Ντένις Κουζούχιν: Ενας «πρωταθλητής» του πιάνου στην Αθήνα

Ο διάσημος ρώσος σολίστας, που επιστρέφει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για να ερμηνεύσει τον πλήρη κύκλο των έργων για πιάνο και ορχήστρα του Ραχμάνινοφ σε δύο συναυλίες, μιλάει στο ΒΗΜΑgazino για τον σπουδαίο συνθέτη, το απαιτητικό εγχείρημα και την αγάπη του στον ρόλο του μαέστρου.

Μέσα από το ταξίδι του στις μεγάλες αίθουσες συναυλιών και τη συνεργασία του με τις σημαντικότερες ορχήστρες του κόσμου, έχει διαμορφώσει το προφίλ ενός πιανίστα που συνδυάζει την πειθαρχία και την αντοχή του αθλητή με την ευαισθησία και την εκφραστικότητα – στοιχεία που τον καθιστούν έναν από τους πιο συναρπαστικούς δεξιοτέχνες ερμηνευτές της γενιάς του.

Ο Ντένις Κοζούχιν, γνωστός στο ελληνικό κοινό από προηγούμενες εμφανίσεις του, επιστρέφει για ένα σπάνιο εγχείρημα που θεωρείται μουσικός άθλος: Στις 31 Μαρτίου και την 1η Απριλίου θα ερμηνεύσει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ της Ανοιξης, τον πλήρη κύκλο των έργων για πιάνο και ορχήστρα του Σεργκέι Ραχμάνινοφ. Συμπράττοντας με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Κορνήλιου Μιχαηλίδη, ο διάσημος ρώσος πιανίστας θα μας χαρίσει δύο βραδιές που φιλοδοξούν να μείνουν ως σημείο αναφοράς στο φετινό μουσικό ημερολόγιο της πρωτεύουσας – μια σπάνια ευκαιρία να ακουστεί, σε συμπυκνωμένο χρόνο, ένας ολόκληρος κόσμος ήχων, συναισθημάτων και πιανιστικής δεξιοτεχνίας.

Πώς έχει εξελιχθεί ο «διάλογός» σας με τον Ραχμάνινοφ, έναν συνθέτη τον οποίο έχετε ερμηνεύσει πολύ από τα νεανικά σας χρόνια έως τώρα, που διανύετε τη δεκαετία των 40;

«Ενδιαφέρουσα ερώτηση, καθώς μεγάλωσα σε μια μουσική οικογένεια. Νομίζω ότι οι πρώτες ηχογραφήσεις που άκουσα ήταν η μουσική του Ραχμάνινοφ. Ο πατέρας μου ήταν μεγάλος θαυμαστής του, θεωρούσε ξεχωριστό γεγονός κάθε φορά που μάθαινα ένα νέο κοντσέρτο του και το παρουσίαζα στη γενέτειρά μου. Κάποια στιγμή μάλιστα ερμήνευσα τον πλήρη κύκλο των έργων για πιάνο και ορχήστρα του Ραχμάνινοφ μαζί με τον μικρότερο αδελφό μου, ο οποίος είναι επίσης πιανίστας. Αυτή όμως είναι η πρώτη φορά που ερμηνεύω ολόκληρο τον κύκλο μόνος μου και είμαι χαρούμενος και περήφανος που αυτό θα γίνει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, μία από τις αγαπημένες μου αίθουσες. Φυσικά, η σχέση μου με τη μουσική του Ραχμάνινοφ έχει εξελιχθεί με τον χρόνο. Το πρώτο έργο που έμαθα ήταν η “Ραψωδία σε ένα θέμα του Παγκανίνι”. Τη μελέτησα όταν ήμουν 13 ετών και ήταν μια ιδιαίτερα απαιτητική αλλά και αποκαλυπτική εμπειρία, επειδή τα χέρια μου ήταν μικρότερα τότε. Επρεπε να προσαρμοστώ στους τότε φυσικούς περιορισμούς μου. Καθώς μεγάλωνα, μεγάλωσαν και τα χέρια μου. Οταν επέστρεψα στο έργο πολλά χρόνια αργότερα – είχα αρκετό καιρό να το παίξω –, συνειδητοποίησα ότι ορισμένα πράγματα μου φαίνονταν κάπως παράξενα και άβολα. Επρεπε, λοιπόν, να αλλάξω κάποια στοιχεία».

Ηταν εύκολο για εσάς;

«Οχι ιδιαιτέρως, γιατί όσα μαθαίνεις σε νεαρή ηλικία, ειδικά σε σωματικό επίπεδο, τείνουν να αποτυπώνονται μόνιμα. Οπως και αν έχει, έχω ερμηνεύσει και τα τέσσερα κοντσέρτα και κάθε φορά που επιστρέφω σε αυτά ανακαλύπτω κάτι εντελώς καινούργιο. Αυτό είναι που τα κάνει τόσο συναρπαστικά: κάθε φορά νιώθεις ότι πρόκειται για μια διαφορετική ιστορία. Είμαι σίγουρος ότι αν τα ερμηνεύσω ξανά σε δέκα ή είκοσι χρόνια θα ακούγονται διαφορετικά. Πιστεύω ότι αυτό ισχύει για όλη τη σπουδαία μουσική».

Οι σωματικές απαιτήσεις αυτών των κοντσέρτων είναι θρυλικές. Πώς διαχειρίζεστε την έντονη, σχεδόν αθλητική διάσταση της ερμηνείας χωρίς να χάνονται η διαφάνεια του ήχου και η λυρική λεπτότητα που απαιτεί η μουσική;

«Πράγματι, αυτά τα κοντσέρτα είναι διάσημα για τις σωματικές απαιτήσεις τους. Ειδικότερα το Τρίτο θεωρείται ένα από τα πιο απαιτητικά τεχνικά έργα του ρεπερτορίου. Ωστόσο, έπειτα από πολλά χρόνια εμπειρίας και έχοντας στο ρεπερτόριό μου σχεδόν 60 διαφορετικά κοντσέρτα, θεωρώ ότι υπάρχουν έργα που είναι ακόμα πιο απαιτητικά σωματικά, όπως το Δεύτερο Κοντσέρτο του Μπάρτοκ ή, κυρίως, το Κοντσέρτο για πιάνο του Λίγκετι. Ωστόσο, η ερμηνεία του Ραχμάνινοφ παραμένει πάντα μία, κατά κάποιον τρόπο, αθλητική εμπειρία. Οσον αφορά τη διαφάνεια και τη λεπτότητα, για παράδειγμα, όταν διδάσκω αυτά τα κοντσέρτα, λέω πάντα στους μαθητές ότι πρέπει να μελετούν πολύ προσεκτικά τις ηχογραφήσεις όπου πιάνο παίζει ο ίδιος ο συνθέτης. Οχι για να τον αντιγράψουν – αυτό θα ήταν εντελώς ανώφελο και παράλογο – αλλά μάλλον για να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο χειριζόταν το όργανο και πώς έπαιζε τη δική του μουσική. Δυστυχώς, ορισμένοι θεωρούν μερικές φορές τη μουσική του Ραχμάνινοφ ως κάτι αμιγώς αθλητικό, κάτι που αφορά απλώς το “κοπάνημα” του πιάνου. Και ότι μια ερμηνεία του Τρίτου Κοντσέρτου είναι επιτυχημένη μόνο εάν το πιάνο έχει… εξουθενωθεί πλήρως μετά τη συναυλία. Διαφωνώ!».

Εσείς τι αποκομίσατε ακούγοντας ηχογραφήσεις με τον ίδιο να παίζει;

«Σύμφωνα με όλους όσοι τον άκουσαν να ερμηνεύει ζωντανά, και όπως ακούμε στις ηχογραφήσεις του, δεν έπαιζε ποτέ υπερβολικά δυνατά. Για εμένα, το στυλ του αντανακλά το ποιος ήταν. Ηταν ένας άνθρωπος εξαιρετικής ευγένειας και ο τρόπος που παίζει τη δική του μουσική αντικατοπτρίζει αυτόν τον χαρακτήρα. Η μουσική του είναι αριστοκρατική, το παίξιμό του στο πιάνο είναι κομψό και αριστοκρατικό. Θεωρώ ότι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι πιανίστες πρέπει να προσεγγίζουν το έργο του».

Αν μπορούσατε να κάνετε στον Ραχμάνινοφ μία ερώτηση για τα κοντσέρτα του για πιάνο, ποια θα ήταν αυτή;

«Υποθέτω πως θα είχα αρκετές ερωτήσεις. Δεν θα ξεκινούσα όμως με ερώτηση, αλλά με ένα “ευχαριστώ” που αναθεώρησε το Πρώτο Κοντσέρτο. Το είχε εκδώσει αρχικά ως το πρώτο του μεγάλο έργο, αλλά χρόνια αργότερα επέστρεψε σε αυτό, πρόσθεσε πολλά στοιχεία και δούλεψε πάνω του σοβαρά. Ηταν ήδη ένα όμορφο κομμάτι, αλλά με το άγγιγμα του ώριμου πλέον δασκάλου μεταμορφώθηκε σε κάτι ακόμα πιο ξεχωριστό. Θα τον ρωτούσα για τη δημιουργία του Δεύτερου Κοντσέρτου, έπειτα από τη μακρά περίοδο κατάθλιψης που ακολούθησε την αποτυχία της Πρώτης Συμφωνίας του. Θα είχα μεγάλη περιέργεια να μάθω πώς αυτή η μουσική τον βοήθησε να βγει από εκείνες τις σκοτεινές στιγμές και τι ένιωθε κατά τη διάρκεια της σύνθεσής της. Οσον αφορά το Τρίτο Κοντσέρτο, θα ήθελα να μάθω πώς αντέδρασε στο γεγονός ότι οι πρώτες του εκτελέσεις δεν έτυχαν θερμής υποδοχής. Είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς σήμερα, αλλά αυτή ήταν η πραγματικότητα τότε. Ωστόσο, τις περισσότερες ερωτήσεις θα τις είχα για το Τέταρτο Κοντσέρτο, ένα έργο ιδιαίτερο. Εγώ ερμηνεύω αυτή που είναι γνωστή ως η τρίτη εκδοχή του, αλλά υπήρξαν δύο προγενέστερες. Η πρώτη εκτελείται πλέον πολύ σπάνια, ενώ ορισμένοι πιανίστες πιστεύουν ότι η δεύτερη εκδοχή είναι αυτή που πρέπει να παίζεται. Σέβομαι αυτή την άποψη, αλλά διαφωνώ. Κατά τη γνώμη μου, αν ένας συνθέτης αφιέρωσε χρόνο και κόπο για να κάνει τόσες αναθεωρήσεις – ειδικά επειδή ένιωθε ότι το έργο δεν είχε επιτυχία –, τότε οφείλουμε να σεβαστούμε την τελική του απόφαση και να ερμηνεύουμε την τελευταία εκδοχή»

Τι κάνει αυτό το έργο ιδιαίτερο, πέρα από την ύπαρξη διαφορετικών εκδοχών;

«Είναι πολύ ιδιαίτερο γιατί ο Ραχμάνινοφ, ο οποίος ήταν γενικά ένας μάλλον συντηρητικός συνθέτης, ξαφνικά εμπνεύστηκε έντονα από τη μουσική του Τζορτζ Γκέρσουιν – από την τζαζ, τα μπλουζ και άλλα στοιχεία που ήταν καινούργια για εκείνον και πολύ διαφορετικά από τις μουσικές του ρίζες. Θα ήθελα λοιπόν να μάθω πώς ακριβώς προέκυψε αυτή η έμπνευση και πώς κατάφερε να δημιουργήσει ένα κοντσέρτο που συνδυάζει ρωσικά μοτίβα και το ρωσικό πνεύμα με στοιχεία της αμερικανικής κουλτούρας. Εχω την ευκαιρία να το ερμηνεύω αρκετές φορές, με διαφορετικές ορχήστρες, και απολαμβάνω πραγματικά όταν το κοινό ανακαλύπτει αυτή την άλλη πλευρά της μουσικής του Ραχμάνινοφ».

Θυμάστε την ακριβή στιγμή ή το συγκεκριμένο μουσικό έργο που σας έκανε να συνειδητοποιήσετε ότι το πιάνο θα ήταν το μονοπάτι της ζωής σας;

«Ειλικρινά, δεν μπορώ να κατονομάσω ένα μόνο έργο. Η μουσική υπήρχε παντού γύρω μου καθώς μεγάλωνα. Και οι δύο γονείς μου ήταν μουσικοί. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, όταν ήμουν πολύ μικρός απολάμβανα το τραγούδι ακόμα περισσότερο από το πιάνο. Τραγουδούσα στη χορωδία του πατέρα μου για οκτώ χρόνια και ήταν μία από τις πιο χρήσιμες εκπαιδευτικές εμπειρίες της ζωής μου. Ομως το πιάνο ήταν πάντα εκεί, στο σπίτι. Η μητέρα μου μελετούσε πολύ και θυμάμαι καθαρά μερικά κομμάτια που συνήθιζε να παίζει. Δύο από αυτά ήταν από τις Études-Tableaux του Ραχμάνινοφ και ακόμη και σήμερα όταν τα ακούω μου φέρνουν ιδιαίτερες αναμνήσεις. Ενα άλλο ήταν μια σπουδή του Σκριάμπιν. Ετσι, υποθέτω ότι όλα έγιναν πολύ φυσιολογικά. Δεν υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή που ξαφνικά σκέφτηκα “Ναι, θέλω να γίνω πιανίστας”. Ηταν απλώς μια φυσική εξέλιξη».

Η νίκη σας στον διεθνή διαγωνισμό «Βασίλισσα Ελισάβετ» το 2010 άλλαξε τη ζωή σας. Πώς διαχειριστήκατε την απότομη μετάβαση από την ιδιότητα του φοιτητή σε αυτή του περιζήτητου σολίστ παγκοσμίως;

«Για εμένα, εκείνη η νίκη ήταν αποτέλεσμα των προσπαθειών και των εμπειριών μου σε άλλους διαγωνισμούς. Ηταν επίσης η αρχή για κάτι καινούργιο. Η νίκη σε έναν τόσο σημαντικό διαγωνισμό είναι φυσικά μια σπουδαία στιγμή, αλλά συνοδεύεται και από μεγάλη ευθύνη – ειδικά όσον αφορά το ρεπερτόριο. Σου ζητείται ξαφνικά να ερμηνεύσεις πολλά νέα έργα που δεν “έχουν κάτσει” ακόμα σωστά στα δάχτυλά σου. Φυσικά, θέλεις να επωφεληθείς από το γεγονός ότι έχεις μεγάλη ζήτηση. Τα πρώτα χρόνια μετά τον διαγωνισμό έμαθα τεράστιο όγκο ρεπερτορίου: πολλά κοντσέρτα, προγράμματα για ρεσιτάλ, αλλά και πολλή μουσική δωματίου. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι κατά κάποιον τρόπο η πραγματική δουλειά ξεκίνησε τότε όσον αφορά το χτίσιμο αυτού που ο δάσκαλός μου συνήθιζε να αποκαλεί “αποσκευές ρεπερτορίου”»

Πιστεύετε ότι ορισμένοι συνθέτες «αποκαλύπτονται» πραγματικά σε έναν πιανίστα μόνο σε μια συγκεκριμένη ηλικία – όχι τεχνικά, αλλά συναισθηματικά και ψυχολογικά;

«Αυτή είναι μια μάλλον περίπλοκη ερώτηση και δεν είναι εύκολο να απαντηθεί σύντομα. Πιστεύω ότι η προσέγγισή μας στη μουσική, όπως ακριβώς και η προσέγγισή μας στη ζωή, αλλάζει καθώς μεγαλώνουμε. Η λέξη “ωριμότητα” παίζει πιθανώς σημαντικό ρόλο στη ζωή ενός μουσικού. Ακόμα και μεγάλοι καλλιτέχνες, όταν ακούν ηχογραφήσεις που έκαναν δεκαετίες νωρίτερα, μερικές φορές εκπλήσσονται – θετικά ή και αρνητικά. Πολλά εξαρτώνται από την εκάστοτε περίοδο της ζωής μας και από το πώς αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα τη δεδομένη στιγμή. Ο σπουδαίος δάσκαλός μου Ντμίτρι Μπασκίροφ, για παράδειγμα, συνήθιζε να λέει ότι κάποιες από τις ηχογραφήσεις που δεν του άρεσαν όταν ήταν νεότερος ξαφνικά δεν του φάνηκαν και τόσο κακές όταν τις άκουσε ξανά σε μεγαλύτερη ηλικία. Αντιθέτως, ηχογραφήσεις που θεωρούσε αρκετά καλές όταν τις έκανε του ήταν σχεδόν αδύνατο να τις ακούσει δεκαετίες μετά, γιατί τις έβρισκε απαράδεκτες. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που κάθε μουσικός βιώνει κατά καιρούς».

Εσείς πώς αντιδράτε όταν ακούτε παλαιότερες ηχογραφήσεις σας;

«Δεν απολαμβάνω ιδιαίτερα να ακούω τις δικές μου ηχογραφήσεις. Αλλά όταν τυχαίνει να ακούσω κάτι που ηχογράφησα πριν από δέκα χρόνια, συχνά εκπλήσσομαι. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι τώρα ξέρω καλύτερα πώς θα έπρεπε να γίνουν ορισμένα πράγματα. Αλλά είμαι σίγουρος ότι αν ακούσω αυτά που ηχογραφώ σήμερα έπειτα από δέκα χρόνια μπορεί κάλλιστα να έχω ξανά την ίδια αντίδραση».

Πρόσφατα αρχίσατε να ασχολείστε και με τη διεύθυνση ορχήστρας. Η οπτική από το πόντιουμ του μαέστρου άλλαξε την προσέγγισή σας στο πιάνο;

«Η ορχήστρα ήταν πάντα ένα μεγάλο πάθος μου. Οταν ήμουν έφηβος και φοιτητής, περνούσα περισσότερο χρόνο ακούγοντας ηχογραφήσεις ορχήστρας παρά ηχογραφήσεις πιάνου, γιατί για εμένα η ορχήστρα είναι ο πιο τέλειος και ολοκληρωμένος οργανισμός στον κόσμο της μουσικής. Η ιδέα της διεύθυνσης υπήρχε επομένως πάντα κάπου στο μυαλό μου από πολύ μικρή ηλικία. Επίσης, ο πατέρας μου ήταν διευθυντής χορωδίας, οπότε είδα τη διαδικασία από τότε που ήμουν νέος. Η διεύθυνση ορχήστρας άλλαξε οπωσδήποτε την προσέγγισή μου στο πιάνο, ειδικά όσον αφορά τον τρόπο που μεταχειρίζομαι το όργανο. Μόλις σταθείς μπροστά από μια ορχήστρα αρχίζεις να ακούς τα πράγματα διαφορετικά. Οταν διευθύνεις, προσπαθείς να ακούσεις κάθε όργανο – ή τουλάχιστον όσο το δυνατόν περισσότερα – και αυτό ανοίγει την ακοή σου με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Ανυπομονώ πραγματικά να αποκτήσω περισσότερες εμπειρίες στη διεύθυνση ορχήστρας, να συνεχίσω να πειραματίζομαι και να δω πώς θα εξελίσσεται το παίξιμό μου στο πιάνο».

Τι σημαίνει επιτυχία για εσάς; Αναγνώριση; Υστεροφημία; Εσωτερική γαλήνη ή κάτι εντελώς διαφορετικό;

«Απλώς να έχω τη δυνατότητα να ερμηνεύω τα έργα που θέλω, να μπορώ να μαθαίνω νέα έργα και να τους δίνω ζωή και να παίζω με μουσικούς που πραγματικά λατρεύω και θαυμάζω. Για εμένα, αυτό είναι το πιο σημαντικό μέρος της επιτυχίας».

Αφού σβήσει και η τελευταία νότα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ποιο είναι το συναίσθημα ή η σκέψη που ελπίζετε να πάρει μαζί του το αθηναϊκό κοινό επιστρέφοντας στο σπίτι;

«Τα έργα για πιάνο και ορχήστρα του Ραχμάνινοφ είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένα ταξίδι στη ζωή του – με τα σκαμπανεβάσματά της, τις επιτυχίες και τους αγώνες της. Ελπίζω ότι οι άνθρωποι που θα έρθουν στο Μέγαρο θα απολαύσουν και θα εκτιμήσουν τη ζωή και την προσφορά ενός σπουδαίου μουσικού, ενός υπέροχου ανθρώπου και μιας αξιοσημείωτης προσωπικότητας, ακούγοντας αριστουργηματική μουσική».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version