Ιορδάνης Χασαπόπουλος: Ο δημοσιογράφος που δεν έγινε είδηση

Ο εκ των οικοδεσποτών της πρωινής ενημερωτικής εκπομπής «Κοινωνία Ωρα MEGA» εξηγεί πώς κατάφερε να μη γίνει ποτέ ο ίδιος σημαντικότερος από την είδηση που μετέδιδε και μιλάει για την αρετή της ευγένειας, η οποία μπορεί να μη σε πηγαίνει γρήγορα, αλλά σίγουρα σε φτάνει μακριά.

Υπάρχει μια σχεδόν παράδοξη ηρεμία στο βλέμμα και στις κινήσεις του Ιορδάνη Χασαπόπουλου, μια σιγουριά που δεν μπορείς να μη σχολιάσεις. Ειδικά με δεδομένο ότι μιλάμε για έναν δημοσιογράφο με καθημερινή παρουσία στην τηλεόραση. Σε έναν κόσμο, δηλαδή, φτιαγμένο από τα υλικά της αυτοαναφορικότητας και της φιλαυτίας.

Θα μπορούσες να τον χαρακτηρίσεις εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα ή να αντλήσεις από τη λαϊκή θυμοσοφία και να τον περιγράψεις ως «τη μύγα μες στο γάλα». Στην πραγματικότητα, ο Ιορδάνης Χασαπόπουλος κάνει εδώ και δεκαετίες πια αυτό που γνωρίζει καλύτερα από καθετί άλλο και εκείνο που, εδώ που τα λέμε, τον έφθασε στην πρώτη γραμμή: παραμένει ο εαυτός του.

Αυτή η επιμονή στην κανονικότητα δεν ήταν, ωστόσο, αυτονόητη. Ακόμα και σε καιρούς που η τηλεόραση απαιτούσε «εισαγγελείς» και «λαϊκά δικαστήρια», εκείνος επέλεξε τον – προφανώς δύσκολο – δρόμο της ευγένειας. Αρνήθηκε τον ρόλο του τιμωρού, προτιμώντας να είναι ο αγωγός της είδησης και όχι ο πρωταγωνιστής της. Μια στάση ζωής που δοκιμάστηκε σκληρά: από την αβεβαιότητα του «μαύρου» στο MEGA και την αγωνία της επιβίωσης, μέχρι το σοβαρό «καμπανάκι» της υγείας του που τον ανάγκασε να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές του.

Ο οικοδεσπότης της πρωινής ζώνης του MEGA, που παρουσιάζει μαζί με την Ανθή Βούλγαρη την ενημερωτική εκπομπή «Κοινωνία Ωρα MEGA», κάνει τον απολογισμό του χωρίς φτιασιδώματα. Μιλάει για το τίμημα της καριέρας που είδε να καθρεφτίζεται στη ζωή του γιου του και εξηγεί γιατί, τελικά, η μεγαλύτερη επιτυχία δεν είναι τα νούμερα τηλεθέασης, αλλά το να ξυπνάς – αχάραγα στην περίπτωσή του – έχοντας τη συνείδησή σου ήσυχη.

Κύριε Χασαπόπουλε, σας έχουμε αποτυπώσει στον νου μας ως έναν δημοσιογράφο πολύ φιλικό και προσηνή. Ως αυτό που λέμε «άνθρωπο της διπλανής πόρτας». Πώς επιβιώνει κανείς με αυτές τις αρετές σε έναν σκληρό κόσμο όπως αυτός των media;

«Ξέρετε, κοιτάζω πίσω και συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι άνθρωπος που επιζητά την αντιπαλότητα. Πάντα είμαι καλοπροαίρετος. Δεν κρατάω κακία και ξεχνάω πολύ εύκολα. Και θα σας το πω και αλλιώς, γιατί καλό είναι να είμαστε ειλικρινείς: όλοι μας σε αυτή τη δημοσιογραφική πορεία έχουμε φάει και μαχαιριές, έχουμε δεχθεί άδικες απολύσεις, έχουμε υποστεί κακές συμπεριφορές.

Ομως, προσωπικά, δεν κράτησα ποτέ κακία σε κανέναν. Ισα-ίσα, σε κάποιες δύσκολες στιγμές, όταν κάνω τον απολογισμό μου, λέω ότι όποιος μου φέρθηκε άσχημα, μάλλον καλό μού έκανε τελικά. Γιατί όταν ξεπέρασα εκείνη την ιστορία, μετά μου ήρθαν πιο εύκολα τα πράγματα. Προσπαθώ, λοιπόν, κατ’ αρχάς, να είμαι ευγενής. Δεν μου αρέσει η αγένεια».

Ωστόσο, ειδικά στα χρόνια της κρίσης, υπήρχε μια σχεδόν κοινωνική απαίτηση για «αίμα» στην αρένα. Δεν νιώσατε ποτέ την πίεση να γίνετε κι εσείς πιο επιθετικός;

«Το θυμάμαι πολύ έντονα αυτό. Από την εποχή των Μνημονίων πάντα μας έλεγαν: “Μα φέρνετε τους πολιτικούς εκεί και δεν τους βρίζετε; Δεν τους τα χώνετε;”. Ζούσαμε σε μια κατάσταση που ο κόσμος ήθελε να μας βλέπει να ανεβαίνουμε πάνω στο τραπέζι και να “ξεσκίζουμε” αυτόν που είχαμε απέναντι. Αυτό εγώ το σιχαίνομαι. Θέλω με έναν ευγενικό και ωραίο τρόπο να φέρεις τον άλλον σε πολύ δύσκολη θέση. Στην τηλεόραση, ο τηλεθεατής που σε βάζει στο σπίτι του δεν σε επιλέγει επειδή είσαι άγριος ή επειδή βρίζεις. Θέλει ένα αξιοπρεπές πρόγραμμα. Θέλει να βλέπει ανθρώπους να συζητούν, να βγαίνει ένα νόημα. Οχι μια χάβρα».

Πολλοί συνάδελφοί μας έχτισαν καριέρες υπηρετώντας τον ρόλο του λαϊκού δικαστή. Δεν μπήκατε στον πειρασμό;

«Αυτό είναι κάτι που δεν μου άρεσε ποτέ – ο ρόλος του “μασκοφόρου εκδικητή”, του δημοσιογράφου που παίρνει το σπαθί του, ξιφουλκεί και μαχαιρώνει τους “κακούς”. Αυτό δεν υπάρχει, ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να υπάρχει στην ελληνική πραγματικότητα. Πολλοί βάζουν τους πολιτικούς απέναντι και λένε “είναι όλοι σάπιοι” – θυμίζω ότι αυτό ήταν το βασικό σύνθημα της Χρυσής Αυγής. Ή λένε ότι όλοι οι συνδικαλιστές είναι χάλια, τραβούν διαχωριστικές γραμμές για να φαίνονται οι ίδιοι “καλοί” και “καθαροί”. Εχουμε παραδείγματα στην τηλεόραση ανθρώπων που προσπαθούν να φτιάξουν προφίλ “αδέκαστου” για να κατηγορήσουν εύκολα πολιτικούς, δημοσιογράφους, ηθοποιούς, μόνο και μόνο για να χτίσουν το δικό τους προφίλ. Αν τους δεις, όμως, αυτούς στην προσωπική τους ζωή και στη διαδρομή τους, συχνά είναι οι χειρότεροι. Κατηγορούν τους “ξεπουλημένους” ενώ οι ίδιοι έχουν κάνει χειρότερα. Μπορώ να σας πω και ονόματα και παραδείγματα, αλλά δεν χρειάζεται. Ο κόσμος καταλαβαίνει».

Αρα, εσείς αρνηθήκατε συνειδητά να φορέσετε τον μανδύα του σταυροφόρου;

«Ακριβώς. Και δεν το ήθελα ποτέ. Κοιτάξτε τους παρουσιαστές στα μεγάλα ξένα δίκτυα, αυτούς που κάνουν διεθνείς καριέρες. Δεν παίρνουν ρόλο καταγγέλλοντα. Αυτό που λένε κάποιοι εδώ – “εγώ εκφράζω τον αγανακτισμένο πολίτη” – είναι λάθος. Για να εκφράσεις το πρόβλημα, πρέπει να το προβάλεις σωστά. Είτε αυτό είναι εναντίον ενός υπουργού, είτε εναντίον της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης, η προβολή της αλήθειας έχει από μόνη της δύναμη. Ο δημοσιογράφος είναι ένας διαμεσολαβητής. Πολλοί έχουν παρεξηγήσει τον ρόλο τους, γιατί νομίζω ότι κάποιοι δημοσιογράφοι φτιάχνουν καριέρα από αυτό για να πάνε στο επόμενο στάδιο: να μπουν στην πολιτική. Να γίνουν οι ίδιοι το επίκεντρο».

Οι απαρχές και η εμπειρία σας στο ρεπορτάζ λειτούργησαν ως ασπίδα απέναντι σε αυτή τη μάλλον κοντόφθαλμη και ματαιόδοξη θεώρηση;

«Αν ξεκινήσεις από τη μαχόμενη δημοσιογραφία, βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά. Πάρτε για παράδειγμα το τραγικό ναυάγιο στη Χίο. Δεν μπορείς να πεις ότι οι λιμενικοί δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Ανθρωποι που για 800 ή 1.200 ευρώ τρώνε τα νιάτα τους μέσα στην αλμύρα και το Αιγαίο για να σώσουν μετανάστες. Δεν μπορείς με μια μονοκοντυλιά να πεις ότι αυτοί ευθύνονται για τους νεκρούς. Αυτό θα το πει εύκολα ένας ακραίος πολιτικός. Ο δημοσιογράφος πρέπει να αναδείξει τα γεγονότα. Εμένα, εν κατακλείδι, η ευγένεια δεν με έβλαψε. Κάνω ρεπορτάζ από το 1993 και εκπομπές από το 2000. Μπορεί να μην κερδίζω πάντα τις εντυπώσεις, να μην είμαι αυτός που είπε τη “φοβερή ατάκα” που θα γίνει viral, αλλά με ενδιαφέρει όποιος με ακούει να καταλαβαίνει τι πραγματικά συμβαίνει».

Είστε στην πρωινή ζώνη δύο και πλέον δεκαετίες πια. Υπάρχει συνταγή επιτυχίας;

«Ναι, υπάρχει συνταγή. Αρκεί να μπορείς να την υπηρετήσεις με συνέπεια. Εδώ στο MEGA, έξι χρόνια τώρα στην πρωινή εκπομπή – γιατί μην ξεχνάτε ότι και στο παλιό MEGA έκανα το “MEGA Σαββατοκύριακο” και τις εκπομπές το καλοκαίρι – η συνταγή δεν είναι μεγάλη φιλοσοφία. Είναι σχέση εμπιστοσύνης. Κατ’ αρχάς, πρέπει να σε γνωρίσει ο κόσμος, να σου δώσει το δικαίωμα να μπεις σπίτι του.

Για να σε εμπιστευθεί και να παρακολουθήσει την πορεία σου, θέλει τουλάχιστον ένα με δύο χρόνια. Βλέπεις ότι όσοι έγραψαν ιστορία στην τηλεόραση είναι πολλά χρόνια στο ίδιο πόστο. Ο τηλεθεατής το πρωί θέλει να μάθει γρήγορα πολλά πράγματα για να φύγει ενημερωμένος για τη δουλειά του. Θέλει όμως να ακούσει και ένα ωραίο ανέκδοτο, μια “εξυπνάδα” που θα την πει μετά στο γραφείο, να δει τι παίζει στα social media, ακόμα και να ακούσει τα καινούργια τραγούδια. Κυρίως θέλει να ξυπνήσει χωρίς να αγχωθεί.

Αν τον αγχώνεις τον τηλεθεατή με το “καλημέρα” ή βγάζεις το προσωπικό σου πρόβλημα στον αέρα επειδή δεν τα έχεις βρει με τον εαυτό σου, ο κόσμος το καταλαβαίνει αμέσως. Η τηλεόραση είναι πρωταθλητισμός. Πρέπει να έχεις συνέπεια και εγκυρότητα. Εμείς έχουμε εντάξει στήλες που είναι καθημερινά οι ίδιες, σαν ιεροτελεστία. Ο άλλος ξυρίζεται, ετοιμάζεται, προετοιμάζει τα παιδιά για το σχολείο. Δεν μπορείς τις εφημερίδες μία να τις βγάζεις στις 6.45 και μία στις 7.15. Θέλει σταθερότητα.

Και αν μπορείς να το προχωρήσεις λίγο παραπάνω, να φτιάξεις την ημέρα του ανθρώπου που σε παρακολουθεί, τότε ακόμα καλύτερα. Εμείς, για παράδειγμα, μαζεύουμε τα μηνύματα των τηλεθεατών, έχουμε μια αμφίδρομη σχέση χρόνια τώρα. Τελευταία, επειδή πολλές νοικοκυρές είχαν το πρόβλημα “τι θα φάμε σήμερα”, καθιερώσαμε μια άτυπη στήλη, το “πιάτο της ημέρας”. Δίνουμε ιδέες σε μια γυναίκα ή έναν άνθρωπο που σηκώθηκε από τις 5.30. Μπορεί κάποιος να πει: “Ελα μωρέ, τι βλακεία είναι αυτή;”, αλλά όλα παίζουν τον ρόλο τους στην ανθρώπινη επαφή».

Δεν φοβάστε μη σας ψέξουν ότι ρίχνετε νερό στο κρασί της ενημέρωσης με σπαράγματα lifestyle;

«Το έχω ξεπεράσει αυτό. Eκανα 30 χρόνια πολιτικό ρεπορτάζ, το έχω “τερματίσει”. Oταν ξυπνάς το πρωί, πρέπει να μπεις στη διαδικασία του κόσμου. Εμένα πια, το να αναλύω όλη μέρα τη δήλωση του τάδε πολιτικού επειδή δεν έχω άλλα θέματα δεν με αφορά. Θέλουμε να κρατήσουμε την εκπομπή σοβαρή, αλλά όχι σοβαροφανή. Εμείς κοιτάμε τα ενδιαφέροντα που έχω εγώ και η Ανθή Βούλγαρη. Το μυστικό είναι ότι δεν φοβόμαστε να ανοίξουμε θέματα. Προχθές, αντί για μια βαρετή πολιτική ανάλυση, αναδείξαμε ένα τεράστιο θέμα για τα αδέσποτα στους δήμους. Γιατί να μην παίξει ένα τέτοιο ρεπορτάζ το πρωί;».

Διαβάζοντας το βιογραφικό σας, είδα ότι ξεκινήσατε τη σταδιοδρομία σας από ναυτιλιακή εταιρεία. Πώς έγινε η μετάβαση στη δημοσιογραφία;

«Πάντα ήθελα να γίνω δημοσιογράφος. Θυμάμαι να έχω γράψει έκθεση στη Β’ Γυμνασίου για το πόσο με βοηθούσε το να ξέρω την αλήθεια και να τη διηγούμαι στον κόσμο. Απλώς δεν ήμουν πολύ καλός μαθητής και τότε για να ακολουθήσεις τη δημοσιογραφία έπρεπε να περάσεις σε δύσκολες σχολές, όπως η Νομική ή η Φιλολογία.

Τελείωσα λοιπόν το Λύκειο, πήγα στρατό και για 4-5 χρόνια δούλευα στα ναυτιλιακά για να ζήσω. Επρεπε να επιβιώσω. Μετά πήγα στην “Αυγή”. Εξι μήνες άμισθος. Επειτα άνοιξε η “Επικαιρότητα” του Σπύρου Καρατζαφέρη, το 1988. Δούλευα στον 9.84 τα Σαββατοκύριακα και καθημερινά στην “Επικαιρότητα”. Ετσι ξεκίνησα. Είναι ωραίο ταξίδι η δημοσιογραφία. Δούλευα επτά ημέρες την εβδομάδα. Εκανα ελεύθερο ρεπορτάζ, έκανα οικονομικό, τα πάντα».

Υπάρχει κάποια ιστορία από εκείνα τα χρόνια που να θυμάστε έντονα; Κάποια στιγμή που καταλάβατε ότι κάνετε τη σωστή δουλειά;

«Θυμάμαι μια απίστευτη ιστορία, το 1990-91. Ερχεται ο Πάνος Κολιοπάνος στο γραφείο και λέει: “Υπάρχει ένας γιατρός στη Βουλγαρία, ο Χατζίεφ, που θεραπεύει τον καρκίνο. Ποιος έχει διαβατήριο;”. Ετυχε να έχω εγώ. Εφυγα τότε για τη Φιλιππούπολη για τρεις ημέρες. Είδα τον περιβόητο γιατρό μόλις για έξι ώρες και έγραφα δισέλιδα στην εφημερίδα για 15 ημέρες. Σαλόνια! Η εφημερίδα από 25.000 φύλλα πήγε στα 35.000. Ο γιατρός εκείνος ενίσχυε το ανοσοποιητικό, και όντως κάποιες μορφές καρκίνου τις αντιμετώπιζε. Τότε όμως είχε βγει και το AIDS και πέσαμε πάνω στη λαίλαπα της παραπληροφόρησης – έλεγαν ότι θεραπεύει και το AIDS, γινόταν χαμός. Αργότερα γνώρισα τον Γιάννη Τζαννετάκο, πήγα στον 9.84 και σιγά-σιγά προχώρησα».

Και η τηλεόραση; Πότε μπαίνει στο κάδρο;

«Το ’96. Μετά τον 9.84 πήγα στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ και μετά στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ, στα πειραματικά χρόνια τότε, με τον Σταμάτη Μαλέλη διευθυντή και τον Θοδωρή Μιχόπουλο αρχισυντάκτη. Εκεί έκανα αποστολές, μου άρεσε πάρα πολύ η δράση. Ερχόμουν από τη μία, πήγαινα στην άλλη».

Υπηρετήσατε για χρόνια και το πολιτικό ρεπορτάζ. Ησασταν δίπλα στην εξουσία. Πώς και δεν σας πλάνεψε η εξουσία;

«Θέλει εσωτερική συγκρότηση. Πρέπει να καταλάβεις βαθιά μέσα σου ότι από ένα σημείο και μετά η είδηση δεν είσαι εσύ. Αν δεν το συνειδητοποιήσεις αυτό, δεν μπορείς να πας μπροστά, θα σε φάει το σύστημα. Η αγωνία μου πάντα ήταν να παραμείνω στον χώρο, να έχω διάρκεια. Δεν είχα κάπου να στηριχτώ, δεν ήμουν μέλος σε “παρέες” και κλίκες. Επρεπε να χαράξω τον δικό μου δρόμο. Μου είχαν κάνει προτάσεις να μπω στην πολιτική – συνάδελφοι που καθόμασταν στο ίδιο γραφείο το έκαναν, απογειώθηκαν και τώρα δεν έχουν δουλειά. Εγώ χαίρομαι που δεν πήγα. Μου λένε “κατέβα δήμαρχος στην Ξάνθη” (σ.σ.: είναι η γενέτειρά του), αλλά ξέρω ότι δεν θα το έκανα. Μου αρέσει η δουλειά μου, θέλω να είμαι “εργάτης” της ενημέρωσης».

Εχετε φοβηθεί ποτέ στη δουλειά ή έχετε σκεφτεί δύο φορές τον τρόπο με τον οποίο θα μεταδώσετε μια πληροφορία;

«Στα Ιμια ήμουν ο πρώτος που έμαθα ότι έγινε απόβαση. Δεν φοβήθηκα να το πω, αλλά ο τρόπος έχει σημασία. Οταν χειρίζεσαι εθνικά θέματα, δεν μπορείς να πεις ότι ο στρατιωτικός έκανε λάθος. Εχω έναν κανόνα: “Κανείς δεν απολύθηκε για κάτι που δεν είπε”. Αν έχεις μια πληροφορία, κράτα τη και αξιοποίησέ την τη σωστή στιγμή και με τον σωστό τρόπο.

Μετράω πολύ τη δουλειά μου. Δεν με νοιάζει ο εντυπωσιασμός. Βλέπω συναδέλφους που χαίρονται επειδή έγιναν viral στα sites ενώ η εκπομπή τους κάνει μονοψήφια νούμερα τηλεθέασης. Είναι σαν να δουλεύουν για τα sites. Εμένα με ενδιαφέρει η πληροφορία που βγάζω εκείνη την ώρα στην τηλεόραση και το να τη δει ο κόσμος».

Η περίοδος που έκλεισε το MEGA το 2018 υπήρξε τραυματική; Μείνατε δύο χρόνια εκτός.

«Ηταν πολύ δύσκολα χρόνια. Δεν είχα δουλειά, μόνο τη “Βραδυνή”. Σκέφτηκα ακόμα και να αλλάξω επάγγελμα τότε, να τα παρατήσω όλα και να πάω στην Ξάνθη. Ελεγα: “Μέχρι εδώ ήταν, τελείωσε”. Αλλά, ξέρετε, το σκέφτομαι συχνά, ακόμα και τώρα που έχω δουλειά και επιτυχία, μήπως “περάσει η μπογιά μου”. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου “βασιλιά”. Μου αρέσει να είμαι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Να πηγαίνω διακοπές και να μη με ξέρουν. Το χειρότερό μου είναι να γίνομαι ο ίδιος θέμα».

Η καθημερινότητά σας τώρα πώς είναι; Oλοι οι παρουσιαστές της πρωινής ζώνης μιλούν για το πρωινό ξύπνημα.

«Είναι πιο ήρεμη πια. Ξυπνάω στις 4.30, έρχομαι στην εκπομπή και μετά πάω για γυμναστική. Το μεσημέρι κοιμάμαι λίγο και το απόγευμα είμαι στην εφημερίδα. Παλιά δεν κοιμόμασταν για δύο ημέρες σερί. Στα μνημόνια, θυμάμαι, πήγαινα στις Βρυξέλλες Τετάρτη με Παρασκευή, έπαιρνα την πτήση των 9 το βράδυ, έφθανα στην Αθήνα ξημερώματα και στις 5 το πρωί ήμουν στην εκπομπή. Αυτό γινόταν κάθε δεύτερη εβδομάδα για τρία ολόκληρα χρόνια. Μιλάμε για εξόντωση».

Aρα πλέον σάς φροντίζετε περισσότερο;

«Πριν από λίγα χρόνια πέρασα μια σοβαρή περιπέτεια με την καρδιά μου. Από τότε σκέφτομαι διαφορετικά και, ναι, φροντίζω τον εαυτό μου. Eπρεπε να το είχα κάνει από τα 30-35, εγώ το ξεκίνησα στα 50. Αλλά δεν είναι μόνο η υγεία.

Στα χρόνια της πολλής δουλειάς στερήθηκα τον γιο μου. Ο Στέλιος είναι 32 τώρα. Δούλευε στην Αμερική, σε δύο μεγάλες τράπεζες. Θυμάμαι, πήγα κάποτε να τον δω και είχαμε ραντεβού το μεσημέρι για κανένα μισάωρο. Καθόταν 15 λεπτά και τον φώναζαν πίσω. Γύριζε σπίτι στις 11 το βράδυ, δούλευε μέχρι τις 2 και σηκωνόταν στις 6. Hταν σαν να έβλεπα τον εαυτό μου στον καθρέφτη.

Του είπα: “Ρε φίλε, τι θα κάνεις στη ζωή σου; Θα την πατήσεις όπως εγώ;”. Με άκουσε, ευτυχώς, και γύρισε στην Ευρώπη. Κατάλαβε ότι δεν είναι όλα μόνο λεφτά. Αυτό για εμένα ήταν ένα ξυπνητήρι».

Κύριε Χασαπόπουλε, αν μιλούσατε σήμερα σε εκείνο το παιδί της Β΄ Γυμνασίου που έγραφε στις εκθέσεις του ότι ήθελε να γίνει δημοσιογράφος τι θα του λέγατε;

«Θα του έλεγα: “Καλά έκανες”. Δεν το μετάνιωσα ποτέ. Η δημοσιογραφία μού χάρισε ωραία ταξίδια, γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους. Oταν δούλευα στα ναυτιλιακά, μου έλεγαν: “Κάτσε εδώ, θα ανοίξουμε μαγαζιά, θα βγάλεις λεφτά”. Κι εγώ σκεφτόμουν: “Δηλαδή όλη μου τη ζωή θα κάνω αυτό;”. Μου φαινόταν τραγικό, μια φυλακή. Προτίμησα την περιπέτεια της δημοσιογραφίας. Και καλά έκανα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version