Αλεξάνδρα Βαλιζέφσκα Αλισον Τζίντζερας: Η επιστροφή της αρχαιότητας

Η πολωνή εικαστικός και η αμερικανίδα επιμελήτρια μιλoύν για τον διάλογο του μακρινού παρελθόντος με τη σύγχρονη τέχνη, με αφορμή την επικείμενη έκθεση που συνδιοργανώνουν το Μουσείο Μπενάκη και το Ιδρυμα ΔΕΣΤΕ.

Αλεξάνδρα Βαλιζέφσκα Αλισον Τζίντζερας: Η επιστροφή της αρχαιότητας

Στην Αλεξάνδρα Βαλιζέφσκα δεν αρέσει η πολυκοσμία. Δουλεύει όλη μέρα, βλέπει τους φίλους της όταν δύσει ο ήλιος και αγαπά ιδιαίτερα τις βόλτες στα πάρκα. Στο Łazienki Park της Βαρσοβίας, μιας πόλης μακριά από τις σειρήνες των μεγάλων κέντρων της τέχνης, γνωρίζει κάθε δέντρο, ξέρει σε ποια φωλιάζουν κουκουβάγιες και διατηρεί μια σχεδόν απόλυτη οικειότητα με τον χώρο. Σε αυτές τις συνήθειές της οφείλεται ίσως και το γεγονός ότι στο έργο της οι μορφές συχνά μοιάζουν να αναδύονται από έναν ενδιάμεσο χώρο, κάπου μεταξύ ονείρου και καθημερινής παρατήρησης, σαν εικόνες που έχουν μείνει για καιρό στη σιωπή και επιστρέφουν φορτισμένες.

Ακόμη κι αν έρθει, λοιπόν, στην Ελλάδα, με αφορμή την έκθεσή της με τίτλο «Η εισβολή της αρχαιότητας» στο Μουσείο Μπενάκη Eλληνικού Πολιτισμού σε συνεργασία με το Ιδρυμα ΔΕΣΤΕ, η οποία εγκαινιάζεται στις αρχές Ιουνίου, είναι αμφίβολο αν η παρουσία της θα γίνει αισθητή. Θα μπορέσουμε όμως να δούμε τα έργα της: αυτό το απόλυτα συνεκτικό προσωπικό σύμπαν, το οποίο, όπως περιγράφει στο BHMAgazino η επιμελήτρια της έκθεσης Αλισον Τζίντζερας (ίσως τη θυμάστε από τη συμμετοχή της στην έκθεση «Monument to Now» του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ το 2004), «είναι βαθιά προσωπικό, αλλά ταυτόχρονα στηρίζεται σε μια ουσιαστική γνώση της ιστορίας της τέχνης. Δεν αντιγράφει εικόνες, αλλά μοιάζει σαν όλη αυτή η ιστορική εμπειρία να περνά μέσα από την ίδια και να επιστρέφει με τη μορφή μιας έντονα φορτισμένης δημιουργίας».

Photo: Marek Gardulski

Η ίδια η πολωνή καλλιτέχνιδα, γνωστή για το χαμηλό προφίλ της, πιστεύει ότι «η τέχνη, από την Αναγέννηση και μετά, βρίσκεται, και συνεχίζει να βρίσκεται, σε μια κατάσταση παρακμής». Οπότε το εννοεί όταν λέει στο BHΜΑgazino πως «το να παρουσιάζεται η δουλειά μου σε ένα μουσειακό πλαίσιο είναι ευχάριστο και βαθιά τιμητικό για εμένα, γιατί μου δίνει τη δυνατότητα να τη δείχνω δίπλα σε σπουδαία έργα τέχνης». Διότι περί τις 15 δημιουργίες της παρεμβάλλονται σε ιστορικά αντικείμενα σε δύο ορόφους του Μουσείου, άλλοτε συνεχίζοντας και άλλοτε μεταμορφώνοντας τις ιστορίες που αυτά κουβαλούν. Οι περισσότερες εικόνες και μορφές που την απασχολούν μοιάζουν να προέρχονται από τον ελλαδικό χώρο της Νεολιθικής Εποχής ή από την κλασική αρχαιότητα, χωρίς όμως να λειτουργούν ως απλές ιστορικές αναφορές. Ιδιαίτερη θέση κατέχει και το βυζαντινό στοιχείο, που φαίνεται να τη γοητεύει για τη σημειολογική και πνευματική του φόρτιση.

Ταυτόχρονα, η έκθεση αποκτά και µια πιο παιχνιδιάρικη διάσταση στις αίθουσες µε τα υφάσµατα, τις λαογραφικές φορεσιές και τις αναπαραστάσεις οικιακών χώρων, όπου τα έργα µοιάζουν σχεδόν να «ξυπνούν» διαφορετικά τις ίδιες τις προθήκες. Οπως θα πει η Βαλιζέφσκα: «Ορισµένα είναι εµπνευσµένα από αντικείµενα του Μουσείου, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα τα έχω αντιγράψει. Εκεί, λοιπόν, η επιρροή είναι εμφανής. Ωστόσο, δεν λειτουργώ κατά έναν τέτοιον τρόπο στη δουλειά μου. Με ενδιαφέρει κυρίως η μορφή, παρά το περιεχόμενο. Η ελληνική τέχνη με εμπνέει πολύ σε μορφολογικό επίπεδο. Δεν αναφέρομαι άμεσα στους μύθους. Χτίζω τις δικές μου αφηγήσεις, που παραμένουν μυστηριώδεις ακόμη και για εμένα. Αποφεύγω να εξηγώ τους πίνακές μου, γιατί νιώθω πως αυτό θα κατέστρεφε το μυστήριό τους και θα τους έκανε λιγότερο ενδιαφέροντες για εμένα. Με εμπνέει πολύ η λεγόμενη “παλιά” τέχνη. Οπως είπα και πριν, πιστεύω ότι η τέχνη, με το πέρασμα του χρόνου, βρίσκεται σε μια κατάσταση υποχώρησης, οπότε ως σύγχρονη καλλιτέχνις είμαι κατά κάποιον τρόπο καταδικασμένη να είμαι κατώτερη από τους “Old Masters”.

Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζω να δουλεύω, γιατί αυτό δίνει νόημα στη ζωή μου. Δουλεύω κάπως σαν “αυτόματο”. Δεν ξέρω πραγματικά από πού έρχονται οι ιδέες μου. Προσπαθώ επίσης να μην απομακρύνομαι από τη φύση ως πηγή έμπνευσης. Στα χρόνια των σπουδών μου προσπαθούσα να παρακολουθώ όλα τα μαθήματα σχεδίου με ζωντανό μοντέλο και να μελετώ προσεκτικά την ανατομία, ελπίζοντας ότι έτσι θα πλησίαζα τους “Παλιούς Δασκάλους” που θαυμάζω. Δεν είμαι βέβαιη αν αυτός ήταν ο σωστός δρόμος, αλλά ήταν η δική μου μορφή συντηρητικής εξέγερσης».

Διαισθητική τέχνη

Η Τζίντζερας θα αναλάβει να εμβαθύνει σε αυτή την αυτοματική, δημιουργική διαδικασία στην οποία αναφέρεται η Βαλιζέφσκα: «Ενα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αφορά ένα πήλινο αγγείο με παράσταση του Διονύσου, το οποίο στην αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν και ως ταφικό σήμα. Δεν γνώριζε αυτή τη λειτουργία του αντικειμένου, την είχε απλώς γοητεύσει η μορφή και οι φιγούρες επάνω στον πηλό. Κι όμως, διαισθητικά το ενέταξε σε μια σκοτεινή σκηνή, όπου μια ηλικιωμένη γυναίκα πυροβολείται δίπλα σε έναν τάφο. Αυτό που κάνει τη σύνδεση τόσο εντυπωσιακή είναι ότι, χωρίς να έχει κάνει ιστορική έρευνα, φαίνεται σαν να “διάβασε” ενστικτωδώς τη μνήμη και τον ταφικό χαρακτήρα του αντικειμένου, αφήνοντας το αρχαίο αγγείο να επιστρέψει μέσα από μια σύγχρονη εικόνα βίας και θανάτου. Οπότε, δεν παίρνει απλώς ένα παλιό αντικείμενο και το χρησιμοποιεί στο έργο της. Είναι σαν να μεταφέρεται μαζί του και το συναίσθημα ή ο τρόπος με τον οποίο το αντικείμενο λειτουργούσε αρχικά.

Οταν τα έργα της τοποθετούνται δίπλα ή ανάμεσα στα εκθέματα του Μουσείου, αισθάνομαι ότι ενεργοποιείται ένας κύκλος ζωής που συνεχίζεται πέρα από τον χρόνο. Σαν να υπάρχει μια μορφή ζωής μετά θάνατον των εικόνων και της ιστορίας. Υπάρχει στα πολωνικά η λέξη “upiór”, που σημαίνει κάτι σαν “ζωντανός-νεκρός”, και κάπως έτσι σκέφτομαι και την ίδια την ιστορία της τέχνης: σαν κάτι που δεν πεθαίνει ποτέ ολοκληρωτικά, αλλά συνεχίζει να επιστρέφει, να στοιχειώνει, να επανεμφανίζεται με άλλες μορφές. Γι’ αυτό και η έκθεση μοιάζει με διαρκή αναζήτηση φαντασμάτων. Οχι όμως με την έννοια μιας σκοτεινής ιστορίας τρόμου, αλλά περισσότερο σαν μια κατάσταση γοητείας, όπου ανακαλύπτεις στρώματα μνήμης, εικόνων και συναισθημάτων που επιμένουν να επιβιώνουν μέσα στον χρόνο». Δεν είναι τυχαίο ότι αντλεί την επιμελητική της προσέγγιση από τον «Ατλαντα Μνημοσύνης» του γερμανού ιστορικού τέχνης Αμπι Βάρμπουργκ, ο οποίος προσπάθησε να χαρτογραφήσει τη συλλογική μνήμη μέσα από εικόνες αντί για λόγια, ένα κόνσεπτ που ταιριάζει με τα έργα της Βαλιζέφσκα, τα οποία αντιμετωπίζουν την ιστορία της τέχνης σαν ένα ζωντανό αρχείο εικόνων που επιστρέφουν και επανενεργοποιούνται στο παρόν.

Ομως, για την Τζίντζερας, πέρα από την εικονογραφική και ιστορική ανάγνωση, υπάρχει και μια πιο πολιτική διάσταση στην έκθεση, ιδιαίτερα γύρω από το ζήτημα του φύλου: «Στα έργα της Βαλιζέφσκα πρωταγωνιστούν κατά βάση γυναίκες, οπότε οι πίνακες δημιουργούν μια ολόκληρη οπτική ιστορία γυναικείας χειραφέτησης. Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, επειδή τα έργα τοποθετούνται δίπλα σε αντικείμενα όπως υφάσματα, κεντήματα και οικιακά αντικείμενα, πολλά από τα οποία δημιουργήθηκαν επίσης από γυναίκες και θεωρούνται σημαντικά στη συλλογή του μουσείου. Ετσι στήνεται ένας διάλογος ανάμεσα στη σύγχρονη γυναικεία παρουσία στα έργα και στις πιο αθόρυβες, ιστορικές μορφές γυναικείας εργασίας και δημιουργίας».

Εξίσου ενδιαφέρον είναι ότι πολλά από τα αντικείμενα που έχουν εμπνεύσει τη Βαλιζέφσκα δεν τα έχει δει ποτέ από κοντά μέσα στις συλλογές, αλλά τα γνωρίζει κυρίως από καταλόγους και αρχειακό υλικό, παρότι έχει βρεθεί στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην Υδρα, και στο παρελθόν, όταν ήρθε προσκεκλημένη της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη για τα γυρίσματα της ταινίας «The Capsule» (2012), που είναι εµπνευσµένη από τους πίνακές της. Οπως εξηγεί η Βαλιζέφσκα: «Μείναµε εκεί περίπου µία εβδοµάδα. Για έναν συνηθισμένο άνθρωπο αυτό πιθανότατα θα ήταν πολύ συναρπαστικό, αλλά εγώ ήθελα να επιστρέψω στην πολυκατοικία μου στη Βαρσοβία. Δεν είμαι συνηθισμένη σε τόσο πολυτελείς συνθήκες και προτιμώ να κρύβομαι στο ακατάστατο στούντιό μου και να ζωγραφίζω. Ωστόσο, είμαι πολύ ευγνώμων στην Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη που δημιούργησε αυτή την ταινία, την οποία αργότερα μπόρεσα να δω ήρεμα στη δική μου “φωλιά”, όπως και  στον Δάκη Ιωάννου, που έκανε δυνατή την πραγματοποίησή της». Η Βαλιζέφσκα δεν δουλεύει με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς από έναν καλλιτέχνη ο οποίος «πηγαίνει και βλέπει» τα πράγματα από κοντά. Οπως θα πει η Τζίντζερας, η οποία δίνει σταθερά το «παρών» στην Πολωνία, μια και είναι «curator at large» στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Βαρσοβίας (MSN), σημαντικό ρόλο παίζει και το γεγονός ότι ο σύντροφός της, αυτοδίδακτος κλασικιστής και συλλέκτης αρχαίων νομισμάτων, επηρεάζει έντονα το πώς σκέφτεται, καθώς της μεταφέρει δικά του ενδιαφέροντα για τον αρχαίο κόσμο, τα οποία με κάποιον τρόπο περνούν και στο έργο της.

Η τέχνη που μιλά πολλές γλώσσες

Πλέον, η 50χρονη Βαλιζέφσκα συνεργάζεται με γκαλερί στην Πολωνία, αλλά δεν αντιμετωπίζει τη δουλειά της με όρους αγοράς. Oπως τονίζει η Τζίντζερας, είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις καλλιτέχνιδας του 21ου αιώνα που δεν δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πώληση των έργων της. Τα αντιμετωπίζει περισσότερο ως μέρος ενός δημόσιου και συλλογικού πλαισίου παρά ως αντικείμενα ιδιωτικής κατανάλωσης, και δύσκολα θα σκεφτόταν να τα πουλήσει: «Δεν είναι θέμα πλούτου ή οικονομικής άνεσης. Απλώς ζει στο ίδιο διαμέρισμα όπου μεγάλωσε, το οποίο ανήκε στη γιαγιά της, και λειτουργεί ταυτόχρονα και ως στούντιό της. Αυτό της δίνει μια σταθερότητα και μια αίσθηση ασφάλειας, οπότε δεν αντιμετωπίζει την τέχνη μέσα από το πρίσμα του χρήματος ή της αγοράς».

Η Βαλιζέφσκα είναι εξαιρετικά δημοφιλής και έχει αποκτήσει τεράστιο κοινό και πολλούς followers στο Instagram (176.000!). Oπως λέει η ίδια: «Οταν διαμορφωνόταν η καλλιτεχνική μου πρακτική, οι κυρίαρχες τάσεις στην Πολωνία επικεντρώνονταν στην κριτική τέχνη, την περφόρμανς και το βίντεο. Εγώ, αντίθετα, αφοσιώθηκα αποκλειστικά στη δημιουργία των καλύτερων δυνατών ζωγραφικών έργων. Στην αρχή, η δουλειά μου αντιμετωπίστηκε αρνητικά. Τώρα υπάρχει κάτι σαν μόδα γύρω από το είδος τέχνης που κάνω εδώ και χρόνια και μάλιστα έχω αποκτήσει και κάποιους μιμητές. Γι’ αυτό καμιά φορά αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να αλλάξω ύφος, αλλά μου αρέσει αυτό που κάνω». Η Τζίντζερας θα πει: «Νομίζω ότι η δουλειά της έχει γίνει τόσο δημοφιλής επειδή είναι πολύ άμεση και προσβάσιμη, χωρίς να γίνεται απλοϊκή. Οι εικόνες της αφηγούνται ιστορίες: υπάρχει κάτι σχεδόν κινηματογραφικό στον τρόπο με τον οποίο στήνει τις σκηνές και τους χαρακτήρες της, γι’ αυτό ακόμη και άνθρωποι που δεν έχουν σχέση με τον κόσμο της σύγχρονης τέχνης μπορούν να συνδεθούν μαζί της.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η απήχησή της δεν περιορίζεται στους κύκλους της τέχνης. Στην Ιαπωνία, για παράδειγμα, έχει τεράστιο κοινό, όχι απαραίτητα από μουσεία και γκαλερί, αλλά από διάφορες υποκουλτούρες. Πολλοί μουσικοί έρχονται σε επαφή με τη δουλειά της, κάτι που δείχνει ότι τα έργα της κυκλοφορούν σαν εικόνες με δική τους ζωή έξω από τον παραδοσιακό art world. Νομίζω επίσης ότι έχει σημασία η γενναιοδωρία με την οποία αντιμετωπίζει τη δουλειά της. Συνεργάζεται με σχεδιαστές μόδας, φτιάχνει κεραμικά αντικείμενα και γενικά δεν αντιμετωπίζει την τέχνη ως κάτι κλειστό ή απρόσιτο. Η ίδια λέει ότι δεν της αρέσει ιδιαίτερα η ιδέα του έργου ως πολυτελούς αντικειμένου αποκλειστικά για συλλέκτες και γκαλερί. Προτιμά να βρίσκει τρόπους ώστε οι άνθρωποι να μπορούν πραγματικά να ζουν με τα έργα της και να τα έχουν στον προσωπικό τους χώρο. Και νομίζω ότι αυτό ο κόσμος το αισθάνεται».

ΙΝFO

«Η Εισβολή της Αρχαιότητας.
Η Aleksandra Waliszewska στο Μουσείο Μπενάκη»: Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισµού (Κουµπάρη 1 & Βασ. Σοφίας, Κολωνάκι), από τις 3 Ιουνίου έως τις 27 Σεπτεµβρίου (εγκαίνια στις 2 Ιουνίου).

Στρατηγικός Εταίρος Μουσείου Μπενάκη: ΔΕΗ.

Μόνιµος Χορηγός Εκθεσιακού Προγράµµατος: Eurobank.

Επίσηµος Χορηγός Τεχνολογίας: Samsung.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version