Διαθέτει μια δική του, άχρονη και εξόχως ξεχωριστή ατμόσφαιρα το luxury resort & hotel Amanzoe, που βρίσκεται στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου, κοντά στο Πόρτο Χέλι της Αργολίδας. Εξ ου και αποτελεί το ιδανικό σκηνικό για τη φιλοξενία (έως τις 31 Οκτωβρίου) της έκθεσης σύγχρονης τέχνης «Life Cycles», η οποία διοργανώνεται σε συνεργασία με την Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Με αυτή την αφορμή ήρθαν για πρώτη φορά μαζί τέσσερις ελληνίδες εικαστικοί από τέσσερις διαφορετικές γενιές – η Μαρίνα Καρέλλα, η Αλεξάνδρα Αθανασιάδη, η Νικομάχη Καρακωστάνογλου και η Δέσποινα Φλέσσα – με γλυπτικές εγκαταστάσεις που εξερευνούν τη συνέχεια, την εξέλιξη και τα ίχνη του χρόνου.
Τα έργα τους είναι διάσπαρτα στους χώρους του resort, σχεδιασμένου από τον αμερικανό αρχιτέκτονα Εντ Τατλ (1945-2020) και μοιάζουν σαν να βρίσκονταν ανέκαθεν εκεί. Στη Βιβλιοθήκη και το μπαρ, η Μαρίνα Καρέλλα παρουσιάζει γλυπτά για το φως, τη σκιά και τις πτυχώσεις, ανάμεσά τους τα «The Gold Cloth» και «Hibiscus». Μέσα στον κήπο µε τις λεβάντες και τα άλλα ελληνικά φυτά τοποθετούνται τα σφυρηλατηµένα γλυπτά της Αλεξάνδρας Αθανασιάδη από την ενότητα «Armour and Horses». Κοντά στον χώρο της ρεσεψιόν, τα «Sacred Vessels» της Νικομάχης Καρακωστάνογλου, από λευκό μάρμαρο Θάσου, αντλούν έμπνευση από αρχαία αναθήματα. Στη Βιβλιοθήκη επίσης η Δέσποινα Φλέσσα παρουσιάζει γλυπτά της από αλουμίνιο, από τη σειρά «Fossils and Shades», μαζί με σχέδια από γραφίτη με τίτλο «Folding Landscapes». Παράλληλα με την έκθεση «τρέχει» και πρόγραμμα δραστηριοτήτων από ιδιωτικές συναντήσεις με τις καλλιτέχνιδες (Meet the Artist) έως ομαδικές ξεναγήσεις. Οι μη διαμένοντες μπορούν να την επισκεφθούν κάνοντας κράτηση σε ένα από τα εστιατόρια του Amanzoe, ενώ τα έργα διατίθενται προς πώληση μέσω της Γκαλερί Ζουμπουλάκη.

Η Μαρίνα Καρέλλα στο στούντιό της.
Tο κοινό νήμα
Eθεσα στις καλλιτέχνιδες το ερώτημα: Τι σημαίνει για εσάς αυτός ο διαγενεακός διάλογος, τι αναγνωρίζετε ως κοινό νήμα που περνά από γενιά σε γενιά στις ελληνίδες εικαστικούς και τι ως καθαρά δικό σας; «Είναι κάτι το οποίο θεωρώ πάρα πολύ εποικοδομητικό, κάθε γενιά έχει την προσωπική της αντίληψη και τροφοδοτεί την επόμενη. Ενας καλλιτέχνης με πολλά χρόνια τριβής με την τέχνη, ο οποίος έχει βγάλει τα συμπεράσματά του, μπορεί να βοηθήσει έναν καλλιτέχνη που τώρα ξεκινάει τη διαδρομή του σε έναν αχαρτογράφητο για αυτόν χώρο και η σχέση αυτή είναι αμοιβαία» δήλωσε η Μαρίνα Καρέλλα. Η Αλεξάνδρα Αθανασιάδη το έθεσε ως εξής: «Πιστεύω ότι η ηλικία και η γενιά δεν έχουν σχέση με τους καλλιτέχνες και τα έργα τέχνης. Ενδεχομένως να έχουν σχέση με το πώς τις εκλαμβάνει κάθε εποχή, αλλά τα έργα είναι πάντα πρωτογενή και εκφράζουν τον εσωτερικό κόσμο του καλλιτέχνη και την ανάγκη του να επικοινωνήσει. Είναι το προσωπικό στίγμα του καθενός. Βέβαια, μεγαλώνοντας στην Ελλάδα, με το φως της και τον ψίθυρο της μακράς Ιστορίας της, είμαι σίγουρη ότι μας επηρεάζει όλους, αλλά και τον καθένα ξεχωριστά».
Η Νικομάχη Καρακωστάνογλου το θέτει κάπως αλλιώς: «Αυτό που με συγκινεί σε αυτή τη συνάντηση τεσσάρων γενεών είναι ότι νιώθω πως το κοινό νήμα είναι η πεποίθηση ότι η γλυπτική είναι πρωτίστως σχέση με την ύλη – όχι απεικόνιση, όχι αφήγηση, αλλά συνομιλία με κάτι που αντιστέκεται και ανταποκρίνεται. Κάθε γενιά φέρνει έναν διαφορετικό τρόπο θέασης αυτής της σχέσης – διαμορφωμένο από την εποχή της, τα ερωτήματά της και τελικά την οπτική από όπου την κοιτά. Στη δική μου περίπτωση, δουλεύω με λευκό μάρμαρο Θάσου και το βλέπω όχι ως παρακαταθήκη ή παράδοση, αλλά ως φαινόμενο φωτός – κάτι απολύτως παρόν, το απόλυτο τώρα».

Αλεξάνδρα Αθανασιάδη
Το βιωμένο και το ιστορικό
Για τη Δέσποινα Φλέσσα η συνάντηση των τεσσάρων δημιουργών από διαφορετικές γενιές «καθιστά ορατό το γεγονός ότι η καλλιτεχνική πρακτική δεν εξελίσσεται μέσα από μια γραμμική λογική διαδοχής, αλλά μέσα από ένα πεδίο χρονικών επικαλύψεων, ασυνεχειών και επαναδιατυπώσεων. Κάθε γενιά κληρονομεί ένα σύνολο ερωτημάτων και μορφών σκέψης, τα οποία ενεργοποιεί εκ νέου μέσα από τις ιδιαίτερες ιστορικές και πολιτισμικές συνθήκες της εποχής της. Υπό αυτή την έννοια, ο διαγενεακός διάλογος δεν αφορά τόσο τη μετάδοση μιας παράδοσης όσο τη διαρκή αναδιαπραγμάτευση της σχέσης μας με τη μνήμη, την Ιστορία και την υλικότητα. Αυτό που αναγνωρίζω ως κοινό νήμα και στις τέσσερις εικαστικούς είναι μια ιδιαίτερη εγρήγορση απέναντι στις διαδικασίες με τις οποίες η εμπειρία εγγράφεται στην ύλη και μετασχηματίζεται σε πολιτισμική μνήμη. Πρόκειται για μια πρακτική που συχνά κινείται ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο βιωμένο και το ιστορικό, αντιμετωπίζοντας την ταυτότητα όχι ως σταθερή κατηγορία αλλά ως κάτι διαρκώς υπό διαμόρφωση.
Αν θα μπορούσα να εντοπίσω ένα χαρακτηριστικό της δικής μου γενιάς, είναι ίσως η εμπειρία μιας απορρυθμισμένης χρονικότητας. Ζούμε σε μια συνθήκη όπου τα χρονικά καθεστώτα συνυπάρχουν και αλληλοδιεισδύουν: το αρχείο, το ερείπιο, η ψηφιακή εικόνα και η μελλοντική προβολή συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο παρόν. Η πρακτική μου προκύπτει ακριβώς από αυτή τη συνθήκη. Με ενδιαφέρουν μορφές που μοιάζουν να έχουν αποκοπεί από μια συγκεκριμένη ιστορική αναφορά. Στα έργα μου επιχειρώ να δημιουργήσω χώρους χρονικής αμφισημίας, όπου η μνήμη δεν αντιμετωπίζεται ως αναπαράσταση ενός χαμένου παρελθόντος αλλά ως μια ενεργή και παραγωγική δύναμη. Τα αντικείμενα λειτουργούν ως φορείς πολλαπλών χρονικοτήτων, ως σημεία συνάντησης ανάμεσα στο αρχαιολογικό και το υποθετικό, στο ίχνος και την προβολή. Με αυτή την έννοια, ο διαγενεακός διάλογος δεν αφορά μόνο διαφορετικές ηλικίες ή διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες, αλλά διαφορετικούς τρόπους συγκρότησης και βίωσης του χρόνου».

Νικομάχη Καρακωστάνογλου
Σε διάλογο με τον τόπο
Στο επιβλητικό Amanzoe τα έργα των τεσσάρων γυναικών συνομιλούν με την αρχιτεκτονική του Εντ Τατλ, με το τοπίο της Πελοποννήσου και με την καθημερινότητα των επισκεπτών. Πώς αλλάζει ένα έργο όταν βγαίνει από ένα μουσείο ή μια γκαλερί και γίνεται μέρος της ζωής ενός τόπου – και πώς συνδέεται η δική τους ύλη με τον χρόνο, τη μνήμη και την ανθεκτικότητα που διατρέχουν την έκθεση ως θεματικές; Η Μαρίνα Καρέλλα απαντά: «Eνα έργο, όταν αλλάζει περιβάλλον φέρνει μαζί του τον κόσμο του και τον αφομοιώνει στον νέο του τόπο. Στο έργο “The Gold Cloth”ο μπρούντζος μένει αναλλοίωτος στον χρόνο και κουβαλάει τη μνήμη του όπου και να πάει, όπου και αν μείνει. Σε αντίθεση με τα έργα φτιαγμένα από ρητίνη, ένα σύγχρονο και νέο υλικό, το οποίο δεν φέρει το αποτύπωμα του παρελθόντος».
«Ο κάθε χώρος, ο φωτισμός και τα χρώματα του περίγυρου αλλάζουν τα έργα και τον τρόπο με τον οποίο τα εκλαμβάνει ο παρατηρητής. Στο Amanzoe είναι τοποθετημένα κατά τρόπο που συμβιώνουν με τον χώρο και αναδεικνύουν άλλα χαρακτηριστικά από αυτά που θα προέβαλλαν μέσα σε ένα μουσείο ή μια γκαλερί. Εδώ συνομιλούν με το περιβάλλον, τα ανακαλύπτεις σιγά και λίγο-λίγο με την αλλαγή που επιφέρουν η θέση του ήλιου και τα σύννεφα στον ουρανό. Η αρχιτεκτονική του κτιρίου που συνυπάρχει, αλλά δεν επιβάλλεται στη φύση της Πελοποννήσου, με παραπέμπει σε απόηχο της αρχαίας Ελλάδας και κατά έναν περίεργο τρόπο και σε κήπο Ζεν. Το κτίριο είναι από μόνο του ένα έργο τέχνης και ένα ησυχαστήριο που καταργεί τον χρόνο και προσθέτει στο περιβάλλον» περιγράφει η Αλεξάνδρα Αθανασιάδη. Και προσθέτει: «Η σχέση µε την ύλη και τον χρόνο είναι πρωταρχική στη δουλειά µου. Τα περισσότερα έργα που παρουσιάζονται σε αυτή την έκθεση αποτελούνται από παλιά υλικά τα οποία βρήκαν τον δρόµο τους σε µια καινούργια ζωή. Σε ένα από τα έργα υπάρχουν κοµµάτια που έχουν σφυρηλατηθεί είκοσι χρόνια πριν συναντήσουν τον σύντροφό τους στην ολοκλήρωση του γλυπτού. Life Cycles, Κύκλοι Ζωής».

Δέσποινα Φλέσσα
Η σημασία της σωματικής μνήμης
Για τη Νικομάχη Καρακωστάνογλου «όταν ένα έργο βγαίνει από την γκαλερί και εισέρχεται σε έναν ζωντανό τόπο αλλάζει η σχέση του με τον χρόνο. Στο μουσείο το έργο παρατηρείται· εδώ, στο Amanzoe, υπάρχει. Συναντά το πρωινό φως, το σούρουπο, τη νύχτα – και το νερό που το αντικατοπτρίζει και πολλαπλασιάζει την παρουσία του. Γίνεται μέρος μιας ρυθμικής καθημερινότητας που δεν μπορείς να ελέγξεις ούτε να προβλέψεις. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο, όμως, είναι η αφή. Επιθυμώ ο επισκέπτης να αγγίζει το έργο· να αισθάνεται την κρυσταλλική υφή του μαρμάρου, τη θερμοκρασία του, την ανταπόκρισή του στο άγγιγμα. Η αφή προσθέτει μια διάσταση που κανένα μουσείο δεν επιτρέπει πλήρως: τη σωματική μνήμη. Η εμπειρία παύει να είναι μόνο οπτική και γίνεται βιωματική. Το μάρμαρο της Θάσου έχει τη δική του ιδιαίτερη σχέση με αυτόν τον τόπο. Είναι ελληνική γη που συναντά το πελοποννησιακό φως· και όμως μοιάζει ταυτόχρονα ξένο μέσα στο τοπίο, σαν κάτι που δεν ανήκει στη γη αλλά στον αέρα. Η κρυσταλλικότητά του, η λευκή του παρουσία ανάμεσα στους κίονες και στην πέτρα τού Τατλ, δεν αντιπαρατίθεται στην αρχιτεκτονική· τη διαπερνά. Και αυτό ακριβώς με ενδιαφέρει: όχι η αντίθεση, αλλά η διαπερατότητα. Το μάρμαρο κουβαλά μέσα του εκατομμύρια χρόνια γεωλογικής μνήμης, κι όμως ανταποκρίνεται στο φως και στο άγγιγμα της κάθε στιγμής σαν να τα συναντά για πρώτη φορά».

Η Δέσποινα Φλέσσα με τη σειρά της τοποθετείται ως εξής: «Η μετατόπιση ενός έργου από τον θεσμικό χώρο του μουσείου σε έναν βιωμένο τόπο δεν αλλάζει απλώς το πλαίσιο πρόσληψής του· μεταβάλλει το ίδιο το οντολογικό του καθεστώς. Το έργο παύει να λειτουργεί ως ένα αυτόνομο αντικείμενο αναπαράστασης και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πεδίο χωρικών, χρονικών και υλικών σχέσεων. Η σημασία του δεν παράγεται πλέον αποκλειστικά μέσα από τη μορφή του, αλλά μέσα από τη συνεχή του έκθεση σε διαδικασίες διάρκειας, φθοράς, επανάληψης και μεταβολής. Στο Amanzoe, η αρχιτεκτονική του Εντ Τατλ, το πελοποννησιακό τοπίο και οι καθημερινές κινήσεις των επισκεπτών συγκροτούν ένα σύνθετο καθεστώς χρονικότητας. Αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι η ένταξη του έργου σε έναν συγκεκριμένο τόπο, αλλά η δυνατότητα να ενεργοποιηθούν πολλαπλά χρονικά επίπεδα ταυτόχρονα. Η αρχιτεκτονική φαίνεται να αντλεί από μια αρχαϊκή μνήμη χωρίς να ανήκει στο παρελθόν, ενώ το τοπίο λειτουργεί ως πεδίο γεωλογικών και ιστορικών διαρκειών που υπερβαίνουν την ανθρώπινη κλίμακα. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το έργο παύει να αναφέρεται σε έναν χρόνο και γίνεται τόπος συνάντησης διαφορετικών χρονικοτήτων».

Αυτό ακριβώς την απασχολεί και στη δική της πρακτική: «Οι γλυπτικές μορφές και τα σχέδια δεν επιχειρούν να αναπαραστήσουν τη μνήμη, αλλά να διερευνήσουν τις υλικές συνθήκες μέσα από τις οποίες η μνήμη καθίσταται δυνατή. Με ενδιαφέρουν αντικείμενα που μοιάζουν να έχουν αποσπαστεί από τη γραμμική ιστορία, μορφές που εμφανίζονται ως κατάλοιπα χωρίς σαφή προέλευση ή ως ευρήματα ενός μέλλοντος που δεν έχει ακόμη συμβεί. Πρόκειται για αντικείμενα που δεν κατοικούν μια συγκεκριμένη στιγμή αλλά μια κατάσταση χρονικής εκκρεμότητας. Στα γλυπτά μου, το αλουμίνιο αποκτά για εμένα σημασία ακριβώς επειδή εισάγει ένα παράδοξο μεταξύ ανθεκτικότητας και ερειπίου. Ενώ παραπέμπει σε διάρκεια και σχεδόν άφθαρτη υλικότητα, ταυτόχρονα εμφανίζεται ως θραύσμα, ως απομεινάρι, ως κάτι που έχει ήδη επιβιώσει από μια άγνωστη διαδικασία απώλειας. Με αυτή την έννοια, η ανθεκτικότητα δεν αφορά τη διατήρηση μιας σταθερής μορφής αλλά την ικανότητα της ύλης να συνεχίζει να φέρει χρόνο μέσα από διαδοχικούς μετασχηματισμούς. Αντίστοιχα, στα σχέδια “Folding Landscapes”, η εικόνα αποκαλύπτεται και αποκρύπτεται ταυτόχρονα. Το τοπίο δεν παρουσιάζεται ως κάτι σταθερό, αλλά ως μια εμπειρία μνήμης που συνεχώς ανασυντίθεται. Μέσα από τις πτυχώσεις, τις αποκρύψεις και τις αποσπασματικές εμφανίσεις με ενδιαφέρει να δημιουργήσω έναν χώρο όπου η παρουσία και η απουσία συνυπάρχουν. Iσως τελικά η μνήμη να μην είναι μια σχέση με το παρελθόν αλλά μια μορφή επιμονής της ύλης. Και ίσως το ερώτημα που διατρέχει το έργο μου να αφορά ακριβώς αυτό: πώς κάτι μπορεί να παραμένει παρόν όχι επειδή αντιστέκεται στον χρόνο, αλλά επειδή τον ενσωματώνει».
