Σαν μια μικρή, προσωπική ιεροτελεστία, κάθε φορά που ταξιδεύω αγοράζω από το αεροδρόμιο είτε τον «New Yorker» είτε το «Atlantic» για να μου κρατούν συντροφιά στην πτήση. Πρόσφατα είδα στο Netflix το ντοκιμαντέρ για τα 100 χρόνια του «New Yorker» (σκην. Μάρσαλ Κάρι, 2025) και μ’ εντυπωσίασε – νομίζω, μάλιστα, ότι δεν είναι ενδιαφέρον μόνο για τους ανθρώπους που ασχολούνται με τον Τύπο, αλλά για κάθε ανήσυχο πνεύμα: δείχνει από μέσα πώς δουλεύει ένας μεγάλος οργανισμός που έχει σκοπό να προσφέρει στο κοινό του μια ξεχωριστή εμπειρία ανάγνωσης, να αναζητά διαρκώς το καινούργιο και να το αναδεικνύει.
Και το σημαντικό, παρά τον επενδυμένο μ’ ένα μάλλον συντηρητικό περιτύλιγμα «νεανίζοντα» χαρακτήρα του, παραμένει έντυπο – με πάνω από ένα εκατομμύριο αναγνώστες, σε μια μεγάλη γλώσσα, βέβαια – και απ’ ό,τι φαίνεται αυτό είναι κάτι που δεν θα αλλάξει (προφανώς, υπάρχει και ηλεκτρονική έκδοση για συνδρομητές).
Ο «New Yorker» δείχνει έναν τρόπο επιβίωσης του υπό διαρκή συρρίκνωση έντυπου καθημερινού και περιοδικού τύπου: δημοσιεύει μεγάλα κείμενα, απασχολεί επιμελητές, έχει σχεδόν 30 άτομα για τον εξαντλητικό έλεγχο και της παραμικρής λεπτομέρειας των άρθρων του και η ύλη του, που περιλαμβάνει μέχρι και διηγήματα ή ποίηση, δεν είναι ελεύθερα προσβάσιμη. Εμένα, όμως, με απασχολεί κάτι άλλο.
Ας αφήσουμε έξω από τη συζήτηση τις εφημερίδες που λειτουργούν με διαφορετικά δεδομένα κι ας μείνουμε στον στενό χώρο των περιοδικών λόγου και στοχασμού, έντυπων (είδος υπό σταδιακή εξαφάνιση) και ηλεκτρονικών. Ας υποθέσουμε, μάλιστα, ότι με κάποιο μαγικό τρόπο η ύλη τους δημοσιευόταν εξαρχής στα αγγλικά – για να αφαιρέσουμε από κάθε κακόπιστο συνομιλητή το επιχείρημα της μικρής, δυσκολομετάφραστης γλώσσας – και κατά συνέπεια εστίαζαν και σ’ ένα πολυπληθέστερο κοινό.
Πόσα από τα περιοδικά αυτά δημοσιεύουν κείμενα αξιανάγνωστα, που δεν αφορούν αποκλειστικά και κοντόφθαλμα τη λογοτεχνική συντεχνία, πόσα διηγήματα ή ποιήματα στην ύλη τους δεν προδίδουν και κάποιο είδος άτυπης υποχρέωσης ή ξεκάθαρης συναλλαγής; Πόσα από τα δοκιμιακά ή επιστημονικά τους άρθρα δεν είναι απλές εκθέσεις (πολύ κοινότοπων) ιδεών, χωρίς θέση απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις; Πόσες τελικά, από τις ελάχιστες σε σχέση με τις βιβλιοπαρουσιάσεις, κριτικές βιβλίων αξιολογούν με στιβαρά επιχειρήματα τον εκάστοτε συγγραφέα; Και το κυριότερο: πόσα από τα διαφημιζόμενα αφιερώματά τους κρύβουν μια αληθινά κατεπείγουσα ανάγκη, ένα αδήριτο χρέος υπόμνησης ή επισήμανσης αντί για τον γνωστό, αθεράπευτο επαρχιωτισμό μας;
Θα δεχτώ και το αντίθετο επιχείρημα: μα τα περιοδικά του αγγλοσαξονικού ειδικά κόσμου, όπως το «New Yorker», περιλαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό ευκολοδιάβαστα κείμενα-φασόν, προφανώς πολύ ενδιαφέροντα αλλά για ένα ευρύτερο κοινό, χρησιμοποιώντας μάλιστα τα τερτίπια των καλύτερων σχολών δημιουργικής γραφής (ναι, απαντώ, αλλά όχι ακριβώς, αφού εκεί δημοσίευαν οι Τζέιμς Μπάλντουιν, Χάνα Αρεντ, Τρούμαν Καπότε και ο τεράστιος Τζορτζ Στάινερ).
Και το κυριότερο, συνεχίζει η αντιπολίτευση, οι συγγραφείς τους πληρώνονται, δεν αποσκοπούν απλώς στο συμβολικό κέρδος μιας επισφαλούς αναγνωρισιμότητας. Πράγματι, εδώ η γλώσσα και η αμερικανική επιχειρηματικότητα παίζουν τον ρόλο τους, τα αντίστοιχα ελληνικά περιοδικά δεν στηρίζονται μόνο στο μεράκι, αλλά και στην οικονομική συμβολή των ίδιων των διευθυντών τους ή κάποιων εκδοτικών οίκων (που επίσης δεν περνούν τις ενδοξότερες μέρες τους). Κοινώς, δεν βγάζουν τα έξοδά τους αφού δεν λειτουργούν ως επιχειρήσεις, αλλά τις περισσότερες φορές συντηρούνται ως φορείς αμετάπειστου ιδεαλισμού ή ατομικής φιλοδοξίας.
Καταλήγω: αν η λογοτεχνία μας είναι, σε μεγάλο βαθμό, χαμηλών προσδοκιών και εσωτερικής κυρίως κατανάλωσης, αυτό οφείλεται και στα μέσα όπου πρωτοδημοσιεύεται. Στη χώρα του «ποιος είσαι εσύ που θα με αξιολογήσεις», πιθανόν και να μας βολεύει να υπάρχουν πολλές – έστω μέτριες ή κακές – διέξοδοι, που να χωρούν τα ανεξιλέωτα κειμενάκια μας. Οσο για το ντοκιμαντέρ, μην το χάσετε!
Ο κ. Δημήτρης Αγγελής είναι ποιητής, διευθυντής του περιοδικού «Φρέαρ» και εκπαιδευτικός.
