέλα μάλιστα έφτασε να κάνει διδακτορικό στην Ιαπωνία και πλέον έχει μια εξαιρετική επαγγελματική πορεία».

Σήμερα, η παραγωγή των Mua Mua dolls περιορίζεται σε ειδικά projects, όμως η φιλοσοφία του brand παραμένει ίδια. Η Βίργκα μιλάει με αξιοσημείωτη ειλικρίνεια για τη σημερινή κατάσταση της βιομηχανίας της μόδας, την οποία θεωρεί ολοένα πιο περιοριστική για ένα δημιουργικό πνεύμα: «Τα πάντα βρίσκονται στα χέρια του μάρκετινγκ και των μεγάλων πολυεθνικών.

Οι σχεδιαστές δεν έχουν πια ιδιαίτερη δύναμη. Πολλοί φίλοι μου εργάζονται για μεγάλους οίκους και αντιμετωπίζονται σχεδόν σαν στελέχη του χρηματοοικονομικού τομέα, κάτι που σκοτώνει τη δημιουργικότητα». Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η σχεδιάστρια δηλώνει ιδιαίτερα υπερήφανη για το γεγονός ότι το House of Mua Mua έχει παραμείνει πλήρως ανεξάρτητο.

Το brand κατάφερε να ξεπεράσει τις δυσκολίες της πανδημίας χωρίς να αποκτήσει χρέη και συνεχίζει μέχρι σήμερα να λειτουργεί με ένα αύταρκες επιχειρηματικό μοντέλο. «Επιβιώσαμε από την COVID, συνεχίζουμε να παρουσιάζουμε όμορφα shows και προχωράμε μπροστά» αναφέρει εκείνη. Ισως αυτή ακριβώς η ανεξαρτησία να εξηγεί και τη σταθερή απήχηση του House of Mua Mua σε ένα διεθνές κοινό με έντονη προσωπικότητα.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, δημιουργίες του brand έχουν φορεθεί από προσωπικότητες όπως η Κάρα Ντελεβίν και η Μαντόνα, οι οποίες φαίνεται να γοητεύονται από την παιχνιδιάρικη αισθητική και το απόλυτα ανέμελο πνεύμα του.

«Πιστεύω ότι οι διάσημοι συνδέθηκαν πολύ με το brand ακριβώς επειδή είναι διαφορετικό» σημειώνει η Βίργκα και προσθέτει: «Τα κομμάτια δημιουργούν iconic looks για διακοπές και resort προορισμούς. Οι στυλίστες μάς ανακαλύπτουν σε μπουτίκ όπως η Wonderland στο Κάπρι και στη συνέχεια χρησιμοποιούν τα κομμάτια σε φωτογραφίσεις ή για τους πελάτες τους».

Εχοντας πλέον εδραιώσει το House of Mua Mua, η σχεδιάστρια άρχισε πρόσφατα να επεκτείνει το δημιουργικό της σύμπαν στη φιλοξενία και το interior design μέσω του Mua Mua Hotel, που αναμένεται να ανοίξει στο Μιλάνο.

Η μετάβαση αυτή, ωστόσο, δεν είναι τόσο ξαφνική, καθώς πολύ πριν από το νέο της εγχείρημα είχε ήδη πειραματιστεί με τον χώρο της φιλοξενίας μέσω των Mua Mua Villas στο Μπαλί: «Δεν είναι κάτι καινούργιο για εμένα.

Κάθε βίλα μου στο Μπαλί φέρει το όνομα ενός από τα χαρακτηριστικά σλόγκαν του brand, και έχω σχεδιάσει προσωπικά κάθε λεπτομέρεια σύμφωνα με το σύμπαν του House of Mua Mua – από τα διακοσμητικά αντικείμενα και τα υφάσματα μέχρι τα μπουρνούζια, ακόμη και το εσωτερικό της πισίνας». Το Mua Mua Hotel, ωστόσο, αποτελεί κάτι πολύ πιο προσωπικό, αφού βρίσκεται μέσα στο ιστορικό συγκρότημα Mulino Factory του Μιλάνου και συνδέεται άμεσα με την οικογενειακή ιστορία της Λουντοβίκα Βίργκα.

Η φιλοσοφία της κοινότητας

«Το κτίριο σχεδιάστηκε το 1929 από τους Τσέζαρε Κιόντι και Τζο Πόντι και αγοράστηκε από τον παππού μου το 1955, ο οποίος το μετέτρεψε σε εργοστάσιο ζυμαρικών. Μετά τον θάνατό του, η ιδιοκτησία πέρασε στα παιδιά του και τελικά σε εμένα, όταν απέκτησα το μεγαλύτερο μέρος του συγκροτήματος» λέει η σχεδιάστρια αναφερόμενη στο ιστορικό κτίσμα.

Αντί να περιοριστεί σε μια απλή ανακαίνιση του χώρου, η Βίργκα οραματίστηκε κάτι πολύ πιο φιλόδοξο. Εμπνευσμένη τόσο από το θρυλικό Factory του Αντι Γουόρχολ όσο και από τον στενό δημιουργικό κύκλο του Καρλ Λάγκερφελντ, μετέτρεψε το συγκρότημα σε ένα πολυθεματικό hub, όπου καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες και δημιουργοί μπορούν να συνυπάρχουν και να συνεργάζονται.

Οπως τονίζει: «Η έννοια της κοινότητας σημαίνει τα πάντα για εμένα. Οταν οι άνθρωποι έρχονται κοντά, ανταλλάσσουν ιδέες και γεννιέται κάτι μαγικό». Ακούγοντάς τη να περιγράφει το project, γινόταν σαφές ότι το Mulino Factory ήταν ίσως η πιο ολοκληρωμένη έκφραση της φιλοσοφίας που καθοδηγεί τη Βίργκα σε όλη τη διάρκεια της καριέρας της: να φέρνει τους ανθρώπους κοντά και να δημιουργεί χώρους όπου η δημιουργικότητα μπορεί να ανθήσει.

Το Mua Mua Hotel γεννήθηκε τόσο από ανάγκη όσο και από φιλοδοξία. Η σχεδιάστρια κάποια στιγμή ανακάλυψε πως ορισμένοι από τους συγγενείς της σκόπευαν να πουλήσουν το τελευταίο τμήμα του Mulino Factory, γεγονός που θα έθετε σε κίνδυνο τη χρήση της κεντρικής αυλής από την κοινότητα.

«Δεν μπορούσα να επιτρέψω να συμβεί αυτό, οπότε αγόρασα και το υπόλοιπο κτίριο και αποφάσισα να δημιουργήσω το Mua Mua Hotel, ρίχνοντας όλη μου την ενέργεια στο project» αποκαλύπτει η ίδια σχετικά με αυτό. Το εγχείρημα έγινε η απόλυτη προτεραιότητά της τον τελευταίο χρόνο: «Ασχολήθηκα προσωπικά με τους εσωτερικούς χώρους και με κάθε άλλη λεπτομέρεια. Ηταν πολύ σημαντικό το ξενοδοχείο να αποπνέει τη χαρά και την αισθητική Mua Mua».

Ωστόσο, η φιλοξενία αποτελεί μόνο μία πτυχή του οράματός της για το συγκρότημα. Παράλληλα, έχει δημιουργήσει το Mua Mua Gallery, έναν χώρο που διατίθεται δωρεάν στους καλλιτέχνες που ζουν και εργάζονται στο Mulino Factory. «Ολοι οι resident artists μπορούν να εκθέσουν εκεί χωρίς κανένα κόστος. Είναι ο τρόπος μου να προσφέρω κάτι πίσω στην κοινότητα».

Και σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, η Λουντοβίκα Βίργκα άρχισε πρόσφατα να συνεργάζεται με τον Τομ Ντίξον, ένα από τα πιο επιδραστικά ονόματα του σύγχρονου design. «Για άλλη μία φορά στάθηκα τυχερή» λέει γελώντας και εξηγεί: «Γνώρισα τον Τομ μέσω της φίλης μου Αμπρα Μέντα στη διάρκεια διακοπών στη Σικελία. Κατά κάποιον τρόπο, μου θύμισε το πώς είχα γνωρίσει παλαιότερα τον Καρλ Λάγκερφελντ».

Η γνωριμία αυτή οδήγησε τελικά σε μια συνεργασία μεταξύ της Βίργκα, του Design Research Studio του Ντίξον και της βρετανικής εταιρείας κατασκευής πολυτελών κρεβατιών Vispring για το Mua Mua Hotel. Αυτό που ξεκίνησε ως μια σύμπραξη στον τομέα της φιλοξενίας εξελίχθηκε σύντομα σε έναν ευρύτερο δημιουργικό διάλογο, ο οποίος κορυφώθηκε με μια μεγάλης κλίμακας εγκατάσταση στο Mulino Factory.

Προς το τέλος της συζήτησής μας, τη ρώτησα πώς θα ήθελε να τη θυμούνται στο μέλλον. «Το Mulino Factory και το Mua Mua Hotel θα είναι πιθανότατα η κληρονομιά μου, οπότε αισθάνομαι ότι έχω την ευθύνη να τα προστατεύσω» απάντησε και πρόσθεσε: «Με τους νέους φορολογικούς νόμους στο Μιλάνο, πολλοί εύποροι επενδυτές με έχουν προσεγγίσει με προτάσεις για να αγοράσουν το συγκρότημα.

Ομως, όταν το σκέφτομαι, θυμάμαι τι σημαίνει αυτό το κτίριο για την οικογένειά μου, τον σπουδαίο αρχιτέκτονα που το σχεδίασε και το γεγονός ότι στεγάζει τόσο πολύ ταλέντο, δημιουργικότητα και κοινότητα. Αν το πουλούσα, θα μετατρεπόταν σε διαμερίσματα πολυτελείας. Προτιμώ να το διατηρήσω ως έναν χώρο αφιερωμένο στη δημιουργικότητα». Για τη Βίργκα, η πραγματική επιτυχία του εγχειρήματος δεν βρίσκεται στο ξενοδοχείο αυτό καθαυτό, αλλά στη διατήρηση ενός χώρου όπου το δημιουργικό πνεύμα μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται.

Οταν τη ρώτησα τι θα έλεγε στον νεότερο εαυτό της, χαμογέλασε και είπε: «Είμαι πολύ περήφανη για εκείνο το κορίτσι, αλλά ήταν και πολύ τυχερό. Ο Καρλ Λάγκερφελντ με βοήθησε όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα στη μόδα. Ο Τομ Ντίξον με τον τομέα της φιλοξενίας. Μου αρέσει να πιστεύω ότι είναι θέμα καλού κάρμα, αλλά είναι και ο λόγος για τον οποίο νιώθω υποχρεωμένη να στηρίζω καλλιτέχνες και γυναίκες». Συχνά σκέφτομαι “ποια είμαι εγώ για να μην προσφέρω, όταν με βοήθησε ο ίδιος ο Καρλ Λάγκερφελντ;”».

Και έπειτα από μια μικρή παύση συμπλήρωσε: «Κοιτάζοντας πίσω, δεν θα άλλαζα απολύτως τίποτα. Εκτός ίσως από το να ακούσω την Κάρα Ντελεβίν όταν μου έλεγε να πάρω το Instagram πιο σοβαρά στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Σίγουρα ήξερε κάτι».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version