Γιώργος Συμπάρδης: «Δεν γράφουμε από το μηδέν ούτε για το τίποτα»

Ο βραβευμένος συγγραφέας επανέρχεται με το τελευταίο του βιβλίο σε μια λογοτεχνία παρατήρησης, ατμόσφαιρας και αργής αποκάλυψης.

Υπάρχουν βιβλία χωρίς καταιγιστική πλοκή, χωρίς «σοφίες» ή αποφθέγματα που σε σπρώχνουν να τα σημειώσεις στο περιθώριο της σελίδας. Βιβλία που δεν στηρίζονται στην αφόρητη ένταση των γεγονότων, ούτε σου δίνουν τις απαντήσεις – αντίθετα, σε καλούν να σκεφτείς ποια ήταν εξαρχής η ερώτηση. Σε κρατούν στον κόσμο τους μέσα από την ατμόσφαιρα, τον ρυθμό και τα ελλειπτικά κενά τους – ανοιχτά πεδία νοήματος προς αποκωδικοποίηση. Και, τελικά, σε εμπλέκουν περισσότερο, ακριβώς επειδή δεν σου εξηγούν τα πάντα. Αυτός είναι ο κόσμος των βιβλίων του συγγραφέα Γιώργου Συμπάρδη, και το τελευταίο του, το «Νύχτες με την Κάλλη» (από τις εκδόσεις Μεταίχμιο), δεν αποτελεί εξαίρεση.

Μια ιστορία εμπνευσμένη από τις «Λευκές Νύχτες» του Ντοστογέφσκι, μια μικρή νουβέλα για έναν νεαρό άνδρα ο οποίος κατά τη διάρκεια των νυχτερινών του περιπλανήσεων στην Αγία Πετρούπολη γνωρίζει μια κοπέλα και αναπτύσσεται ανάμεσά τους μια ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης και εξομολόγησης. Ο Συμπάρδης μεταφέρει αυτό το θέμα σε μια καλοκαιρινή Αθήνα όπου η ατμόσφαιρα της πόλης, συγκεκριμένα των Πετραλώνων, γίνεται το σκηνικό για μια ιστορία που περιστρέφεται γύρω από τη μοναξιά, τις τυχαίες συναντήσεις και την ανθρώπινη επαφή. «Mε απασχολούσε το πώς συναντάς τυχαία έναν άνθρωπο, στον δρόμο, στο σουπερμάρκετ ή στο μετρό, και κάτι πάνω του σου τραβά το ενδιαφέρον, σε απασχολεί. Είναι ένας άγνωστος κόσμος και θέλεις να τον πλησιάσεις, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Και κυρίως το πώς μπορεί ένας συγγραφέας να συναντήσει μια γυναίκα που θα γίνει η ηρωίδα του. Μου ήρθε στο μυαλό αυτή η συνάντηση από τις “Λευκές Νύχτες” που είχα διαβάσει παλιότερα σε μετάφραση του ’81» θα πει στο BHΜΑgazino.

Σε αυτό το «βιβλιαράκι», όπως το αποκαλεί τρυφερά αναφερόμενος στις 120 σελίδες του, προσπάθησε να δημιουργήσει έναν αφηγητή που αρχικά αρνείται ότι είναι συγγραφέας και σταδιακά αποκαλύπτεται ως τέτοιος. Ο οποίος αφηγητής συναντά μια ηρωίδα, την Κάλλη, που θα μπορούσε να ανήκει στο σύμπαν προηγούμενου έργου του Συμπάρδη, καθώς ο κόσμος που την περιβάλλει με τα αινιγματικά του πρόσωπα, μοιάζει με εκείνον προηγούμενων βιβλίων του. «Είναι ανάλογου κλίματος», όπως θα πει ο συγγραφέας, τόσο σε ύφος όσο και σε θεματική. Είναι αυτός ο ανάγλυφος, ολοζώντανος κόσμος των βιβλίων του Συμπάρδη που ωστόσο παραμένει κρυπτικός, αινιγματικός, και σε καλεί να φανταστείς τις αλήθειες που ελλοχεύουν στις σκιές.

Ιστορίες καθημερινές με εμβόλιμα λιγότερο ή περισσότερο δυσδιάκριτα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο Συμπάρδης είχε γράψει τις πρώτες σελίδες της «Κάλλης» αμέσως μετά από τα «Αδέλφια» (όλα του τα βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο), το πιο αυτοβιογραφικό από τα έργα του, και το άφησε στην άκρη γιατί έγραψε την «Πλατεία Κλαυθμώνος». Η αλήθεια είναι ότι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου θα μπορούσε να είναι ο ίδιος, το μπαλκόνι του σπιτιού του στα Πετράλωνα μοιάζει σίγουρα με εκείνο που περιγράφει στο βιβλίο του και γίνεται το πεδίο συνάντησης με την ηρωίδα του: «Σε κάθε βιβλίο υπάρχει κάτι σαν κόκκος άμμου, γύρω από τον οποίο σχηματίζεται το μαργαριτάρι. Αυτός ο κόκκος υπάρχει πάντα στο κέντρο του έργου, απλώς ο αναγνώστης δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει εύκολα. Μπορεί να είναι μια βαθιά ενόχληση, μια πληγή. Δεν γράφουμε από το μηδέν ούτε για το τίποτα. Γράφουμε πάντα ορμώμενοι από κάτι που μας αφορά».

Εδώ ο «κόκκος» είναι η επίδραση της γοητείας και περιστρέφεται γύρω από τη γνωριμία του και τις εμπειρίες του από δύο υπαρκτές γυναίκες, με τη μία να έχει ιδιαίτερη συγγένεια με την ηρωίδα του έργου. Η γοητεία, για τον Συμπάρδη, η γυναικεία γοητεία συγκεκριμένα, δεν έχει απαραίτητα (νεαρή) ηλικία. Το «παράδοξο», ή πιο σωστά το ωραίο στην περίπτωση της Κάλλης, είναι ότι δεν είναι νέα, κι όμως παραμένει εντυπωσιακή: «Τη φαντάζομαι γύρω στα εξήντα. Εχω δει γυναίκες σε αυτή την ηλικία που ακτινοβολούν ομορφιά, χωρίς υπερβολές. Δεν τη συνδέω με έντονο μακιγιάζ, περισσότερο στέκομαι στα δόντια της, στα μαλλιά της. Η περιγραφή δεν είναι σχολαστική, αλλά αποδίδει μια φυσική, περιποιημένη, διακριτικά κοκέτα παρουσία. Φορά ρούχα παλιά, μα προσεγμένα, με έναν τρόπο που αναδεικνύουν κάτι από τη στάση και την προσωπικότητά της. Οι άνθρωποι την προσέχουν πρώτα απ’ όλα γι’ αυτά. Κάποια στιγμή λέει πως “παίζει θέατρο με τον εαυτό της” και το απολαμβάνει. Και ίσως, επειδή είναι τόσο όμορφη, να μην έχει πραγματικά ανάγκη κανέναν άλλον».

Μια γυναίκα γοητευτική, που δεν είναι αντικείμενο πόθου αλλά θαυμασμού, με τον αφηγητή να είναι ένας παρατηρητής τού τι συμβαίνει με αυτή τη γυναίκα, και του τι συμβαίνει με τον εαυτό του: «Ακόμη κι αν αυτό δεν συμβαίνει τόσο συχνά σήμερα, η λογοτεχνία δεν περιορίζεται στο να αποτυπώνει ό,τι συμβαίνει. Εξίσου ουσιαστικά, αν όχι περισσότερο, καταπιάνεται με όσα δεν συμβαίνουν. Κι εκεί, συχνά, βρίσκεται το πραγματικό της ενδιαφέρον: στο ανεκπλήρωτο, στο υποθετικό, σε ό,τι θα μπορούσε να υπάρξει αλλά δεν υπάρχει». Το ενδιαφέρον με αυτό το βιβλίο είναι ότι όλα περιγράφονται με αναλογικό τρόπο. Ο ήρωας-συγγραφέας και η ηρωίδα του ζουν την πλατωνική τους σχέση δίχως διαμεσολαβήσεις από οθόνες, για παράδειγμα, κάτι που θυμίζει άλλες εποχές. «Η Κάλλη φοράει παλιομοδίτικα ρούχα, αλλά αυτή δεν είναι μια παλιομοδίτικη ιστορία. Αυτό που περιγράφεται, όμως, είναι ολωσδιόλου σημερινό» θα αντιτείνει ο Συμπάρδης. «Βλέπεις έναν άνθρωπο, αλλά δεν τον γνωρίζεις πραγματικά. Συνάπτεις μια σχέση χωρίς να ξέρεις πού θα οδηγήσει – ούτε καν με ποιον άνθρωπο, στην ουσία, τη συνάπτεις. Κι αυτό είναι κάτι βαθιά σύγχρονο: όπου κι αν συναντήσεις κάποιον, κουβαλά μέσα του άγνωστες πλευρές που αποκαλύπτονται μόνο με τον χρόνο, αν αποκαλυφθούν ποτέ».

Ευθύβολη πένα

Η γραφή του Συμπάρδη έχει μια ακρίβεια, ξέρει τι θέλει να πει και τι να αποκρύψει, απότοκο ενδεχομένως και της πιστότητας που απαιτεί το χειρόγραφο, το οποίο δεν επιτρέπει τις εύκολες διορθώσεις: «Αυτό που συμβαίνει είναι πως, όταν γράφεις, το ίδιο το κείμενο σε οδηγεί. Η παράγραφος που μόλις έχεις τελειώσει σε πηγαίνει λίγο παρακάτω. Εγώ έτσι γράφω: πρέπει κάθε πρόταση να είναι τέλεια για να προχωρήσω στην επόμενη, και ύστερα δεν επιστρέφω πίσω. Οταν ολοκληρώνεις μια παράγραφο, έχεις ήδη δημιουργήσει κάτι. Αυτό το “κάτι” που έχει πάρει μορφή στο χαρτί, γίνεται οδηγός για τη συνέχεια. Δεν είναι οι ήρωες που σε κατευθύνουν, αλλά η ίδια η αφήγηση που ανοίγει τον δρόμο και σε πηγαίνει παρακάτω». Ισχύει άραγε στην περίπτωσή του ότι γράφει «ένα» βιβλίο, ότι επανέρχεται δηλαδή στην ίδια ιστορία αλλάζοντας κάθε φορά την πλοκή, όπως λέγεται για πολλούς συγγραφείς (ή το υποστηρίζουν και οι ίδιοι); «Πιθανόν κι εγώ να είµαι ανάµεσά τους. Δεν είμαστε ένας, αλλά πολλοί εαυτοί μαζί. Και το να προσπαθήσεις να γνωρίσεις αυτό που είσαι δεν αναιρεί τίποτα από αυτό: ό,τι είσαι, είσαι και δεν αλλάζει. Δεν πιστεύω σε αυτό που λένε ότι ο συγγραφέας ψυχαναλύεται μέσα από το έργο του. Αν ισχύει, που δεν ισχύει, δεν θεραπεύει τίποτα το γράψιμο. Αυτό που κάνει είναι να δίνει μορφή και σχήμα σε ό,τι ήδη υπάρχει».

Η χαρά που νιώθεις όταν δίνεις μορφή σε κάτι που προηγουμένως δεν υπήρχε, είναι η ουσία της δημιουργίας. Αναρωτιέται κανείς αν αυτή η χαρά αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν βρίσκει ανταπόκριση στο κοινό: «Στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπάρχει ο αναγνώστης. Θέλω το βιβλίο μου να του αρέσει, να τον κρατήσει· με μία έννοια, γράφω γι’ αυτόν. Ομως τη στιγμή της γραφής δεν τον σκέφτομαι. Είμαι απορροφημένος από το θέμα και τον ήρωά μου, όχι από το αν όσα λέγονται θα είναι εύκολα ή άμεσα προσβάσιμα. Δεν γράφω για να μείνει το κείμενο στο συρτάρι – όπως συνέβη με το πρώτο μου βιβλίο».

Ο Γιώργος Συμπάρδης αναφέρεται στο «Μέντιουμ», που πρωτοκυκλοφόρησε το 1987, αφότου είχε γραφτεί την τριετία 1981-1984. Είχαν προηγηθεί σπουδές Νομικής, απαραίτητες για τις ανάγκες του βιοπορισμού, που τον οδήγησαν στο ναυτικό δίκαιο και στον Πειραιά, όπου θα αναλάμβανε υποθέσεις με εφοπλιστές ως πελάτες: «Για να γράψεις, πρέπει πρώτα να σου αρέσουν τις ιστορίες. Αν σου αρέσουν, κάποια στιγμή φθάνεις στο σημείο να θέλεις να τις αφηγηθείς κι εσύ. Δεν ήθελα να εκδώσω το “Μέντιουμ”. Δεν με απασχολούσε αυτό. Ηθελα απλώς να γράψω μια ιστορία, να ξεφύγω, να μπω σε έναν κόσμο φανταστικό, φτιαγμένο από εμένα, και να ζήσω μέσα σε αυτόν».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version