«Παρακαλώ πολύ να δώσει αυτός που βρήκε το σημείωμα στους γονείς μου»

Οι φωτογραφίες που είδαν το φως της δημοσιότητας από την αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά του 1944, οι μνήμες που ξύπνησαν και ένας νέος «διχασμός»

«Παρακαλώ πολύ να δώσει αυτός που βρήκε το σημείωμα στους γονείς μου»

Οι φωτογραφίες με τους εκτελεσθέντες την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας είναι συγκλονιστικές.

Το αγέρωχο βλέμμα των ανθρώπων που σε λίγο θα αντίκριζαν τον θάνατο φανερώνει το φρόνημα εκείνων που αγωνίζονται και πεθαίνουν για τα ιδανικά και την πατρίδα τους. Και αυτό το φρόνημα δεν χρειάζεται καμία πιστοποίηση γνησιότητας, όπως οι φωτογραφίες. Γιατί, πολύ απλά, οι μελλοθάνατοι το είχαν φανερώσει με τα σημειώματά τους (πρόχειρα χαρτάκια), τα οποία περιέχονται σε έναν πολύ σημαντικό τόμο που ετοιμάστηκε την περίοδο της δικτατορίας από τις Πανελλήνιες Ενώσεις των Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης και των Θυμάτων της Γερμανικής Κατοχής με τον τίτλο «Εθνική Αντίσταση 1941-1944. Γράμματα και μηνύματα εκτελεσμένων πατριωτών» (1974, εκδόσεις Κέδρος).

Το σημείωμα του Νίκου Γλέζου, λίγο πριν την εκτέλεσή του στις 10 Μαΐου 1944

Σε αυτό λοιπόν το βιβλίο ο αναγνώστης διαβάζει το σημείωμα του Σπήλιου Αμπελογιάννη: «Ετσι πεθαίνουν οι τίμιοι Ελληνες. Πεθαίνω περήφανος. Ζήτω η Λευτεριά. Διαβάτη Ελληνα, το ρούχο τούτο να το πας στην παραπάνω διεύθυνση. Είναι η στερνή επιθυμία ενός ανθρώπου που ξέρει να πεθαίνει για τη Λευτεριά. Ζήτω ο ελληνικός Λαός». Ο Αμπελογιάννης ήταν εργάτης που συνελήφθη τον Νοέμβριο του 1943 από τους Γερμανούς για παράνομο Τύπο, φυλακίστηκε στου Χατζηκώστα και έπειτα στο Χαϊδάρι. Ηταν μόλις 22 ετών.

Αλλοι λένε ότι το σημείωμα βρέθηκε καρφιτσωμένο στο πέτο του σακακιού του στον τόπο όπου εκτελέστηκε και άλλοι ότι πέταξε στον δρόμο το σακάκι του με καρφιτσωμένο το χαρτάκι. Ο συγκρατούμενός του Παύλος Καρατζάς με τη λακωνικότητά του αποτυπώνει την τραγικότητα των στιγμών: «Παύλος Καρατζάς, εξόριστος από το 1936. Με πήραν για εκτέλεση, 1η Μαΐου 1944».

Ο θάνατος ως μέσο για το δυνάμωμα του αγώνα

O Μήτσος Ρεμπούτσικας, φυλακισμένος στην Ακροναυπλία ήδη από το 1939, βλέπει τον θάνατό του ως ένα μέσο για το δυνάμωμα του αγώνα κατά του κατακτητή: «Αγαπημένοι μου, ο θάνατός μου δεν θα πρέπει να σας λυπήσει, αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για την πάλη που διεξάγεται. Σφίξτε τις καρδιές σας και βγείτε παλικάρια απ’ τη νέα δοκιμασία. Ετσι θα μας τιμήσετε καλύτερα. Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά δεν πεθαίνει ποτέ. Με πολλή αγάπη. Σας φιλώ Μήτσος. Χαϊδάρι 1-5-44». Ο δε Σάββας Σαββόπουλος, και αυτός φυλακισμένος στην Ακροναυπλία από το 1937, γράφει: «Ας μάθει όλη η Ελλάδα πως ούτε μια στιγμή δεν χάσαμε την πίστη στην τελική νίκη. Καμιά δύναμη δεν θα μπορέσει να τσακίσει το ΚΚΕ. Θα νικήσει. Καλώ τον αδερφό μου με σκληρή δουλειά να προσπαθήσει να ξεπλύνει το κακό που έκανε με τη δήλωση και την αδερφούλα μου να πάρει τη θέση μου στο ΚΚΕ». Ενας άλλος από τους εκτελεσθέντες, ο Νίκος Μαριακάκης, και αυτός φυλακισμένος από την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά, γράφει: «Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά, παρά να ζη σκλάβος. Ν. Μαριακάκης. Γεωπόνος».

Οι εκτελεσθέντες δεν ήταν μόνο ιδεολόγοι. Πάνω απ’ όλα ήταν άνθρωποι και γι’ αυτό το τελευταίο μέλημά τους ήταν η επικοινωνία με τους δικούς τους ανθρώπους, χωρίς όμως να ξεχνούν και τη σημασία του αγώνα τους. Ετσι, ο Γιώργος Κρόκιος από την Ικαρία και φυλακισμένος και αυτός ήδη από την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά έγραφε: «Να σταλεί στην Αννα Πλακίδη, Κάμπος Ικαρίας. Γιώργος Κρόκιος. Σας φιλώ όλους απ’ τον τόπο της εκτέλεσης. 1-5-1944».

Ο δε Μανώλης Λαμπρινίδης φανερώνει την περισσή αγάπη για τους δικούς του με τα ακόλουθα λόγια: «1-5-44. Αφήνω γεια σε όλους σας. Στέλιο και Χρυσούλα κι αγαπητή μου Γιαννούλα. Σας αφήνω για πάντα. Μέσα απ’ τ’ αυτοκίνητο σας παρακαλώ τα τελευταία μου λεπτά, Γιαννούλα όπως αγαπούσες εμένα τώρα ν’ αγαπήσεις τη μητέρα μου. Τώρα που έφυγα Στέλιο μου με φρόντισες. Τώρα σε παρακαλώ να φροντίσεις και τη μητέρα μας. Σας φιλώ όλους. Γεια σας για πάντα. Ζήτω η Ελλάς, ζήτω το ΕΑΜ».

Η τελευταία επιθυμία μέσα σε ένα σακάκι

Ο δε Κώστας Τσίρκας, δάσκαλος από τα Πράμαντα της Ηπείρου και αυτός φυλακισμένος στην Ακροναυπλία από το 1938, αφήνει μια σειρά από σημειώματα, άλλα στο σακάκι του και άλλα που πετάει στον δρόμο προς τον τόπο της εκτέλεσης: «1.5.44. Γεια και χαρά. Σας φιλώ όλους με πολλή αγάπη… Κατίνα, Γιωργούλη, Σας φιλώ με αγάπη. Κώστας Τσίρκας. Μάρνη 52, Αθήνα… Πρωτομαγιά. Γεια σας όλοι, πάμε στη μάχη».

Ο Βαγγέλης Πόλκος από τη Ραχούλα Καρδίτσας δεν αφήνει μόνο ένα σημείωμα με τη φράση «Φιλώ τη γυναίκα μου, την κόρη μου, τη Μάνα μου και τ’ αδέλφια μου. Βαγγέλης Πόλκος, δάσκαλος από Ραχούλα Καρδίτσας, 1-5-44». Αφήνει στο σακάκι του και μια φωτογραφία της κορούλας του, που βρέθηκε στο σακάκι του με τη φράση: «Κόρη μου, Καίτη Πόλκου, μένει Κλειούς 22 Θεσσαλονίκη. Να γίνει δασκάλα. Ο πατέρας της».

Ο Χρήστος Χριστοδούλου έχει μια κουβέντα για όλα τα μέλη της οικογένειάς του: «Παρακαλώ πολύ να δώσει αυτός που βρήκε το σημείωμα στους γονείς μου. Είναι η παράκληση ενός καταδίκου Χριστοδούλου, οδός Μενελάου αριθμός 43, Καλλιθέα. Εχετε γεια. Πηγαίνοντας με το αυτοκίνητο στο πεδίο των εκτελέσεων μαζί με άλλους 199, ρίχνω αυτό το σημείωμα με την ελπίδα να φτάσει στον προορισμό του. Η βραδιά πέρασε όλο με τραγούδια πατριωτικά… Γλυκιά μάνα φεύγω. Το κορμί μου πια δε θα υπάρχει. Αιωνία όμως θα σου είναι η θύμησή μου. Μην κλαις ηρωικιά Ελληνίδα. Ασε τα δάκρυα. Σφίξε τα δόντια κι ορκίσου εκδίκηση. Τι να γίνει; Ο αγώνας αυτά έχει. Το δέντρο θέλει πότισμα. Αρκετόν καιρό ήμουνα βάρος σας απ’ την αρρώστια. Γέρο κουράγιο. Σφίξε τα δόντια. Σπύρο, δεν είναι ανάγκη να παιδεύεσαι τώρα ν’ αγοράσεις σακάκι. Αγριε να κάθεσαι ήσυχα και ξέρε ότι τσολιάδες με σκοτώνουν, μια κι ήθελες να γίνεις και συ τέτοιος. Ελένη έχει γεια. Ολους σας ευχαριστώ. Ο άνθρωπος που με κατέδωσε λέγεται Στραβοράφτης και είναι στην ομάδα του Ξηρού. Ο Ξηρός με βασάνισε και η συμμορία του που μένουν στο Διαβολόρεμα. Αυτό πέστε το στους φίλους μου στο Νοσοκομείο. Θάρρος, κουράγιο. Πεθαίνω και βλέπω να γλυκοχαράζει η Λευτεριά. Είμαι ευτυχισμένος. Ζητώ από σας ν’ αγαπάτε τους κομμουνιστές και γενικά τους λαϊκούς αγωνιστές. Να βοηθάτε όσο μπορείτε τον αγώνα. Ετοιμαστείτε να πάρετε μέρος στην αυριανή εκδίκηση αυτών που μας παράδωσαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Τα πάντα να θυσιάζετε για το καλό του Λαού. Πέστε στους φίλους μου ότι προτίμησα να πεθάνω, όχι όμως και να προδώσω σαν τίμιος αγωνιστής. Πεθαίνω ζητωκραυγάζοντας και πιστεύοντας στη Λαϊκή νίκη. Το έγραψα αυτό στις 5 το πρωί της 1-5-44. Χρήστος Χριστοδούλου».

 

Δεν δέχθηκε να εκτελεστεί κάποιος άλλος

Ο πιο γνωστός πάντως από τους εκτελεσθέντες είναι ο Ναπολέων Σουκατζίδης, εμποροϋπάλληλος από το Αρκαλοχώρι Κρήτης. Επειδή μιλούσε γερμανικά, εκτελούσε και χρέη διερμηνέα στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Ο διοικητής του στρατοπέδου Karl Fischer, όταν διάβασε και το δικό του όνομα στη λίστα των μελλοθάνατων, του πρότεινε να τον διαγράψουν από τη λίστα. Ο Σουκατζίδης τον ρώτησε αν θα εκτελούσαν κάποιον άλλο αντί για αυτόν και όταν ο Φίσερ απάντησε ότι έχει εντολή να εκτελέσει 200 κρατούμενους, ο Σουκατζίδης αρνήθηκε να θανατωθεί κάποιος άλλος στη θέση του και έτσι εκτελέσθηκε μαζί με τους υπόλοιπους.

Τα σημειώματά του επιβεβαιώνουν την ανθρωπιά και το υψηλό του φρόνημα: «Φώτην Σουκατζίδην, Αρκαλοχώρι, Ηρακλείου Κρήτης. Πατερούλη, Πάω για εκτέλεση, νάσαι περήφανος για το μονάκριβο γιο σου. Ν’ αγαπάς και να λατρεύεις την κορούλα σου και την αδελφούλα μου, κι οι δυο μεγάλοι άνθρωποι. Γεια, γεια πατερούλη». Στη δε αρραβωνιαστικά του γράφει: «Δίδα Χαρά Λιουδάκη, καθηγήτρια Αναμορφωτικής Σχολής Θηλέων, Δρομοκαΐτιον, Αθήναι. Η τελευταία μου σκέψη μαζί σου. Θα ‘θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο της ζωής σου άξιο σου, άξιό μου. Κάτι ενθύμια θα σου δώσει ο Ζήσης». Γράφει, τέλος, και στην κουνιάδα του: «Δίδα Μαρία Λιουδάκη. Ιεράπετρα Κρήτης. Αδερφούλα μου, πάω για εκτέλεση. Σε λατρεύω πολύ, όσο λάτρευα και τη γυναίκα μου. Δεν μπόρεσα να σας κάνω ευτυχισμένες. Λίγη αγάπη στον μπαμπά όσο να ζει. Γεια σου, γεια σου λατρευτή μου αδελφούλα. Ναπολέων 1-5-44».

Πολλή κουβέντα έγινε για την ιδεολογία των εκτελεσθέντων. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι περισσότεροι από τους εκτελεσθέντες ήταν κομμουνιστές. Το μείζον όμως δεν είναι η ιδεολογία των εκτελεσθέντων. Στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής εκτελέσθηκαν και μη κομμουνιστές πατριώτες. Αλλωστε, αν υπάρχει κάτι για το οποίο μπορούμε να υπερηφανευόμαστε είναι ότι η αντίσταση κατά των κατακτητών ήταν εθνική. Ετσι, στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 εκτελείται ο Μανώλης Λίτινας, ανθυπολοχαγός και στέλεχος του ΕΔΕΣ, 28 χρόνων.

Αφήνει δύο σημειώματα με παρόμοιο περιεχόμενο: «8.9.44. Σήμερα το πρωί τουφεκιζόμεθα. Πέφτουμε για την Πατρίδα με γέλιο στα χείλη, για τη λεφτεριά. Λίτινας Μανώλης. Βατατζή 6» και «Πέφτομε για την λεφτεριά. Να είσθε υπερήφανοι». Ο δε Κωνσταντίνος Μπούρας, σύνδεσμος του αντισυνταγματάρχη Δημήτρη Ψαρρού της ΕΚΚΑ που πιάστηκε τον Μάρτιο του 1943 από την Γκεστάπο, βασανίστηκε και εκτελέστηκε τον Ιούνιο του 1943, γράφει: «Χρυσή μου μανούλα, Παρηγορήσου με τ’ άλλα σου παιδιά όπως μπορείς. Σας φιλώ τρυφερά Ηλία, Χρήστο, Νικήτα, Ελένη. Σας φιλώ όλους. Ζήτω η Ελλάδα».

Το μόνο που οφείλουμε να πράξουμε ως φόρο τιμής στους εκτελεσθέντες της Καισαριανής και όλους τους άλλους που θυσιάστηκαν την περίοδο της Κατοχής είναι να διδάσκουμε την ιστορία τους στα σχολεία. Αυτή θα είναι η καλύτερη και πιο αποτελεσματική απάντηση σε όσους, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, προσπαθούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε τι συνέβη την περίοδο εκείνη. Τους το οφείλουμε!

Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version