Μέσα στους φρενήρεις ρυθμούς του σύγχρονου ψηφιακού κόσμου, οι πελάτες των εστιατορίων βρίσκουν καταφύγιο σε μέρη όπου τα πιάτα θυμίζουν το φαγητό της γιαγιάς.
Στο καφέ Vollpension, στην πολυσύχναστη συνοικία Βίντεν της Βιέννης, τους πελάτες υποδέχεται μια ασπρομάλλα οικοδέσποινα και τους οδηγεί να καθίσουν γύρω από τραπεζάκια σαλονιού σε ένα δωμάτιο γεμάτο κεντήματα. Στο βάθος ακούγεται το «Ντο, ρε, μι» από τη «Μελωδία της Ευτυχίας». Μια πινακίδα μέσα σε μια γυάλινη προθήκη αναφέρει ότι το apfel nusskuchen, η μηλόπιτα με καρύδια, είναι «χειροποίητη, φτιαγμένη με αγάπη» από μια γυναίκα που ονομάζεται Ζόρα.
Το προσωπικό, η διακόσμηση και το φαγητό κάνουν το μέρος να μοιάζει με το σπίτι της γιαγιάς, και αυτό δεν είναι τυχαίο.
«Θέλουμε ο κόσμος να αισθάνεται σαν να βρίσκεται στο σαλόνι της γιαγιάς του» εξηγεί ο συνιδρυτής του Vollpension Ντάβιντ Χάλερ. Το καφέ, το οποίο ξεκίνησε ως pop-up το 2012, διαθέτει πλέον δύο καταστήματα στην αυστριακή πρωτεύουσα, όπου οι omas και οι opas (γιαγιάδες και παππούδες) φτιάχνουν στρούντελ, λίντσερ τόρτε και άλλες λιχουδιές. Δύο ακόμη υποκαταστήματα είναι προγραμματισμένο να ανοίξουν στο Σάλτσμπουργκ και στο Γκρατς.
Νοσταλγία
Αν και η μαγειρική «τύπου γιαγιάς» είναι δημοφιλής σχεδόν από τότε που υπάρχουν γιαγιάδες, σήμερα κάνει θραύση. Ας το πούμε nonna-stalgia, γιαγιαδονοσταλγία – τη γαστρονομική εκδοχή της γιαγιαδίστικης αισθητικής του «grandmacore» που έχει βάλει την Gen Z να πιάνει βελόνες πλεξίματος, γάντια κηπουρικής και προζύμι. Το Yelp, η πλατφόρμα αξιολογήσεων, χαρακτήρισε το «grandmacore dining» μία από τις κορυφαίες τάσεις στα εστιατόρια για το 2026.
Το Netflix έφερε τη μαγειρική της γιαγιάς στο προσκήνιο το 2025 με την ταινία «Nonnas», που ήταν βασισμένη στο νεοϋορκέζικο εστιατόριο Enoteca Maria, το οποίο άνοιξε το 2007 με πραγματικές ιταλίδες γιαγιάδες να μαγειρεύουν πιάτα όπως λαζάνια και κοτόπουλο κατσατόρε. Ακόμη και οι εταιρείες κρουαζιέρας ακολουθούν αυτή την τάση. Η AmaWaterways μόλις παρουσίασε μια νέα γαστρονομική εμπειρία, το «Cooking with Mamie», στα ταξίδια της στον ποταμό Σηκουάνα στη Γαλλία. Μια γαλλίδα «μαμί», δηλαδή γιαγιά, ανεβαίνει στο πλοίο για να μάθει στους επιβάτες να φτιάχνουν ταρτ τατέν με μήλα και μαντλέν.
Στη συνέχεια, σας παρουσιάζουμε μερικά από τα καλύτερα μέρη σε όλον τον κόσμο όπου μπορείτε να βρείτε λίγη σπιτική θαλπωρή, ακόμη κι αν βρίσκεστε μακριά από το σπίτι.
Τουρκικές νοστιμιές
Στο Beğendik Abi, η σπιτική, παραδοσιακή μαγειρική της Χαντάν Καϊγκουσουζέρ έχει συμβάλει στην ανάδειξη της τουρκικής παραθαλάσσιας πόλης Ούρλα σε γαστρονομικό προορισμό. Η Καϊγκουσουζέρ, γιαγιά τριών εγγονιών, άνοιξε το εστιατόριο το 1999 με πέντε μόλις τραπέζια. Σήμερα μπορεί πλέον να εξυπηρετήσει έως 120 άτομα και συχνά οι πελάτες κάνουν ουρά απ’ έξω. «Αυτές οι συνταγές έχουν μεταφερθεί από γενιά σε γενιά» λέει για το μενού. «Αν δεν τις συνεχίσουμε εμείς, κινδυνεύουν να ξεχαστούν».
Πορσελάνινα πιάτα κρέμονται στους τοίχους· στα ράφια, βάζα με αγκινάρες. Στην κουζίνα βρίσκουμε μπελαλίδικα φαγητά, όπως τσάλκαμα (τουρκική χορτόπιτα χωρίς φύλλο) και γιαπράκ σαρμά (χειροποίητα ντολμαδάκια με ρύζι, κρεμμύδι, ντομάτα και μυρωδικά).
«Μαγειρεύουμε όπως θα μαγειρεύαμε στο σπίτι μας – χωρίς υπερβολές, χωρίς περιττή πολυπλοκότητα» λέει η Καϊγκουσουζέρ.
Αιγυπτιακή συνταγή
Το πολυσύχναστο brunch spot της Μάχα Μπαρσούμ στο Τορόντο, το Maha’s, έχει πολλά γιαγιαδίστικα στοιχεία: Ο χώρος είναι γεμάτος μπιμπελό, το λειτουργεί η ίδια μαζί με τα δύο ενήλικα παιδιά της και πολλές από τις συνταγές που φτιάχνει τις έχει μάθει από τη μητέρα και τη γιαγιά της. Αυτό είναι αρκετό για να παραβλέψει κανείς τη λεπτομέρεια ότι η ίδια δεν είναι ακόμα γιαγιά. («Ανυπομονώ», όπως είπε.)
Το μενού περιστρέφεται γύρω από το φαγητό της πατρίδας της Μπαρσούμ, της Αιγύπτου, όπου ζούσε πριν μεταναστεύσει στον Καναδά το 2000. Ανάμεσα στα πιάτα βρίσκει κανείς μια σούπα με φακές που πουλάει σε πακέτο, σε γυάλινα βάζα του 1 λίτρου.
«Μαγειρεύω το φαγητό όπως μαγειρεύω στο σπίτι για τα παιδιά μου, με την καρδιά μου» λέει η Μπαρσούμ, η οποία, ενώ έχει βγει στη σύνταξη, περνάει συχνά τις μέρες της στο εστιατόριο κουβεντιάζοντας με τους πελάτες, ενώ η κόρη της, Μόνικα Ουάχμπα, βρίσκεται στο τιμόνι της κουζίνας.
Ο Βίκτορ Χουίν, τακτικός πελάτης, παραγγέλνει συχνά το Cairo Classic, ένα πρωινό με κουκιά μαγειρεμένα για 12 ώρες.
«Νιώθεις σαν να πηγαίνεις σε ένα μέρος όπου κάποιος σε ρωτάει: “Εχεις φάει;”» λέει ο Χουίν. «Και ύστερα σου λένε τι πρόκειται να φας. Και μετά σε παρακολουθούν να το τρως».
Ενα καλιφορνέζικο σπιτικό
Μια κουνιστή πολυθρόνα στρωμένη με μια καρό μεξικανική ποδιά καλωσορίζει τους επισκέπτες στη βεράντα του Abuela’s Midtown, που στεγάζεται σε ένα βικτωριανό σπίτι στο Σακραμέντο της Καλιφόρνιας. Στο εσωτερικό, στη γωνία στέκει μια παλιά ραπτομηχανή, κοντά σε φωτογραφίες των αμπουέλας (γιαγιάδων) του προσωπικού.
Το άρωμα του μεξικανικού καφέ με μπαχαρικά, που φτιάχνεται σε πήλινο σκεύος, γεμίζει το μπροστινό δωμάτιο. Οι σερβιτόροι βγαίνουν από την κουζίνα μεταφέροντας παράταιρα πιάτα με τσιλακίλες και, τα Σαββατοκύριακα, μπολ με πικάντικη σούπα μενούδο από αποφλοιωμένο καλαμπόκι, η οποία έχει σιγοβράσει για τουλάχιστον έξι ώρες.
Η διακόσμηση του Abuela’s Midtown πριν ανοίξει πέρυσι ήταν μια συλλογική προσπάθεια. Οι μάγειρες, οι σερβιτόροι και οι ιδιοκτήτες πρόσθεσαν ο καθένας πινελιές που τους θύμιζαν τα σπίτια των δικών τους αμπουέλας.
«Δεν έχουμε τελειώσει ακόμα» εξηγεί ο γενικός διευθυντής Οσκαρ Εσκομπάρ. «Ετοιμάζουμε έναν τοίχο όπου οι πελάτες θα μπορούν να βάζουν τις δικές τους φωτογραφίες – με τις γιαγιάδες τους, φυσικά».
