Ο Μαρκούζε την είχε ονομάσει «καταπιεστική ανοχή» και ο Χάμπερμας «συστηματικά διαστρεβλωμένη επικοινωνία». Πρόκειται για μια δημόσια σφαίρα όπου κάθε λογής απόψεις διακινούνται ελεύθερα, μέσα όμως από ισχυρούς υποκείμενους μηχανισμούς μόνο εκείνες αναδεικνύονται που ευνοούν το σύστημα εξουσίας. Επικρατεί μια κακοφωνία αντικρουόμενων λόγων που αντιπαρατίθενται βίαια, και θα έλεγε κανείς ότι αυτή είναι η δημοκρατία. Ομως εδώ κανείς δεν ακούει τον άλλον.
Ο λόγος δεν προσπαθεί να πείσει έναν συνομιλητή ο οποίος θεωρείται ισότιμος και δικαιούται ηθικού σεβασμού από μόνη την ανθρώπινη ιδιότητά του. Ο σκοπός αντίθετα είναι να βλάψεις, ηθικά και φυσικά ακόμα, τον διαφωνούντα, να «καθαρίσεις» το πεδίο εξοντώνοντας αντιλήψεις – και τους φορείς τους – που δεν συμμορφώνονται με κάποιο «ιερό» δήθεν ιδεολογικό πρότυπο. Ετσι το ρητορικό τέχνασμα που επικρατεί είναι ο λεγόμενος λόγος ad hominem: η προσπάθεια να εξευτελίσεις το πρόσωπο του αντιφρονούντος με διάφορες ηχηρές κατηγορίες (κλέφτης, διεφθαρμένος, παιδεραστής, φασίστας κ.ά.) και όχι να αντικρούσεις με λογικά επιχειρήματα ή/και εμπειρικά τεκμήρια τους ισχυρισμούς του. Οσο πιο αναπόδεικτες, ή και παντελώς ψευδείς, είναι οι κατηγορίες αυτές τόσο πιο αποτελεσματικά λειτουργούν. Προέχει η σπίλωση, και μετά «ας τους να τρέχουν στα δικαστήρια» σύμφωνα με την αθάνατη ρήση ενός αριστοτέχνη της μεθόδου. Υπό τέτοιες συνθήκες απουσιάζουν οι προδιαγραφές για πραγματικά δημοκρατική επικοινωνία όπως τις ορίζει ο Χάμπερμας. Φαντάζομαι ότι σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά από το σκηνικό που έχει διαμορφωθεί γύρω μας. Και οι πομπώδεις έπαινοι για τον προσφάτως εκλιπόντα Χάμπερμας στα δημόσια μέσα μας, όπου κατ’ εξοχήν καλλιεργείται η «διαστρεβλωμένη επικοινωνία», αποδεικνύει πόσο τραγικά δόλια είναι η διαστρέβλωση που είχε διαγνώσει.
Ο καφενόβιος καρεκλορήτορας που κωφεύει εξ επαγγέλματος στη λογική και στα εμπειρικά στοιχεία είναι η πεμπτουσία μιας παλαιότατης φιλοσοφικής απορίας, του «προβλήματος του άφρονος» ή του «μωρού» (the fool) όπως αναδεικνύεται ιδιαίτερα στον Χομπς. Τι ακριβώς μπορούμε να κάνουμε με κάποιον που ισχυρίζεται ότι δύο και δύο κάνουν πέντε, ή με τον ήλιο να λάμπει επιμένει ότι είναι νύχτα; Εδώ φθάνει στο τέρμα της η λογική σκέψη – αλλά και η ίδια η γλώσσα. Αφρονες και μωροί υπάρχουν δύο ειδών.
Υπάρχουν εκείνοι που κοιτάζουν κατάματα το άσπρο και το λένε μαύρο. Πόσο θα προσπαθήσεις το αδύνατο, να τους αλλάξεις μυαλά; Αυτές είναι τελικά ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις. Ο ιεροπολεμικός φανατισμός έχει ακρωτηριάσει την ικανότητα να συνδυάζουν και να συγκρίνουν νοήματα, αλλά και αυτή την ίδια την αντιληπτικότητά τους, να βλέπουν δηλαδή όπως κάθε κανονικός άνθρωπος αυτό που στέκεται μπροστά τους. Υπάρχουν και οι άλλοι, εκείνοι που έχουν κατασκευάσει κάποιο λογικοφανές επιχείρημα για να υποστηρίξουν το αντίθετο του πραγματικού. Τέτοιοι είναι στον Χομπς αυτοί που ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη, και ότι είναι θεμιτό να παραβιάζει κανείς συμφωνίες (συμβόλαια) που έχει δημόσια συνάψει εάν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντά του. Σ’ αυτούς αντιπαραθέτει ο Χομπς το ισχυρότατο επιχείρημα ότι μέσα σε μία οργανωμένη κοινωνία ένας που συστηματικά παραβιάζει τα υπεσχημένα και συμφωνημένα, δηλαδή, βλάπτει τους άλλους, δεν μπορεί να κρυφτεί από τους πολλούς και θα αντιμετωπίσει τη δίκαιη βία του νόμου. Η αδικία αντιβαίνει στο ατομικό μας συμφέρον. Αυτή είναι μια εκκοσμικευμένη εκδοχή, υπό τις συνθήκες της νεωτερικότητας, της ιδέας του Σωκράτη, ότι η αδικία είναι αθέλητη γιατί προέρχεται από άγνοια. Με αυτού του τύπου τους «μωρούς» έχει νόημα να συνομιλεί κανείς, διότι τελικά η συζήτηση επικαλείται το προσωπικό τους όφελος. Η ιδιοτέλεια είναι για τον μωρό το άπαν. Αν, λ.χ., στην τουρκοφαγική αφροσύνη που επικρατεί στην κοινή γνώμη μας, και υποδαυλίζεται από κυνικούς και ανεύθυνους πολιτικούς, εξηγηθεί ότι η πολεμική σύγκρουση που είναι η κατάληξη μιας τέτοιας πολιτικής θα είναι υλική καταστροφή για τους υποστηρικτές της (όχι για τους επώνυμους, αλλά για τον απλό κόσμο) υπάρχει πιθανότητα συνετισμού.
