Ολοι και όλες έχουν μια αγαπημένη σειρά κόμικ του Αρκά. Θες οι όποιες μεταφυσικές μου ανησυχίες, θες η αιώνια, όχι και τόσο αμφίρροπη μάχη του καλού με το κακό, θες απλά η ζωντάνια της ατάκας σε έναν κόσμο νεκρών, η δική μου αγαπημένη είναι «Η ζωή μετά».
Θυμάμαι, για παράδειγμα, χαρακτηριστικά την απαρίθμηση που κάνει το διαβολάκι, μπροστά στον έντρομο άγγελο, των βασανιστηρίων που λαμβάνουν χώρα στους τελευταίους κύκλους της κόλασης. Ανάμεσά τους, πέρα από τροχούς, φλόγες και μαστίγια, περιλαμβάνεται και ένα διάλειμμα για καφέ. «Μα πώς είναι αυτό βασανιστήριο;» αναρωτιέται ο άγγελος. Για να λάβει την αποστομωτική απάντηση: «Ο καφές είναι υποχρεωτικός και σερβίρεται στο πρώτο επίπεδο, ενώ το ασανσέρ είναι χαλασμένο».
Στο μπαλκόνι
Σκέφτομαι αυτό το καρέ ενώ κάθομαι στο μπαλκόνι και απολαμβάνω τις δροσερές ριπές του βόρειου ανέμου που μας χαρίζει τελευταία ο καιρός. Την ίδια στιγμή που ο ιδρώτας μου μετριάζεται και το αθηναϊκό καλοκαίρι δεν μοιάζει και τόσο αφόρητο, ένα απλό σκρολάρισμα μιας σελίδας ροής ειδήσεων καταδεικνύει την άλλη όψη – αυτή του βασανιστηρίου της κόλασης: υψηλές θερμοκρασίες συν αέρας ίσον φωτιές, επιχειρήσεις της Πυροσβεστικής, μηνύματα του 112, καταστροφές φύσης και οικημάτων, ονόματα και ιδιότητες ανθρώπων στη λίστα θυμάτων.
Μοιάζει λες και η εποχή μάς καταδικάζει σε μια συνεχή ενοχή. Κάθε φορά που μια μικρή απόλαυση παρουσιάζεται, η σκέψη των συνεπειών της δεν μας αφήνει να τη χαρούμε. Εχουμε εμποτιστεί τόσο πολύ με την ιδέα της ατομικής ευθύνης που τείνουμε σε έναν πολιτικό και πολιτισμικό προτεσταντισμό αυτοκατηγόριας.
Λέγεται ότι ο Τζορτζ Οργουελ, ο συγγραφέας της «Φάρμας των ζώων» και του «1984», κάθε φορά που χρησιμοποιούσε το μαντίλι του για να σκουπίσει τη μύτη του γκρίνιαζε για τις συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας. Νομίζω ότι αυτή η στάση είναι πιο τίμια σε σχέση με την ανάληψη κάποιας ατομικής ευθύνης. Γιατί έτσι δεν κατηγορώ τον εαυτό μου που απολαμβάνει κάτι σε βάρος κάποιων άλλων, αλλά αναδεικνύω το πλαίσιο που διέπει τόσο τη δική μου απόλαυση όσο και τον αλλότριο πόνο. Δεν μεμψιμοιρώ αλλά μέμφομαι ένα σύστημα κοινωνικής οργάνωσης και όχι μεμονωμένες ατομικές πρακτικές. Γνωρίζω, δηλαδή, πως οι ατομικές δράσεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που ξεπερνάει τις δυνατότητες του ατόμου.
Με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε και το δροσερό αεράκι του καλοκαιριού. Οχι με τύψεις για τη δροσιά που μας προσφέρει αλλά με τον δέοντα εκνευρισμό για τις συνθήκες που μας έχουν κάνει να αμφισβητούμε την αυθόρμητη χαρά με την οποία θα το αποδεχόμασταν άλλοτε.
Με τον εκνευρισμό δηλαδή απέναντι κατ’ αρχάς στην κλιματική αλλαγή. Οχι βέβαια αντιμετωπίζοντάς την ως ένα φυσικό φαινόμενο, αλλά ως ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα. Κατασκεύασμα που συναρτάται με το κέρΟσα μέσα κι αν εφευρεθούν για να αντιμετωπιστεί μια πυρκαγιά, δεν θα αναιρέσουν το αξίωμα ότι η πρόληψη είναι καλύτερη της θεραπείαςδος μεγάλων εταιρειών και ολόκληρων κρατών που αντιμετωπίζουν τη χρήση των ορυκτών καυσίμων ως μέσο πλουτισμού, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.
Και με τον πρέποντα θυμό ακολούθως για την κρατική οργάνωση (για να έρθουμε στα του οίκου μας) που κατανέμει τους πόρους της ανορθολογικά ως προς την πολιτική προστασία, υποστελεχώνοντας τις υπηρεσίες αντιμετώπισης των αγροτοδασικών πυρκαγιών, συγκροτώντας ελλιπή σχέδια πρόληψης κ.λπ. κ.λπ. με μια κοντόφθαλμη οπτική που αδιαφορεί για το μετά.
Δεν μπορούσε
Ξαναγυρνώντας εκεί όπου αρχίσαμε, στο δροσερό μας μπαλκόνι, δηλαδή, μπορούμε να μας δούμε να γινόμαστε, πέρα από τις τρελές με τις γάτες, και οι τρελές με το αεράκι. Σαν άλλοι και άλλες Οργουελ να λένε κάποτε για εμάς: Δεν μπορούσε να νιώσει τη δροσιά, αν δεν γκρίνιαζε για την κλιματική αλλαγή και τις καταστροφικές πολιτικές διαχείρισης περιβάλλοντος και καταστροφών. Ας είναι…
