Κάθε εµφάνιση του Δηµήτρη Πλατανιά στην Ελλάδα είναι γεγονός αξιοσηµείωτο. Φωνή διεθνών προδιαγραφών, καλλιτέχνης πληθωρικός και γενναιόδωρος, ο βαρύτονος από την Καλαµάτα µετατρέπει τα ρεσιτάλ του ή τις παραστάσεις όπερας όπου συµµετέχει σε µουσικές εµπειρίες, από εκείνες που γίνονται ολοένα και πιο σπάνιες. Μια τέτοια εµπειρία περιµένει την Παρασκευή 3 Ιουλίου το κοινό που θα παρακολουθήσει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το γκαλά όπερας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.
Ο Πλατανιάς και η επίσης διεθνώς διακεκριµένη υψίφωνος Μυρτώ Παπαθανασίου, υπό τη διεύθυνση του αρχιµουσικού Ηλία Βουδούρη, θα ερµηνεύσουν δηµοφιλείς άριες και ντουέτα. Το ίδιο πρόγραµµα θα επαναλάβουν στις 11 Ιουλίου στην Ιερά Μονή Παναγίας Γκουβερνιώτισσας στο Ηράκλειο Κρήτης και στις 12 Ιουλίου στο Ενετικό Λιµάνι Χανίων.
Οι τρεις αυτές εµφανίσεις αποτέλεσαν την αφορµή για να συναντήσουµε τον Δηµήτρη Πλατανιά έπειτα από πολύ καιρό και να µιλήσουµε όχι µόνο για τη µουσική, αλλά και για όλα όσα την περιβάλλουν. Γιατί η πληθωρικότητα του συνοµιλητή µας δεν εξαντλείται στη σκηνή· επεκτείνεται στον τρόπο µε τον οποίο σκέφτεται, αφηγείται ή σχολιάζει την τέχνη, την κοινωνία και την εποχή µας, µετατρέποντας µια συνέντευξη σε µια ουσιαστική, ζωντανή συζήτηση.
Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών είναι χώρος με εξαιρετική ακουστική, που βοηθά τον τραγουδιστή στο έργο του. Στη συνέχεια, όμως, στην Κρήτη, σας περιμένουν ανοικτοί χώροι. Σας αρέσει να τραγουδάτε υπό το φως του φεγγαριού;
Ας μη γελιόμαστε, κανένας ανοικτός χώρος δεν βοηθά πραγματικά έναν λυρικό τραγουδιστή. Γιατί κανένας δεν έχει την κατάλληλη ακουστική. Αναφέρομαι και στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού και στην περίφημη Αρένα της Βερόνας και σε όλες τις αρένες που λειτουργούν ως χώροι συναυλιών. Το λέω χωρίς να θέλω να προσβάλω την ιερότητα αυτών των χώρων, αλλά επιστημονικά και πρακτικά είναι μέρη ακατάλληλα για μουσική.
Ολα αυτά περί της εξαιρετικής ακουστικής των αρχαίων θεάτρων μπορεί να ισχύουν στη θεατρική παράσταση, στον λόγο, δεν ισχύουν όμως όταν μιλάμε για όπερα και γενικότερα για μουσική. Ζούμε όμως σε μια περίοδο που τα μεγάλα θεάματα είναι της μόδας, οπότε και αυτά τα θέατρα, επειδή χωρούν πολύ κόσμο, αξιοποιούνται δεόντως.
Σε τέτοιες συνθήκες, ένας λυρικός τραγουδιστής πώς προστατεύεται ώστε και να µην εκτεθεί και να κάνει το καλύτερο που µπορεί;
Δεν προστατεύεται! (σ.σ.: γελάει). Από τη στιγµή που µπαίνει η ηλεκτρονική ενίσχυση, ο Θεός βοηθός. Εκεί πια ο τραγουδιστής δεν έχει λόγο. Ολα εξαρτώνται από το πόσο καλός είναι ο ηχολήπτης, πόσο καλά είναι τα µικρόφωνα και το όλο ηχοσύστηµα, πώς θα οργανωθούν οι ισορροπίες στην κονσόλα. Ο τραγουδιστής προσπαθεί να κάνει αυτό που έµαθε να κάνει και στο κλειστό θέατρο, κάτω από τις κανονικές, τις φυσικές συνθήκες.
Το τι βγαίνει τελικά προς τα έξω εξαρτάται από άλλους παράγοντες. Χωρίς αυτό να σηµαίνει πως οι ανοικτοί χώροι δεν έχουν την οµορφιά τους: το φυσικό τοπίο, ο έναστρος ουρανός, η δροσιά της νύχτας, µια καλή ορχήστρα σαν την ΚΟΑ να σε συνοδεύει, µια εξαιρετική συνάδελφος σαν τη Μυρτώ Παπαθανασίου δίπλα σου και ο κόσµος που έρχεται για να σας χειροκροτήσει, όλα αυτά ακούγονται υπέροχα! Μπορούν να κάνουν µια βραδιά µαγική. Τα κρατάµε, λοιπόν, κρατάµε τα ωραία, και δίνουµε το καλύτερο που µπορούµε. Είµαστε εξάλλου µαθηµένοι, και εγώ και η Μυρτώ, και στα πιο δύσκολα (σ.σ.: γελάει).
Είναι μια δύσκολη εποχή για τους λυρικούς καλλιτέχνες; Τακτικές μετακινήσεις, φρενήρεις ρυθμοί, ασφυκτικά προγράμματα. Διαβάζω και αρκετά σχόλια για την παντοκρατορία των σκηνοθετών, που κάνουν ό,τι θέλουν, ενίοτε εις βάρος της μουσικής. Ποια είναι η γνώμη σας;
Είναι μια δύσκολη εποχή γενικότερα. Εγώ, ξέρετε, δεν έζησα τις παλιές, εκείνες που αποκαλούν “χρυσές εποχές” και που τα πράγματα ήταν ίσως πιο ευνοϊκά και ισορροπημένα για τους τραγουδιστές.
Δεν ξέρω πώς ήταν τότε, ωστόσο οι ακραίες καταστάσεις είναι πάντα κατακριτέες. Δηλαδή, το να βγαίνεις απλώς στη σκηνή, να στέκεσαι σαν άγαλμα, να τραγουδάς και να φεύγεις, δεν είναι σωστό. Ούτε όμως να σε βάζουν να κάνεις κωλοτούμπες ή να ξεβρακώνεσαι είναι σωστό. Υπάρχει και η μέση οδός, τα πιο μετρημένα, φυσιολογικά και λογικά πράγματα στην τέχνη. Θα μου πείτε, χωράει η λέξη “λογικό” στην τέχνη; Οχι, αλλά καταλαβαίνετε τι εννοώ.
Εχετε αποκτήσει τη φήμη ενός τραγουδιστή που δεν διστάζει να εκφράζει τις αντιρρήσεις του απέναντι σε σκηνοθέτες ή μαέστρους. Είναι σωστή αυτή η εικόνα;
Τις έχω εκφράσει τις αντιρρήσεις μου ξανά και ξανά. Πάντα θα το κάνω. Από τη μία, δεν δέχομαι τον τραγουδιστή-άρχοντα που βγαίνει από το καμαρίνι του και απαιτεί να περιστρέφονται τα πάντα γύρω του. Από την άλλη, όμως, δεν δέχομαι την κατάχρηση εξουσίας από κανέναν. Γιατί υπάρχουν και οι αυτοκρατορίες των μαέστρων, τις οποίες συχνά ξεχνάμε!
Εκεί να δείτε μονοκρατορίες και δικτατορίες. Αλλά δεν μιλάει κανείς γι’ αυτούς. Οι μαέστροι είναι συνήθως στο απυρόβλητο, και όλες οι ντομάτες πέφτουν πάντα στους τραγουδιστές και στους σκηνοθέτες. Δεν είναι όμως άμοιροι ευθυνών οι διευθυντές ορχήστρας. Μια παράσταση είναι εξάλλου αποτέλεσμα ομαδικής εργασίας.
Η όπερα είναι ένα τόσο σύνθετο οικοδόμημα που είναι δύσκολο και άδικο να ρίξεις τις ευθύνες για το όποιο αποτέλεσμα σε μία μόνο πλευρά…
Πράγματι! Είναι ίσως το πιο σύνθετο καλλιτεχνικό οικοδόμημα. Είναι τρομερό πράγμα, αδιανόητα δύσκολο. Οι σολίστες, ο μαέστρος, ο σκηνοθέτης, ο βοηθός του… Από δίπλα εκατό άτομα χορωδία, είναι και η ορχήστρα, είναι και οι τεχνικοί πίσω από τη σκηνή.
Μοιάζει απίστευτο πώς καταφέρνουν να συντονιστούν – όταν τα καταφέρνουν – όλες αυτές οι διαφορετικές προσωπικότητες, τα μυαλά, τα εγώ. Δεν βάζω κανέναν σε δεύτερη μοίρα – ούτε τους τεχνικούς ούτε τους μουσικούς ούτε το μπαλέτο. Γιατί καθένας από αυτούς είναι ένα “λιθαράκι” στο οικοδόμημα. Καθένας πρέπει να βάλει τα δυνατά του ώστε να κάνει τη ζωή των άλλων ευκολότερη.
Ο ρόλος του θεατή; Το κοινό είναι λιγότερο καταρτισμένο σε σχέση με το αντίστοιχο παλαιότερων εποχών; Είναι άραγε περισσότερο ή λιγότερο απαιτητικό;
Το κοινό – γνωρίζει δεν γνωρίζει – είναι εκεί για να του δώσεις τον καλύτερο εαυτό σου. Για να το κερδίσεις. Αυτό ισχύει είτε τραγουδάς στο μικρότερο θέατρο του κόσμου είτε στη μεγαλύτερη σκηνή. Βεβαίως, πρέπει και ο θεατής να καταλάβει πως κανείς δεν μπορεί να είναι άψογος, να επιτύχει το 100% της απόδοσής του!
Είναι μοιραίο, είμαστε άνθρωποι και όχι μηχανές. Προσπαθείς κάθε βράδυ να κάνεις το καλύτερο που μπορείς εκείνη τη στιγμή, και αυτό σας διαβεβαιώνω είναι μεγάλος αγώνας.
Εχω την αίσθηση πως παρότι σταδιοδρομείτε στον χώρο με τις μεγάλες ατζενσίες και τις τεράστιες παραγωγές, θα προτιμούσατε να κάνετε ό,τι εσείς νομίζετε σωστό, ακόμη αν αυτό είχε ως προϋπόθεση να εμφανίζεστε σε ένα θέατρο πενήντα θέσεων, όχι;
Ισχύει 100%! Θα προτιμούσα να κάνω μονίμως αυτό που θέλω, αλλά στην πράξη δεν γίνεται (σ.σ.: γελάει). Υπάρχουν πάντα δυνάμεις πιο ισχυρές από εμένα και δεν μπορώ να κάνω ό,τι θέλω.
Βέβαια, όταν λέω “να κάνω αυτό που θέλω”, δεν το εννοώ στην κυριολεξία, δεν μιλώ σαν τους κακομαθημένους τραγουδιστές-σταρ που κοροϊδεύω. Εννοώ να μπορώ να συνεργάζομαι με ανθρώπους που εμπιστεύομαι και να δημιουργούνται οι συνθήκες που θα μου επιτρέψουν καλλιτεχνικά να λειτουργήσω όσο καλύτερα γίνεται.
Τον περασμένο Ιανουάριο παρακολούθησα στη Λυρική το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» των Παπαϊωάννου – Κουμεντάκη. Οταν μπήκε η χορωδία MEIZON Εnsemble στη σκηνή, σας είδα, έναν ανάμεσα στους πολλούς.Δεν ξέρω πόσοι από το κοινό σάς αναγνώρισαν, και αν παραξενεύτηκαν που ένας τραγουδιστής με τη δική σας καριέρα εμφανιζόταν ως χορωδός. Τι σας αρέσει στη συμμετοχή σε μια χορωδία;
Δεν ξέρω πόσοι γνωρίζουν ότι αυτό το χορωδιακό σύνολο είναι συνδημιουργία δική μου και του μαέστρου Αγαθάγγελου Γεωργακάτου. Ηταν μια βαθιά επιθυμία μας. Επειδή πολλοί από εμάς που κάνουμε μουσική μεγαλώσαμε μέσα σε χορωδίες – όχι απαραιτήτως της όπερας – κουβαλάμε αυτό το μικρόβιο.
Για εμένα, η πολυφωνία μέσα σε μια χορωδία είναι η τελειότερη έκφραση της μουσικής. Φτιάξαμε, λοιπόν, μία παρέα, αυτό το σύνολο, και κατά διαστήματα τραγουδάμε. Είναι δουλειά και αυτή, που γίνεται όμως με πολύ κέφι και με μεγάλη αγάπη. Ξέρετε, μεγαλώνοντας θέλω πια εγώ να επιλέγω. Θέλω να κάνω τα πράγματα που μου αρέσουν.
Πόσο εύκολο είναι αυτό στους χώρους που κινείστε;
Εχω περάσει αρκετά χρόνια στο “κουρμπέτι”, δεν είμαι καινούργιος. Οταν είσαι νέος, αναγκαστικά κάνεις πράγματα στην αρχή για να σε μάθει η πιάτσα, οι άνθρωποι του επαγγέλματος. Δόξα τω Θεώ, δεν έχω τραγουδήσει λίγο. Τα έχω κάνει σχεδόν όλα.
Εχω εμφανιστεί σε πολύ σημαντικά θέατρα. Ηταν μια έντονη ζωή. Και συνεχίζω. Μεταξύ άλλων, τον Σεπτέμβριο έχω σειρά παραστάσεων με τους “Παλιάτσους” του Λεονκαβάλο στη Βενετία. Να ένας ωραίος ρόλος, ο Τόνιο, που με συνοδεύει εδώ και χρόνια.
Τώρα όμως επιζητώ πιο ήρεμα πράγματα. Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος που αυτομαστιγωνόταν, δεν έβρισκα τον λόγο. Αλλά αν κάτσεις και μετρήσεις τα χρόνια, αν μελετήσεις τα στοιχεία… Πέρασαν ήδη 22 με 23 έτη επαγγελματικής καριέρας. Είναι πολλά. Νομίζω πως σε τρία-τέσσερα χρόνια θα σταματήσω. Δεν θα πάει για πολύ ακόμα αυτό το πράγμα. Δεν υπάρχει λόγος. Η φωνή μου είναι φρέσκια, δεν έχει πάθει τίποτα, ούτε το σώμα μου με προδίδει.
Αλλά, να σας πω την αλήθεια, κουράστηκα λίγο. Εχω περάσει όμορφα και έχω ζήσει σπουδαία πράγματα. Δεν θέλω να φύγω επειδή βασανίζομαι, αλλά επειδή έχω χορτάσει. Ευτυχώς έρχονται νέοι τραγουδιστές, υπάρχει διάδοχη κατάσταση. Δεν χρειάζεται να φτάσεις στο σημείο να μην μπορείς να τραγουδήσεις για να αποσυρθείς.
Είναι γενναία απόφαση. Πολλοί συνάδελφοί σας, παγκοσμίως, δεν μπορούν να διανοηθούν τη ζωή τους μακριά από τα φώτα.
Από τη μία τους βλέπω και λέω: “Μπράβο τους που αντέχουν”. Από την άλλη, σκέφτομαι: “Γιατί ταλαιπωρούν έτσι τον εαυτό τους;”. Αλλά επειδή μεγαλώνοντας μαλακώνεις, βλέπω πια τα πράγματα με μεγαλύτερη κατανόηση. Ισως μερικοί καλλιτέχνες αν σταματήσουν να μην ξέρουν τι να κάνουν, να μην αντέχουν μακριά από τη σκηνή. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, ούτε να το κρίνω αυστηρά.
Εμένα δεν χωράει στο μυαλό μου πώς ένας άνθρωπος 80 και βάλε χρόνων, που δεν μπορεί καλά-καλά να περπατήσει, θέλει σώνει και καλά να βρίσκεται στη δημοσιότητα – και δεν μιλάω για κάποιον συγκεκριμένα, γενικά μιλάω. Είναι σαν τον 85χρονο που επιμένει να οδηγεί αυτοκίνητο. Μια υπερεκτίμηση των δυνάμεών σου. Βέβαια, ο παππούς στο τιμόνι μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο, ο τραγουδιστής στη σκηνή το χειρότερο που μπορεί να κάνει είναι να σκοτώσει μια άρια (σ.σ.: γελάει).
Θα σας ενδιέφερε να στραφείτε στη διδασκαλία, όπως κάνουν και άλλοι τραγουδιστές; Η σύζυγός σας, η υψίφωνος Χριστίνα Γιαννακοπούλου, εκτός από εξαιρετική τραγουδίστρια, έχει διακριθεί ως καθηγήτρια τραγουδιού.
Σε αυτό διαφέρω τελείως από τη Χριστίνα, την οποία ζηλεύω για το χάρισμα που έχει. Η Χριστίνα, πέρα από θαυμάσια τραγουδίστρια, είναι γεννημένη δασκάλα. Σε αυτό ειδικεύεται, είναι άφταστη.
Εχει αυτή τη μαγική ικανότητα να βγάζει φωνή από τον άλλον εκεί που δεν υπάρχει τίποτα. Εγώ δεν το ‘χω. Το δοκίμασα λίγο στο παρελθόν, έκανα ένα-δύο masterclasses επειδή με φώναξαν κάποιοι φίλοι, αλλά κατάλαβα ότι δεν είμαι για αυτά.
Τώρα, αν έρθει ένας νέος συνάδελφος, που έχει ήδη ξεκινήσει, έχει ανέβει στη σκηνή, έχει φάει τα μούτρα του και με ρωτήσει για πέντε-έξι συγκεκριμένους ρόλους που τους έχω ερμηνεύσει δεκάδες φορές – όπως για τον “Ριγκολέτο” –, θα τον βοηθήσω με ειλικρινές ενδιαφέρον. Θα τον συμβουλέψω, θα του δείξω μερικά τεχνικά κόλπα. Αυτό ναι, μπορώ να το κάνω. Αλλά μέχρι εκεί.
Είστε συνιδιοκτήτης ενός από τα πιο επιτυχημένα εστιατόρια της Αθήνας, του Pharaoh στα Εξάρχεια, που έχει αποσπάσει σημαντικές διεθνείς διακρίσεις. Τι σας προσφέρει ο χώρος της εστίασης;
Μου προσφέρει μεγάλη ικανοποίηση, γιατί όλο αυτό πάει πάρα πολύ καλά. Ομολογώ ότι το μαγαζί πια δουλεύει μόνο του. Εμείς, εγώ δηλαδή, δεν κάνω τίποτε. Τα παιδιά που δουλεύουν εκεί για εμάς είναι πολύ έμπειρα, εξαιρετικοί επαγγελματίες, και είμαι πραγματικά ευτυχισμένος με αυτό που κάνουν.
Δεν θέλω να λέω μεγάλα λόγια, αλλά προς το παρόν είμαστε πολύ καλά. Εύχομαι να συνεχίσουμε έτσι. Και στο μαγαζί, και στις άλλες ασχολίες και στη ζωή μας γενικότερα. Γεροί να είμαστε και να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα με θετική διάθεση!
Κοιτάζοντας όσα συμβαίνουν γύρω μας, τι είναι αυτό που σας κρατά αισιόδοξο;
Είναι μια φορτισμένη εποχή, όχι; Πρέπει όμως να κοιτάμε μπροστά και να σκεφτόμαστε αισιόδοξα. Δεν θέλω τη μοιρολατρία. Οπότε, τα αντιμετωπίζεις όλα “ζεν”, με θετική διάθεση και με υπομονή, με όσο μεγαλύτερη υπομονή γίνεται. Αυτό είναι, νομίζω, το μυστικό, αν υπάρχει μυστικό. Και να επενδύεις χρόνο σε όσα ευφραίνουν και ημερεύουν την ψυχή σου – ακόμη κι αν αυτά είναι το ψάρεμα, μια βόλτα ή το καλό φαγητό με τους αγαπημένους φίλους σου, που λέει ο λόγος!» (σ.σ.: γελάει).