Γιατί ο κόσμος αγαπάει το ποδόσφαιρο

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποδοσφαίρου στις 25 Μαΐου, στρέφουμε το βλέμμα σε ένα φαινόμενο που, ξεπερνώντας τα αυστηρά όρια του αθλητισμού, έχει τη δύναμη να ενώνει, να συγκινεί και να ασκεί επιρροή χάρη στις πολλαπλές εκφάνσεις του.

Υπάρχουν ημέρες αφιερωμένες σε ιδέες, σε επαναστάσεις, σε ανθρώπινα δικαιώματα, σε επιστήμες και σε ιστορικές μνήμες. Και υπάρχει και η 25η Μαΐου. Η Παγκόσμια Ημέρα Ποδοσφαίρου. Μια ημέρα που δεν αφορά απλώς ένα άθλημα, αλλά ένα παγκόσμιο ιδίωμα. Ενα συναίσθημα που καταφέρνει να ενώνει ανθρώπους που δεν μιλούν την ίδια γλώσσα, δεν ζουν στην ίδια ήπειρο και δεν πιστεύουν στα ίδια πράγματα.

Το ποδόσφαιρο γεννά εικόνες στο μυαλό μας όσο λίγα ομαδικά αθλήματα. Είναι οι φωνές στα μπαλκόνια της Νάπολι όταν ο Ντιέγκο Μαραντόνα σήκωνε ολόκληρη πόλη στους ώμους του. Είναι οι αλάνες του Ρίο της Βραζιλίας, όπου παιδιά ξυπόλυτα κυνηγούν ακόμη μια μπάλα μέσα στη σκόνη σαν να κυνηγούν το ίδιο τους το μέλλον. Είναι τα κρύα βράδια στα γήπεδα του κόσμου, όπου ο ύμνος της ομάδας μοιάζει περισσότερο με προσευχή παρά με τραγούδι. Είναι οι μεταδόσεις που ακούγονται από τα ανοιχτά παράθυρα και σηματοδοτούν το ελληνικό καλοκαίρι, οι παρέες στα καφενεία, οι γεμάτες κόσμο πλατείες σε ένα Mundial, οι μπαμπάδες που εξηγούν στα παιδιά τους τι σημαίνει οφσάιντ πριν πάνε καλά-καλά σχολείο.

Photo by CARLO HERMANN / AFP

Το ποδόσφαιρο είναι μνήμη. Και γι’ αυτό ακριβώς η καθιέρωση της 25ης Μαΐου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ποδοσφαίρου από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών μοιάζει σχεδόν φυσική. Είναι η ημέρα όπου διεξήχθη το πρώτο διεθνές τουρνουά ποδοσφαίρου με τη συμμετοχή ομάδων όλων των ηπείρων, στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων του 1924 στο Παρίσι. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, το ψήφισμα της εν λόγω ανακήρυξης αναγνωρίζει «την παγκόσμια απήχηση του ποδοσφαίρου και τον αντίκτυπό του σε διάφορους τομείς, μεταξύ των οποίων το εμπόριο, η ειρήνη και η διπλωματία, καθώς και το γεγονός ότι το ποδόσφαιρο δημιουργεί έναν χώρο συνεργασίας».

Πράγματι, έχοντας ξεπεράσει εδώ και δεκαετίες τα όρια ενός οποιουδήποτε ομαδικού αθλήματος, το ποδόσφαιρο έχει μετατραπεί σε πολιτισμό. Σε τέχνη. Αλλά και σε βιομηχανία, σε πολιτική δύναμη, σε τρόπο ζωής και εν τέλει σε κοινωνικό φαινόμενο.

Κάποτε μπορεί τα πράγματα να ήταν πιο απλά: μία μπάλα, δύο πέτρες για δοκάρια και παιδιά που έπαιζαν μέχρι να νυχτώσει. Σήμερα, το ποδόσφαιρο είναι ένα πολυεπίπεδο παγκόσμιο πεδίο που κινεί μια τεράστια αγορά, επηρεάζει κυβερνήσεις, αλλάζει πόλεις, δημιουργεί διασημότητες και μετατρέπει ποδοσφαιριστές σε σύγχρονους μύθους. Ωστόσο, παρά την εμπορική του γιγάντωση, εξακολουθεί να κρατά κάτι από εκείνη την αθωότητα του απλού παιχνιδιού. Ισως γιατί στη βάση του παραμένει ανθρώπινο, συνεχίζοντας να δημιουργεί γνήσιες συναισθηματικές αντιδράσεις: ένα παιδί φοράει τη φανέλα του αγαπημένου του παίκτη και νιώθει άτρωτο, μια παρέα αγκαλιάζεται σε ένα γκολ λες και κατέκτησε τη μεγαλύτερη κορυφή, μια ολόκληρη χώρα ενώνεται για 90 λεπτά παρακολουθώντας την ομάδα της σε μια σημαντική αναμέτρηση, ένας ηλικιωμένος κρατά ακόμη ένα παλιό κασκόλ επειδή πάνω του κουβαλά ολόκληρη τη νιότη του.

Το ποδόσφαιρο είναι ίσως η τελευταία μεγάλη συλλογική εμπειρία της ανθρωπότητας. Στην εποχή της εξατομίκευσης, των αλγορίθμων και των προσωπικών οθονών, το άθλημα αυτό παράγει στιγμές που βιώνονται ταυτόχρονα από εκατομμύρια ανθρώπους, ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, οικονομικής και κοινωνικής θέσης. Ενα γκολ σε τελικό Παγκόσμιου Κυπέλλου μπορεί να παγώσει τον χρόνο σε κάθε γωνιά του πλανήτη, από τα rooftop bars του Ντουμπάι μέχρι τα φτωχά σπίτια της Αφρικής και τα cafés του Μπουένος Αϊρες. Αυτή είναι η μεγαλύτερη δύναμή του: δεν χρειάζεται μετάφραση. Ο πανηγυρισμός είναι ίδιος παντού. Το δάκρυ της ήττας επίσης.

Μια εικόνα, χίλιες λέξεις

Περισσότερο και λιγότερο σπουδαίες στιγμές του παγκόσμιου ποδοσφαίρου κάποιες φορές θυμίζουν πιο πολύ σκηνοθετημένες κινηματογραφικές λήψεις, παρά στιγμιότυπα στο πλαίσιο αγώνων. Και αυτό γιατί καταγράφουν όχι μόνο φάσεις, αλλά ανθρώπινες καταστάσεις. Αρκεί να ανατρέξουμε στην εικόνα του Βραζιλιάνου Πελέ να σηκώνει τα χέρια στον ουρανό του Μεξικού στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 νικώντας στον αγώνα με την Ιταλία, του Ζινεντίν Ζιντάν να περπατά αμίλητος μετά την αποβολή του από το βερολινέζικο γήπεδο στον τελικό του World Cup 2006 μεταξύ Γαλλίας και Ιταλίας με τον οποίο έκλεινε και την καριέρα του, του Λιονέλ Μέσι να κοιτά το 2022 το χρυσό τρόπαιο του Mundial για την Αργεντινή, μετά την τελική νικητήρια για τη χώρα του αναμέτρηση, σαν παιδί που μόλις έχει δώσει τέλος σε μια τεράστια περίοδο αναμονής, του Κριστιάνο Ρονάλντο να μετατρέπει κάθε είσοδό του στο γήπεδο σε πασαρέλα παγκόσμιας επιρροής. Και έπειτα υπάρχουν και οι άλλες εικόνες, αυτές που δεν περιλαμβάνουν κορυφαίους παίκτες αλλά διαφορετικές εκφάνσεις της ποδοσφαιρικής πραγματικότητας: μια μοναχική φιγούρα παίκτη ή φιλάθλου κάτω από τη βροχή, ένα παιδί με τη σημαία της ομάδας του στους ώμους, έναν οπαδό που κλαίει στις εξέδρες, το φως που πέφτει πάνω στο χορτάρι λίγο πριν αρχίσει ο αγώνας.

Ο Πελέ πανηγυρίζει το πρώτο γκολ του για τη Βραζιλία στον τελικό εναντίον της Ιταλίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970 (Action Images/Sporting Pictures)

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πάντως το ότι το ποδόσφαιρο, εκτός από αμέτρητους φωτογράφους, έχει εμπνεύσει συγγραφείς, σκηνοθέτες και μουσικούς. Ενδεικτικά να αναφέρουμε τον επιτυχημένο βρετανό συγγραφέα Νικ Χόρνμπι, ο οποίος έγραψε το 1992 το άκρως διασκεδαστικό «Fever Pitch» (στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, με τον τίτλο «Ο πυρετός της μπάλας»), όπου περιέγραφε την ποδοσφαιρική εμμονή σαν ερωτική ιστορία, αλλά και τον ιταλό σκηνοθέτη Πάολο Σορεντίνο, ο οποίος με την ταινία του «The Hand of God» (2021) μετέτρεψε τον ανεπανάληπτο Ντιέγκο Μαραντόνα σε σχεδόν μεταφυσική παρουσία στο σινεμά του, ενώ ένα σημαντικό κομμάτι της βρετανικής μουσικής και μόδας έχει χτιστεί γύρω από την οπαδική κουλτούρα.

Στιγμιότυπο από την ταινία του Πάολο Σορεντίνο «The Hand of God»

Το ποδόσφαιρο εξάλλου είναι και αισθητική. Είναι τα vintage κασκόλ, οι παλιές φανέλες, οι προβολείς των γηπέδων, οι ήχοι της εξέδρας, τα συνθήματα στους τοίχους της πόλης και πολλά άλλα.

Ο Ζινεντίν Ζιντάν προσπερνά το χρυσό τρόπαιο του Μουντιάλ 2006 χωρις καν να το κοιτάξει (REUTERS/Alessandro Bianchi)

Και βέβαια υπάρχει και η πλευρά που ενισχύει όλη αυτή την αγάπη με όρους μάρκετινγκ. Εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι το σύγχρονο ποδόσφαιρο δεν παράγει μόνο αθλητές· παράγει icons. Είναι ξεκάθαρο πως οι ποδοσφαιριστές είναι συχνά fashion ambassadors, digital influencers, κάτι σαν κινητές αυτοκρατορίες branding. Συνεργάζονται με οίκους μόδας, λανσάρουν αρώματα, επηρεάζουν τάσεις, γεμίζουν front rows επιδείξεων στο Παρίσι και μετατρέπουν το Instagram σε ένα παράλληλο γήπεδο δημοφιλίας. Κάπως έτσι το ποδόσφαιρο έχει εισβάλει οριστικά στον κόσμο του lifestyle, μετατρέποντας κατά συνέπεια και τα γήπεδα σε χώρους εμπειρίας. Το στάδιο της Ρεάλ Μαδρίτης Santiago Bernabéu μοιάζει περισσότερο με φουτουριστικό κέντρο ψυχαγωγίας – περιλαμβάνοντας πλέον και την υπερσύγχρονη Bernabéu Market, στην οποία το ΒΗΜΑgazino αναφέρθηκε με άρθρο του στο προηγούμενο τεύχος. Το Tottenham Hotspur Stadium, έδρα της βρετανικής ομάδας της Τότεναμ, φιλοξενεί πλέον και αγώνες του NFL (National Football League), του κορυφαίου πρωταθλήματος αμερικανικού ποδοσφαίρου, συναυλίες αλλά και premium εμπειρίες υψηλής γαστρονομίας. Το San Siro (επίσημα, Stadio Giuseppe Meazza), η έδρα δηλαδή των ιταλικών ομάδων Μίλαν και Ιντερ, παραμένει ένας σχεδόν κινηματογραφικός ναός νοσταλγίας στο Μιλάνο.

Ετσι, μη παραβλέποντας τη μεγάλη δύναμή του, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, στο πλαίσιο της ανακήρυξης της 25 Μαΐου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ποδοσφαίρου, επισημαίνει πως «η μαζική απήχηση και η προσβασιμότητα του ποδοσφαίρου το καθιστούν ισχυρό εργαλείο προαγωγής της υγείας και της ευημερίας», προσθέτοντας πως «έχει επίσης αποτελέσει ουσιώδη πλατφόρμα για την προώθηση της ισότητας των φύλων και την ενδυνάμωση των γυναικών και των κοριτσιών, εντός και εκτός γηπέδου».

Το ποδόσφαιρο ως εργαλείο

Οσο όμως και αν προτιμούμε να βλέπουμε τη ρομαντική πλευρά του αθλήματος, η ιστορία του δεν γράφτηκε ποτέ έξω από την πολιτική και τις μεγάλες συγκρούσεις της κοινωνίας. Αντίθετα, πολλές φορές υπήρξε το ίδιο το ποδόσφαιρο ένα πεδίο μάχης, ένας καθρέφτης εξουσίας, ιδεολογίας, κοινωνικής έντασης και ανταγωνισμών. Κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκε από καθεστώτα, από κυβερνήσεις, από επαναστάσεις και από οικονομικές ελίτ ως εργαλείο επιρροής. Οι δικτάτορες, για παράδειγμα, κατάλαβαν νωρίς ότι τίποτα δεν μπορεί να ενώσει ή να αποπροσανατολίσει μαζικά τους ανθρώπους περισσότερο από μια μεγάλη ποδοσφαιρική νίκη. Οι δημοκρατίες αντιλήφθηκαν ότι το άθλημα μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός «soft power» (ήπιας ισχύος), ενώ και οι ίδιες οι κοινωνίες το μετέτρεψαν συχνά σε πεδίο έκφρασης ταυτότητας ή αντίστασης.

Το FIFA World Cup του 1978 στην Αργεντινή αποτελεί ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα εργαλειοποίησης του αθλήματος για πολιτικούς σκοπούς. Η στρατιωτική χούντα του Χόρχε Βιδέλα χρησιμοποίησε τη διοργάνωση του Mundial εκείνης της χρονιάς ως παγκόσμια βιτρίνα για να κρύψει τις εξαφανίσεις, τα βασανιστήρια και την κρατική βία. Την ώρα που τα γήπεδα γέμιζαν σημαίες και πανηγυρισμούς, χιλιάδες άνθρωποι κρατούνταν ή δολοφονούνταν από το καθεστώς. Το ποδόσφαιρο είχε γίνει εργαλείο εθνικής προπαγάνδας.

Αλλά και στην Ευρώπη το άθλημα συνδέθηκε στενά με πολιτικές και ιδεολογικές ταυτότητες. Η αντιπαλότητα της Μπαρτσελόνα με τη Ρεάλ Μαδρίτης ξεπέρασε για δεκαετίες τα όρια του αναμενόμενου ανταγωνισμού. Η πρώτη λειτούργησε ως σύμβολο της καταλανικής ταυτότητας και αντίστασης απέναντι στο καθεστώς του Φρανθίσκο Φράνκο, ενώ η δεύτερη συχνά παρουσιαζόταν ως η ομάδα του ισπανικού κεντρικού κράτους και της εξουσίας. Το περίφημο ντέρμπι El Clásico δεν ήταν μόνο ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, ήταν πολιτισμική και ιδεολογική σύγκρουση.

Επίσης, πρέπει να ειπωθεί ότι το ποδόσφαιρο έγινε πολλές φορές σχεδόν θρησκεία. Στη Βραζιλία, οι κυβερνήσεις αντιλήφθηκαν ότι η εθνική ομάδα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός εθνικής υπερηφάνειας και κοινωνικής συνοχής σε μια χώρα βαθιά άνιση. Ο Πελέ μετατράπηκε σε εθνικό σύμβολο και φιγούρα ελπίδας και ισότητας. Στην Αργεντινή, ο Μαραντόνα δεν λατρεύτηκε μόνο για το ταλέντο του, αλλά επειδή εξέφραζε για εκατομμύρια ανθρώπους την ιδέα του αντισυμβατικού λαϊκού ήρωα που τα βάζει με τους ισχυρούς, καθώς αμφισβητούσε τις πρακτικές και τις αποφάσεις της FIFA ή εξέφραζε ανοιχτά πολιτικές θέσεις.

Ακόμη και πόλεμοι συνδέθηκαν με το ποδόσφαιρο. Ο γνωστός ως «Πόλεμος του Ποδοσφαίρου» ανάμεσα στο Ελ Σαλβαδόρ και την Ονδούρα το 1969 είχε ως αιτία τις πολιτικές διαμάχες μεταξύ των δύο χωρών, αλλά ξέσπασε με αφορμή βίαιες ταραχές που σημειώθηκαν σε προκριματικούς αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 μεταξύ των οπαδών τους, φανερώνοντας πώς οι πολιτικές εντάσεις μπορούν να κλιμακωθούν μέσα από ένα ποδοσφαιρικό πλαίσιο.

Στη σύγχρονη εποχή, οι γεωπολιτικές προεκτάσεις του ποδοσφαίρου έχουν γίνει ακόμη πιο περίπλοκες. Τα κράτη χρησιμοποιούν πλέον συλλόγους, διοργανώσεις και χορηγίες ως εργαλεία διεθνούς επιρροής. Το Κατάρ επένδυσε τεράστια ποσά στη διοργάνωση του FIFA World Cup του 2022 αλλά και στον γαλλικό σύλλογο της Παρί Σεν Ζερμέν, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη διεθνή εικόνα και τη γεωπολιτική παρουσία του, ενώ παρόμοια στρατηγική ακολουθεί και η Σαουδική Αραβία.

Δεν μπορεί φυσικά να παραλείψει κανείς το γεγονός ότι το άθλημα έχει μετατραπεί και σε πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων. Οι εξέδρες έγιναν χώροι πολιτικής έκφρασης, αντιφασιστικών κινημάτων, εθνικιστικών ιδεολογιών, ακόμη και κοινωνικής διαμαρτυρίας. Από τους «ultras» της Ευρώπης (οργανωμένες ομάδες φανατικών οπαδών) μέχρι τα αντίστοιχα «barra bravas» της Λατινικής Αμερικής, το ποδόσφαιρο συχνά λειτουργεί σαν μικρογραφία της ίδιας της κοινωνίας – με όλες τις αντιθέσεις, τα πάθη και τις εντάσεις της –, αλλά και με τραγικές συνέπειες πολλές φορές εξαιτίας του φανατισμού και της βίας που χρησιμοποιείται στο πλαίσιό του.

Παναθηναϊκός και Άγιαξ στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1971 στο Λονδίνο

Το ενωτικό πνεύμα

Το ότι το ποδόσφαιρο ανήκει σε όλους, ανεξαρτήτως τάξης και κουλτούρας, αποτελώντας βασικό μέσο ψυχαγωγίας αλλά και ισχυρό σύνδεσμο μεταξύ διαφορετικών κοινοτήτων, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι είναι ενταγμένο στην καθημερινότητα των ανθρώπων: ο οδηγός που ακούει την περιγραφή του αγώνα από το ραδιόφωνο μέσα στο ταξί του, ο μετανάστης που βρίσκει πατρίδα μέσα από μια ομάδα, το μικρό αγόρι που ονειρεύεται ότι κάποτε θα παίξει στο UEFA Champions League, ο φίλαθλος που ταξιδεύει χιλιάδες χιλιόμετρα μόνο και μόνο για να βρεθεί για λίγες ώρες δίπλα στην ομάδα του.

Από τη μία πλευρά λοιπόν το ποδόσφαιρο είναι μια τεράστια βιομηχανία, από την άλλη είναι ένα συναίσθημα που δεν μπορεί να αναλυθεί λογικά. Γιατί κανείς δεν μπορεί πραγματικά να αποσαφηνίσει το πώς ένα γκολ στις καθυστερήσεις μπορεί να αλλάξει τη διάθεση ενός ανθρώπου για ολόκληρη εβδομάδα. Μια πιθανή εξήγηση είναι πως το ποδόσφαιρο λειτουργεί σαν καθρέφτης της ίδιας της ζωής. Εχει αδικία, τύχη, δράμα, λύτρωση, ήρωες και προδοσίες. Εχει ανατροπές που μοιάζουν απίθανες. Εχει στιγμές που γράφονται σαν μυθιστόρημα. Και δίνει βέβαια τη σπάνια δυνατότητα να δημιουργηθούν κοινές αναμνήσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που διαφορετικά ίσως να μη συναντιούνταν ποτέ.

Ετσι, η Παγκόσμια Ημέρα Ποδοσφαίρου είναι μια υπενθύμιση ότι, σε έναν κόσμο που διαιρείται ολοένα πιο πολύ, υπάρχουν ακόμη πράγματα που μπορούν να ενώσουν. Και το ποδόσφαιρο το επιτυγχάνει ακόμα και με ιστορίες έξω από το ίδιο το άθλημα: με οικογενειακές συναντήσεις και συζητήσεις, φιλίες λόγω της κοινής αγάπης, έρωτες που γεννήθηκαν σε εξέδρες, ταξίδια, βραδιές ενθουσιασμού ή απογοήτευσης, παιδικά όνειρα που δεν έσβησαν ποτέ και γενιές που μεγάλωσαν με τα ίδια συνθήματα.

Οι Κυριακές που έγιναν αιωνιότητα

Για τους Ελληνες το ποδόσφαιρο ήταν ανέκαθεν σηµαντικό κοµµάτι της καθημερινότητας. Από τις χωµάτινες αλάνες των συνοικιών µέχρι τα γεµάτα «πέταλα» του Καραϊσκάκη, της Λεωφόρου, της Φιλαδέλφειας και της Τούµπας, το άθληµα στην Ελλάδα δεν µετρήθηκε ποτέ µόνο σε τίτλους. Μετρήθηκε σε συναισθήματα.

Ενα πρώτο σηµαντικό ορόσηµο ήταν όταν ο Παναθηναϊκός του 1971 έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης (σηµερινού UEFA Champions League). Οµως η στιγµή που συµπύκνωσε όσο λίγες µια άνευ προηγουµένου συλλογική έκρηξη συναισθηµάτων δεν είναι άλλη από το καλοκαίρι του 2004, όταν η Εθνική Ελλάδας κατέκτησε το UEFA Euro κερδίζοντας στον τελικό την Πορτογαλία στην έδρα της. Ο Αγγελος Χαριστέας, ο Θοδωρής Ζαγοράκης, ο Τραϊανός Δέλλας και όλη εκείνη η οµάδα του Οτο Ρεχάγκελ συνετέλεσαν σε ένα από τα µεγαλύτερα θαύµατα στην ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και δηµιούργησαν µία από τις σπουδαιότερες στιγµές της σύγχρονης ελληνικής πραγµατικότητας: για πρώτη φορά, οι δρόµοι γέµισαν µε ανθρώπους που πανηγύριζαν όχι για έναν σύλλογο, αλλά για µια ολόκληρη χώρα.

Euro 2004 (REUTERS/Mike Finn-Kelcey)

Είκοσι χρόνια αργότερα, το 2024, το ελληνικό ποδόσφαιρο έζησε ξανά µια ιστορική υπέρβαση. Ο Ολυµπιακός κατέκτησε το UEFA Conference League, υπογράφοντας το σηµαντικότερο ευρωπαϊκό επίτευγµα συλλόγου στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Λίγες εβδοµάδες νωρίτερα, η οµάδα Νέων του Ολυµπιακού είχε σηκώσει το UEFA Youth League, αποδεικνύοντας ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο µπορεί όχι µόνο να ονειρεύεται, αλλά και να παράγει µέλλον.

Οι µνήµες, τα όνειρα, οι προσδοκίες και οι µεγάλες κατακτήσεις, που λειτουργούν ως ορόσηµα για το συναίσθηµά µας, είναι όσα θα δένουν πάντα τους Ελληνες µε το πιο λαοφιλές άθληµα στον κόσµο. Σε συνδυασµό βέβαια µε την απλή του φύση και το ότι χρειάζεται µόνο µια µπάλα για να παιχτεί σχεδόν παντού!

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version