Αν ζούσε, φέτος θα έκλεινε τα 92 (είχε γεννηθεί στις 20 Ιουλίου 1934). Αλήθεια, ποιος θα ήθελε να έχει δει την Αλίκη Βουγιουκλάκη να γερνάει και, κυρίως, πόσο θα μας είχε αφήσει η ίδια να τη δούμε; Πώς θα είχε διαχειριστεί τον χρόνο; Τι θα είχε μεσολαβήσει σε αυτά τα τριάντα χρόνια, με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να έχουν καταλάβει τη μερίδα του λέοντος στη ζωή μας, προφανώς και στη ζωή της, είτε θα το ήθελε είτε όχι – αλλά μάλλον δεν θα είχε μείνει έξω από την εποχή… Σήμερα, 23 Ιουλίου συμπληρώνονται 30 χρόνια από τον θάνατό της. Ηταν 62 χρόνων. Και όλα έγιναν τόσο, μα τόσο γρήγορα.
Ηταν 27 Απριλίου του 1996 όταν, μετά το τέλος της παράστασης «Η μελωδία της ευτυχίας» στο θέατρο «Αθήναιον» της Θεσσαλονίκης, αποχαιρετούσε από σκηνής το κοινό της, μαζί με όλον τον θίασο – την τελευταία, όπως αποδείχθηκε, θεατρική της οικογένεια, τους Φον Τραπ: «Μια βρογχίτιδα μου δημιούργησε μια υπερκόπωση και έτσι θα αποχωριστούμε. Αλλά είναι ευχάριστο που τελειώνουμε με ένα γεμάτο θέατρο και τόση αγάπη. Η αγάπη είναι το πιο μεγάλο όπλο που μπορεί να έχει κανείς στη ζωή. Εμένα μου χρειάζεται αυτό το όπλο. Δύο χρόνια είμαστε με τη “Μελωδία της ευτυχίας” στην Αθήνα, στον Πειραιά και τώρα στη Θεσσαλονίκη. Με τα παιδιά εδώ δεθήκαμε πολύ. Τους έδωσα μια υπόσχεση. Οταν μπορέσω, όταν γίνω καλά, θα ξανάρθω εδώ και θα τραγουδήσουμε όλοι μαζί».

Ένα από τα πολλά εξώφυλλα της Αλίκης Βουγιουκλάκη στο περιοδικό Ρομάντσο.
Και αν η Αλίκη δεν κράτησε αυτή της την υπόσχεση, κράτησε εκείνη που είχε δώσει στον εαυτό της. Είκοσι χρόνια νωρίτερα, το 1976, σε μια συνέντευξή της στο περιοδικό «Γυναίκα» και την Ολγα Μπακομάρου, έλεγε: «Είμαι γνήσια θεατρίνα εγώ και θα πεθάνω απάνω στο σανίδι. Εκεί βρίσκω τη μεγαλύτερη ηδονή μου». Μπορεί να μην «πέθανε πάνω στη σκηνή», αλλά από σκηνής αποχαιρέτησε το κοινό της – πόσοι το έχουν κάνει αυτό, πόσοι το προέβλεψαν;
Η Αλίκη «πουλάει»…
Συνώνυμο της ζωντάνιας, της δημιουργικότητας και μιας διαχρονικής νεότητας, ένας συνδυασμός αθωότητας και καπατσοσύνης, η Αλίκη ήταν μια έξυπνη και σκληρά εργαζόμενη γυναίκα. Γι’ αυτό και το «φαινόμενο» που φέρει το όνομά της παραμένει το πιο ισχυρό brand name της εγχώριας καλλιτεχνικής παραγωγής. Τα πράγματα είναι απλά: η Αλίκη «πουλούσε» όσο ζούσε και «πουλάει» ακόμα.
Μια φωτογραφία της που δημοσιεύεται, ένας συνάδελφός της που μιλάει για εκείνη, μια αναφορά στους έρωτές της, μια λεπτομέρεια από τη ζωή της συνεχίζουν να προκαλούν ενδιαφέρον, δεν περνούν ποτέ απαρατήρητα.
Και φυσικά οι ταινίες της, που προβάλλονται ξανά και ξανά από την τηλεόραση και δίνουν την ευκαιρία στις όλο και νεότερες γενιές να τη γνωρίσουν. Κυρίως όμως να την αγαπήσουν και να ταυτιστούν μαζί της και ας μην την πρόλαβαν στη σκηνή. Γιατί; Αυτό είναι ένα ερώτημα που όσο δύσκολα βρίσκει απάντηση άλλο τόσο εύκολα επιβεβαιώνεται από την ίδια τη ζωή.
Γεννημένη πρωταγωνίστρια
Με τον ρόλο της Βιόλα από τη «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ μπήκε στη Δραματική του Εθνικού Θεάτρου, δίνοντας εξετάσεις κρυφά από την οικογένειά της. Συμμαθητής της ήταν ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ. Ανέβηκε στη σκηνή για πρώτη φορά, μαθήτρια ακόμα της σχολής, έπειτα από πρόταση του σκηνοθέτη Αλέξη Σολομού, στην παράσταση «Ο κατά φαντασίαν ασθενής» του Μολιέρου, στον ρόλο της Λουιζόν.

Ο γάμος Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ το 1965 αποτέλεσε το γεγονός της χρονιάς.
Ακολούθησε, με το Εθνικό πάλι, το έργο του Δημήτρη Μπόγρη «Φουσκοθαλασσιές» και το καλοκαίρι του 1954 αντικατέστησε, εν μέσω της σεζόν, την Αννα Συνοδινού στον ρόλο της Ιουλιέτας – σε σκηνοθεσία του Νίκου Χατζίσκου στο Θέατρο του Εθνικού Κήπου, με ειδική άδεια από τη σχολή. Είχε ήδη ξεχωρίσει. Ηταν μια «νέα ηθοποιός με εξαιρετικό ταλέντο», όπως λεγόταν στους θεατρικούς κύκλους.
Οταν το 1958 ο Κώστας Μουσούρης την κάλεσε να ερμηνεύσει την Ελίζα Ντούλιτλ στην «Ωραία μου κυρία» στο θέατρό του στην πλατεία Καρύτση, η Αλίκη αποδέχθηκε αμέσως την πρόταση. Και ας ήξερε ότι ο μισθός της θα ήταν χαμηλότερος από εκείνον που ήδη έπαιρνε στον θίασο της κυρίας Κατερίνας.
Ηξερε ότι ο Μουσούρης «βγάζει» πρωταγωνίστριες και δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία. Και δεν είχε άδικο: η συνεργασία τους διήρκεσε τρία χρόνια. Οταν έφυγε, ήταν πλέον επικεφαλής του θιάσου της, με περιοδείες ανά την Ελλάδα και καλλιτεχνικό διευθυντή τον Μάριο Πλωρίτη.
Οι χρυσές δεκαετίες
Η δεκαετία του ’60 ήταν αυτή που της άνοιξε τον δρόμο – με τον κινηματογράφο να συμβάλλει σε αυτή την άνευ προηγουμένου δημοφιλία της. Το ουσιαστικό κινηματογραφικό ντεμπούτο της έγινε με την «Αστέρω» το 1959 – προηγήθηκε, το 1955, «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» του Ντίμη Δαδήρα με τον ρόλο της Κρουστάλλως, πλάι στους Θάνο Κωτσόπουλο (Μήτρος) και Ανδρέα Ζησιμάτο (Λιάκος).
Η συνέχεια την οδηγούσε από επιτυχία σε επιτυχία, κυρίως με τη Finos Film. Οι ταινίες έχουν πια καταγραφεί στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου: «Το κλωτσοσκούφι», «Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο», «Χτυποκάρδια στο θρανίο», «Μανταλένα», «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια», «Η σοφερίνα», «Το δόλωμα», «Μοντέρνα Σταχτοπούτα», «Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά», «Υπολοχαγός Νατάσσα»…

Η θρυλική πλέον σκηνή όπου τραγουδά το «Νιάου βρε γατούλα» στην ταινία «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο».
Παράλληλα με την κινηματογραφική της εκτόξευση ήρθε τόσο η θεατρική συνύπαρξη με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ (1964) όσο και η προσωπική τους σχέση. Ξεκίνησαν συνθιασάρχες στο θέατρο «Κεντρικόν» – «Κολόμπ» του Ανούιγ, «Πειρασμός» του Ξενόπουλου, «Ο κόσμος της Σούζι» του Οσμπορν, καθώς και με έργα που γνωρίσαμε μέσα από ταινίες («Η κόρη μου η σοσιαλίστρια», «Αχ αυτή η γυναίκα μου»).
Την εποχή που το ζευγάρι μεσουρανούσε έγινε και ο γάμος του (τον Ιανουάριο του 1965), ένα από τα πιο κοσμικά γεγονότα της εποχής. Χώρισαν το 1974 λόγω «ασυμφωνίας χαρακτήρων», έχοντας αποκτήσει το 1969 τον γιο τους Γιάννη, στον οποίο η Αλίκη είχε τεράστια αδυναμία.
Στο θέατρο «Αλίκη»
Τη δημοφιλία που είχε κερδίσει η Βουγιουκλάκη, κυρίως από τις ταινίες της, δεν τη μετέφερε στο θέατρο. Στις αρχές του ’70 εγκαινίασε τη στέγη της στην οδό Αμερικής, βαφτίζοντας το νυχτερινό κέντρο Μαξίμ «Θέατρο Αλίκη», και δεν επανέλαβε ποτέ τον κινηματογραφικό εαυτό της.
Στην αρχή με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και, αφού χώρισαν, μόνη της, ήθελε το ρεπερτόριό της να έχει διπλό στόχο. Από τη μία να ικανοποιεί το κοινό και να γεμίζει το θέατρο και από την άλλη να πατάει σε μια γερή βάση. Παράλληλα, το 1975, έπειτα από διαγωνισμό, πέρασε στα χέρια της το θερινό θέατρο στο Πεδίον του Αρεως. Το μετονόμασε σε «Κηποθέατρο Αλίκη» και παρέμεινε έως το 1983.
Στα έργα που επέλεγε η Βουγιουκλάκη απέφευγε τα εύκολα, χωρίς ωστόσο να επιδιώκει να δυσκολέψει το κοινό της. Αλλωστε δύο πρότυπα χαρακτήρισαν και ακολούθησαν την πορεία της: ο Μάριος Πλωρίτης και ο Αλέκος Σακελλάριος.
Τολμούσε το καινούργιο, θέλοντας να έχει πάντα στο πλάι της κορυφαίους συνεργάτες στη μετάφραση, τη μουσική, τη σκηνογραφία, τη χορογραφία και φυσικά στη σκηνοθεσία. Και το κατάφερνε με μια άνεση που δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητη. Την εκτιμούσαν.

Στη «Μαντώ Μαυρογένους» του Γεώργιου Ρούσσου, τη δεκαετία του ’70 (αριστερά διακρίνεται ο Νίκος Γαλανός).
Ηξεραν πως η συνεργασία τους θα γινόταν σε επαγγελματικές συνθήκες υψηλού επιπέδου. Και ποιοι δεν δούλεψαν μαζί της: Μάριος Πλωρίτης, Γεώργιος Ρούσσος, Κώστας Ταχτσής, Παύλος Μάτεσις, Βαγγέλης Γκούφας, Γιάννης Ξανθούλης, Σπύρος Βασιλείου, Βασίλης Φωτόπουλος, Γιώργος Πάτσας, Νίκος Πετρόπουλος, Μάνος Χατζιδάκις, Μίκης Θεοδωράκης, Σταύρος Ξαρχάκος, Μίμης Πλέσσας, Γιώργος Κατσαρός, Γιάννης Μαρκόπουλος, Χάρης Μανταφούνης, Δημήτρης Παπάζογλου, Μίνως Βολανάκης, Αλέξης Σολομός, Σπύρος Ευαγγελάτος, Ανδρέας Βουτσινάς, Νίκος Χαραλάμπους, Σταμάτης Φασουλής, Κώστας Τσιάνος, Μάουρο Μπολονίνι, Διαγόρας Χρονόπουλος, Ρούλα Πατεράκη.
Το ίδιο ίσχυε και για τους παρτενέρ της στη σκηνή και γενικά τους ηθοποιούς των θιάσων της. Από τον Μάνο Κατράκη, τον Νικήτα Τσακίρογλου και τη Νόνικα Γαληνέα, τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο και τη Δέσπω Διαμαντίδου, τον Γιάννη Φέρτη και τον Αγγελο Αντωνόπουλο, τον Στέφανο Ληναίο, τον Βασίλη Τσιβιλίκα, τον Χρήστο Πολίτη ή τον Νίκο Γαλανό, μέχρι και τους νεότερους, που με κάποιον τρόπο έπαιρναν δίπλα της το βάπτισμα του πρωταγωνιστή, όπως οι Δάνης Κατρανίδης, Γιάννης Μπέζος, Γρηγόρης Βαλτινός, Γιώργος Κιμούλης.
Στον αστερισμό των μιούζικαλ
Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, και συγκεκριμένα τη σεζόν 1975-1976, η Αλίκη Βουγιουκλάκη έκανε μια τομή τόσο στην καριέρα της όσο και στο ελληνικό θέατρο ανεβάζοντας μιούζικαλ.
Οι μεγάλες παραστάσεις του Λονδίνου τής έδωσαν το έναυσμα και την επιθυμία να βουτήξει σε ένα νέο, δύσκολο και απαιτητικό σύμπαν: «Καμπίρια», «Ωραία μου κυρία», «Καμπαρέ», «Εβίτα», «Βίκτορ και Βικτόρια», «Η μελωδία της ευτυχίας» – ενδιαμέσως ήταν και το «Ανι», χωρίς να παίζει η ίδια, αλλά και η οπερέτα «Και εύθυμη και χήρα».

Μιμή Ντενίση, Σμάρω Στεφανίδου, Δάνης Κατρανίδης, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Γρηγόρης Βαλτινός στην παράσταση «Τζούλια» σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή.
Κάπου εκεί έγινε και η σκηνική επανασύνδεση με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, με το «Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα». Μετά ερμήνευσε τη Φιλουμένα Μαρτουράνο στο ομώνυμο έργο του Εντουάρντο ντε Φιλίπο, σύστησε στο κοινό τον Κώστα Σπυρόπουλο και στη συνέχεια ανέβασε τον μονόλογο της «Σίρλεϊ Βαλεντάιν», μία από τις λίγες μη επιτυχημένες παραστάσεις της.
Η Βουγιουκλάκη είχε πάντα την τόλμη να μην κρύβεται στα προσωπικά της – με εξαίρεση τον γάμο της με τον Κύπριο Γιώργο Ηλιάδη – και να συνεργάζεται με τους συντρόφους της.
Λίγα χρόνια πριν από τον Κώστα Σπυρόπουλο είχε κάνει το ίδιο και με τον Βλάσση Μπονάτσο, στον οποίο έδωσε τον ρόλο του Τσε στην «Εβίτα», μια μεγάλη επιτυχία της στις αρχές της δεκαετίας του 1980, που παίχτηκε τόσο στο χειμερινό όσο και στο θερινό της θέατρο.
Η Αλίκη αγάπησε πολύ την «Εβίτα», ένιωσε δικαιωμένη με την επιλογή της. Δεν είναι τυχαίο ότι μια φωτογραφία της από την παράσταση κοσμεί μέχρι σήμερα την είσοδο της πλατείας του θεάτρου στην οδό Αμερικής.
Το στοίχημα της Επιδαύρου
Το καλοκαίρι του 1986 και το καλοκαίρι του 1990 η Αλίκη πραγματοποίησε το όνειρό της: να παίξει στην Επίδαυρο. Πρώτα ήταν η αριστοφανική «Λυσιστράτη», σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, και μετά η σοφόκλεια «Αντιγόνη», με σκηνοθέτη τον Μίνωα Βολανάκη και μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.
Και αν εισπρακτικά οι δύο αυτές απόπειρες πέτυχαν, στην «Αντιγόνη» οι κριτικοί την κατακεραύνωσαν, κάτι που της στοίχισε πολύ και δεν επανήλθε ποτέ στο είδος.
Έγραψαν για την Αλίκη
Από την αρχή της πορείας της, τόσο οι άνθρωποι του θεάτρου όσο και οι κριτικοί μίλησαν για την Αλίκη Βουγιουκλάκη τονίζοντας τα χαρακτηριστικά εκείνα που την έκαναν να ξεχωρίζει – ως προσωπικότητα και ως ηθοποιός.
Μ. Καραγάτσης: «Πρέπει να χαιρετίσω με το γεγονός του εμπλουτισμού του θεατρικού μας κόσμου μ’ ένα στέλεχος που, από το πρώτο του κιόλας βήμα, απέδειξε πως διαθέτει τάλαντο πολύ αξιόλογο και πολύ εξελίξιμο. Είμαι απόλυτα αισιόδοξος για την καλλιτεχνική σταδιοδρομία της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Ας μου επιτραπεί να την συγχαρώ και να της ευχηθώ τα βέλτιστα» («Η Βραδυνή», 25 Οκτωβρίου 1958, κριτική για την παράσταση «Ωραία μου κυρία»).
Κώστας Μουσούρης: «Πάντα θα βρίσκεται ανάμεσα στους πρώτους» («Φαντασία», Ιούλιος 1960).
Φιλοποίμην Φίνος: «Η Αλίκη πάνω στη δουλειά της τα θέλει όλα δικά της, επειδή και η ίδια είναι από τους ανθρώπους που δίνεται ολότελα όταν εργάζεται» («Φαντασία», Ιούλιος 1960).
Τάσος Λιγνάδης: «Είναι δύσκολο να ορίσει κανείς τι σημαίνει αυτό που λέμε “ταλέντο” και πώς εξακριβώνεται. Οποια πάντως και να είναι η σημασία της μοιραίας αυτής λέξης, το περιεχόμενό της μπορεί να εξακριβωθεί πρακτικά στην περίπτωση της Αλίκης Βουγιουκλάκη. (…) Και η διάρκεια της Βουγιουκλάκη, με το συγκεκριμένο πρόσωπο της θεατρικής μυθολογίας που εισηγήθηκε, δεν έχει όμοιό της ούτε σε ελληνικές ούτε σε ξένες ανάλογες περιπτώσεις» («Αλίκη – Φωτοβιογραφία» του Μαρίνου Κουσουμίδη).
Κώστας Γεωργουσόπουλος: «Η Βουγιουκλάκη εξέφραζε τη νίκη του περιττού πάνω στο αναγκαίο. Ηταν η πάμφθηνη πολυτέλεια του ονείρου» («Η Αλίκη στη χώρα των τραυμάτων», περιοδικό «Men’s Look», καλοκαίρι 1979).
Η Αλίκη για την Αλίκη
Για το πώς ερμηνεύει η ίδια την επιτυχία της είχε μιλήσει σε συνέντευξή της στον Γιώργο Λιάνη και το περιοδικό «Επίκαιρα» τον Ιούλιο του 1972: «Ταλέντο, συνέπεια, ζήλος για τη δουλειά. Αγώνας και πείσμα, ανδρικές πολλές φορές αρετές. Φωτιά και σίδερο, αλλού πάλι όνειρο και πλάνη. Να περίπου από τι είναι φτιαγμένη η Αλίκη Βουγιουκλάκη».

Στο θέατρο της οδού Αμερικής η σταρ πάντα «πρωταγωνιστεί».
Για το πώς είναι ως άνθρωπος είχε πει σε συνέντευξή της στον Αρη Σκιαδόπουλο και το περιοδικό «Ταχυδρόμος» τον Ιούλιο του 1974: «Είμαι μια γυναίκα δυνατή και σκληρή στη δουλειά μου, αλλά σαν άνθρωπος αδύνατη. Αυτό είμαι».
Ο Σταμάτης και η Ρούλα
Ο Σταμάτης Φασουλής γνώρισε την Αλίκη τη δεκαετία του ’80, όταν είχε πια κατακτήσει τον τίτλο της «εθνικής σταρ». Και μπορεί να τη σκηνοθέτησε μόνο σε μία παράσταση («Τζούλια»), η σχέση τους όμως εξελίχθηκε σε σχέση ζωής. Τώρα, 30 χρόνια μετά, δίνει τη δική του εξήγηση στη διαχρονικότητά της και μιλάει για τη γυναίκα που γνώρισε έξω από το θέατρο και τη σκηνή:
«Μια εύκολη απάντηση στη διαχρονικότητα της Αλίκης θα ήταν ότι οι ταινίες της παίζονται ακόμα στην τηλεόραση – αλλά και άλλων ηθοποιών παίζονται, χωρίς την ίδια ανταπόκριση. Ισως πάλι επειδή η εικόνα της Αλίκης είχε ιδιαίτερη απήχηση στα παιδιά και οι ταινίες της μεγαλώνουν καινούργιες γενιές. Θυμάμαι, όταν ένας κριτικός έγραψε κάτι περίεργο για εκείνη, η ίδια τον ρώτησε αν έχει παιδιά. “Εχω μια κόρη” της είπε. “Από αυτή θα το βρεις” του ανταπάντησε. “Θα με λατρέψει”.

Με τον Σταμάτη Φασουλή μοιράστηκαν μια σχέση ζωής (προσωπικό αρχείο Σταμάτη Φασουλή)
Πέρα από το να δημιουργεί συνέχεια καινούργιους θαυμαστές, δεν ήταν λίγο αυτό που έκανε στην ελληνική σόου μπίζνες η Αλίκη. Ηταν μια τομή. Ηταν η πρώτη, ουσιαστικά, ξανθιά. Και δεν ήταν το χρώμα των μαλλιών της που την ξεχώριζε, ήταν το χρώμα που διάλεξαν όλες ύστερα από αυτή – από τις ενζενί έως τα κορίτσια της γειτονιάς και τις παρουσιάστριες που βλέπουμε σήμερα.
Η Αλίκη είχε επιρροή στο γυναικείο κοινό. Εφερε για πρώτη φορά μια ενζενί άμεση, της διπλανής πόρτας, που μιλούσε σαν άνθρωπος. Είχε αυτό το θείο χαμόγελο. Και έσκιζε το πανί! Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελένη Βλάχου τη χαρακτήρισε ως την “αλφαβήτα του ελληνικού θεάτρου, το αλφαβητάρι του”.
Εγώ γνώρισα την Αλίκη σταρ. Στη γνωριμία μας επάνω έγινε μύθος, και αυτό συνέβη εν ζωή. Αυτό την ηρέμησε πάρα πολύ. Η σταρ έχει μια αγωνία να κρατηθεί. Ο μύθος όχι. Οταν της έφυγε αυτό το άγχος και ένιωσε σίγουρη για τον εαυτό της, μαλάκωσε πάρα πολύ. Συνέχιζε να έχει τις ίδιες αγωνίες στη δουλειά της, αλλά η αγωνία δεν είχε πια υστερία.
Θυμάμαι, είχε αρρωστήσει μια κοινή μας συνεργάτιδα – ήταν στην κλινική και κινδύνευε η ζωή της. Τηλεφωνηθήκαμε με την Αλίκη στο διάλειμμα των παραστάσεών μας: “Εμαθα πως κάνουν συμβούλιο στο Ωνάσειο για τον Παπανδρέου. Παίρνω τηλέφωνο να έρθει όλο το συμβούλιο στην κλινική. Πάω κι εγώ μετά την παράσταση”.
Τη βρήκα στην κλινική μαζί με τη Μελίτα (σ.σ.: Κούρκουλου). Είχε μαζί της τον φάκελο με την είσπραξη, ήταν γιορτές, το θέατρο ήταν γεμάτο. Εδωσε τον φάκελο στη Μελίτα λέγοντάς της “να τον δώσεις στην επιτροπή, να δώσεις όσα χρειάζεται” – η επιτροπή δεν πήρε τίποτα βέβαια. Αυτό ήταν μια ανθρωπιά άλλου τύπου. Η σταρ θα είχε στείλει μια επιταγή. Η Αλίκη πήγε η ίδια, κουρασμένη, μετά την παράσταση.
Οπως θυμάμαι και ένα βράδυ, πρέπει να ήταν Χριστούγεννα του ’95. Ημασταν στον Θεολόγο και όπως καθόμασταν στο τζάκι μάς λέει: “Αλλα πέντε χρόνια, να πάμε στο 2000, να γεράσω κι εγώ με την ησυχία μου”».
Η Ρούλα Πατεράκη μπήκε αργά στη ζωή της Αλίκης. Και αν η σχέση τους ξεκίνησε μέσα από τη δουλειά, πρόλαβε τελικά να γίνει φιλία, μια γερή φιλία. Ηταν το 1993, με έργο το «Ωραία μου κυρία» και την Ελίζα Ντούλιτλ, έναν ρόλο που έπαιξε τέσσερις φορές, σε τέσσερις διαφορετικές παραστάσεις, από την αρχή ως το τέλος. Τότε η είδηση της συνεργασίας τους είχε προκαλέσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Μιλούσαν για «αταίριαστο ζευγάρι» και για «σταρ και αντι-σταρ». Ακολούθησε, την επόμενη διετία, το κύκνειο άσμα της, «Η μελωδία της ευτυχίας». Και η αυλαία έπεσε…
«Η πρόταση συνεργασίας ήρθε από την Αλίκη. Με εξέπληξε. Και είχε βασιστεί σε ένα ψέμα. Μου είχε πει ότι γνώριζε πολύ καλά τη δουλειά μου. Εγώ ήξερα ότι δεν με είχε δει και κατάλαβα ότι βρήκε έναν έξυπνο τρόπο για να με πλησιάσει. Μάλιστα, θυμάμαι πως μου είχε πει “αφού είστε αντι-σταρ, είστε πιο σταρ από εμένα”.

Με τη Ρούλα Πατεράκη έγιναν φίλες τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής της Αλίκης.
Προσωπικά, οι τίτλοι “σταρ / αντι-σταρ” δεν με βολεύουν. Εγώ δέχθηκα μια πρόταση με μεγάλη χαρά και γιατί το έργο με συγκίνησε και γιατί ήθελα πολύ να δουλέψω με την Αλίκη. Ηταν ιδιαίτερα σημαντική ηθοποιός και ήθελα να έχω αυτή την εμπειρία. Εμένα δεν με ενδιέφερε η σταρ Αλίκη Βουγιουκλάκη, με ενδιέφερε η ηθοποιός.
Στην πρώτη μας συνάντηση φορούσε μια κλαρωτή φούστα, σαν τσιγγάνα, και είχε αφήσει κάτω τα φρεσκολουσμένα ξανθά μαλλιά της. Ηταν και τελείως άβαφη. Με κέρδισε αμέσως έτσι όπως την έβλεπα μπροστά μου, ξανθιά τσιγγανοπούλα.
Δέχθηκα. Γίναμε αμέσως φίλες και μείναμε φίλες ως το τέλος – με έλεγε “κουκούνα μου”. Η Αλίκη ήταν πολύ αληθινή, είχε μια έμφυτη χάρη, ήταν ένας χαριτωμένος άνθρωπος. Δεν άργησα να καταλάβω ότι θα συνεργαζόμασταν για καιρό.
Είχε σχέδια, ήθελε να φτιάξει ένα μικρό θεατράκι, αλλά δεν ήταν ακόμα έτοιμη να αλλάξει την εικόνα της, να κάνει πιο εναλλακτικά πράγματα. Σκεφτόταν να ανεβάσουμε και να παίξουμε μαζί τη “Μαρία Στιούαρτ” του Σίλερ ή τις “Μικρές αλεπούδες” της Χέλμαν. Αλλά ήθελε χρόνο για να νιώσει ότι την εμπιστεύομαι.
Η Αλίκη είχε μια περιέργεια και μια πληθωρικότητα. Αρπαζε τη ζωή. Πολλοί ακόμα δεν μου μιλάνε λόγω της συνεργασίας μου μαζί της. Ταμπού».