Πώς να (μη) ζητάτε τα ρέστα

Το σύστημα παγκοσμίως δουλεύει στον αυτόματο. Δουλεύει με τιπ, εθελοντισμό, καλές προθέσεις, με εκμετάλλευση προστατευμένη στο ψυχολογικό σελοφάν του κοινωνικού καθήκοντος

Πώς να (μη) ζητάτε τα ρέστα

Οπως κάθε σωστός Ελλην που πηγαίνει μία βδομάδα στο εξωτερικό και ύστερα επιστρέφει στα Πατήσια με αύρα «αχ, πώς το λέτε εσείς εδώ» (φωνή Μάκη Παπασημακόπουλου), έτσι κι εγώ παρατήρησα εσχάτως στον εαυτό μου μεταλλάξεις πυροδοτούμενες από την ακροθιγή επαφή μου με την αμερικανική πραγματικότητα, κυρίως αναφορικά με την εξής μία κατηγορία: τα τιπ.

Ημουν ανέκαθεν τύπος που άφηνε φιλοδώρημα, αλλά στο σύνηθες πλαίσιο (εστίαση, διανομείς), άντε και με μερικές ρασιοναλιστικές επεκτάσεις (ταξί, κομμωτήρια). Ωσπου μια μέρα, ενώ βρισκόμουν σε ένα ανθοπωλείο και η ευγενική υπάλληλος έτεινε το χέρι να μου δώσει ρέστα, της είπα, με ένα σχεδόν ντροπαλό χαμόγελο – μεταφραζόμενο ως, τι είμαι, δεσποινίς, κανένα τέρας; –, ότι δεν τα θέλω. Η υπάλληλος γούρλωσε λίγο το μάτι και τότε άναψε στον εγκέφαλό μου η φωτεινή ένδειξη «Δεν Το Κάνουν Αυτό Εδώ», οπότε δικαιολογήθηκα, λέγοντάς της το κλασικό «για έναν καφέ». Το ανθοπωλείο έτυχε να βρίσκεται σε μία από τις παλαιοτζακικές περιοχές της Αθήνας, όπου μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού μπλέκεται με χώρες του εξωτερικού, οπότε πιθανότατα η υπάλληλος θα φαντάστηκε ότι εξυπηρέτησε την υποκόμισσα της ημέρας (φωνή Κωνσταντίνου Τζούμα), που ήρθε να εισαγάγει φιλανθρωπικό καπιταλιστικό πολιτισμό.

Η ελληνική κουλτούρα των τιπ είναι ένθερμη αλλά λογική. Δεν μοιράζεις χρήματα ολόγυρα, κανείς δεν περιμένει από εσένα να δώσεις κάτι παραπάνω με έναν τρόπο σχεδόν «ημι-υποχρεωτικό», απλώς θεωρείται ένδειξη πελατειακής ηθικής το τιπ σε εργαζόμενους που παρέχουν υπηρεσίες οι οποίες έχουν εδραιωθεί στο καταναλωτικό φαντασιακό ως υπερβαίνουσες τα εκάστοτε καθήκοντα (το τασάκι που θα σου αδειάσει γρήγορα η σερβιτόρα, το νεράκι που θα σου ξαναγεμίσει, ο αγώνας του διανομέα να βρει το σπίτι σου στα στενά ή να οδηγήσει υπό βροχή και ούτω καθεξής). Πράγματι, σε τέτοιου είδους κλάδους πολύ συχνά οι εργαζόμενοι χρειάζεται να υπερβούν εαυτόν.

Στόρι τάιμ: Βρισκόμαστε σε παρακμιακό μπιτσόμπαρο χωριού ολίγων νοματαίων. Το προσωπικό απαρτίζεται αποκλειστικά από ψηλές ξανθές τουρίστριες χαμηλού μπάτζετ που συνδυάζουν διακοπές και μεροκάματο και μιλούν αποκλειστικά σπαστά αγγλικά. Συνεννόηση υπάρχει, αφού εξυπηρετούν κυρίως παρέες νεαρών ντόπιων που παραγγέλνουν Μάι Τάι στις έντεκα το πρωί. Μια μέρα από αυτές που κοπροσκύλιαζα με την παρέα – καμιά δεκαριά άτομα σε ένα τραπέζι, χυμένα στις καρέκλες σε ημικωματώδη κατάσταση από τη ζέστη, πίνοντας Μάι Τάι στις έντεκα το πρωί –, έρχεται ένας παππούς και κάθεται παραπέρα. Η Ψηλή Ξανθιά της βάρδιας καταφτάνει πιλαλώντας ωσάν δορκάδα στην Αρκαδία να πάρει παραγγελία από τον παππού, ο οποίος αποτείνεται: «Εναν γλυκύ βραστό». Το ηλιοκαμένο δέρμα της Ψηλής Ξανθιάς πανιάζει και εκείνη κάνει αναστροφή μουρμουρίζοντας κάτι σαν «γκλεκέ φραστόου, γκλεκέ φραστόου, γκλεκέ φραστόου», ήτοι παπαγαλίζοντας τη σαμανική παππουδίσια φράση για να μην την ξεχάσει. Ε, δεν της άξιζε τιπ ένα οικόπεδο της δόλιας;

Στις ΗΠΑ υπάρχουν διαφορές. Οι κλάδοι στους οποίους υφίσταται η κουλτούρα θεωρητικά είναι ίδιοι (εστίαση, διανομείς, κομμωτήρια κ.λπ.), αλλά στην πράξη επεκτείνονται (από την υποδοχή ιατρείων έως πωλητές λιανικής). Ωστόσο, τα τιπ είναι σχεδόν αναπόσπαστο μέρος του κόστους. Οφείλεις να αφήσεις τιπ – γενναίο. Το 15% θεωρείται το κατώτατο αποδεκτό. Σε έναν λογαριασμό εστιατορίου ύψους τριάντα δολαρίων, για παράδειγμα, το χειρότερο τιπ είναι επτά δολάρια. Δεν μιλάμε λοιπόν για πενηντάλεπτα ή μικροποσά της στρογγυλοποίησης, αλλά για συγκεκριμένα ποσοστά επί της κατανάλωσης, που μπορούν να αυξήσουν κατά πολύ το τελικό κόστος, ενώ το γεγονός ότι θεωρείται από κοινωνικής άποψης «υποχρεωτικό» για τον καταναλωτή σημαίνει ότι προσμετράται στο μπάτζετ. Εάν θέλεις να φας μπέργκερ των τριάντα δολαρίων, είσαι προετοιμασμένος να δώσεις τριάντα επτά – αντιστοίχως, εάν δεν τα δώσεις, θα υποστείς μια κοινωνική πίεση βασισμένη στην απλούστατη λογική: εάν δύνασαι να διαθέσεις τριάντα δολάρια για μπέργκερ, τότε δύνασαι να διαθέσεις τριάντα επτά. Αν δεν το κάνεις, σημαίνει ότι δεν θέλεις. Αν δεν θέλεις, είναι ασέβεια προς τον εργαζόμενο.

Εδώ περιπλέκονται τα πράγματα. Η κουλτούρα του «υποχρεωτικού» τιπ στις ΗΠΑ κάνει τους εργαζόμενους να το αντιμετωπίζουν ως προέκταση του μισθού. Για τη συντριπτική πλειονότητα, τα τιπ λειτουργούν ως πρόσθετο εισόδημα. Πλέον, όπου ο μέσος μισθός απλώς δεν αρκεί για βασικές ανάγκες (ενοίκιο, τρόφιμα), τα τιπ κυριολεκτικά συντηρούν οικογένειες. Οι κοινωνικές συνέπειες είναι ασύλληπτες και, προς έκπληξη κανενός, εντάσσονται στην κατηγορία των κοινωνιολογικών ψευδοδιλημμάτων.

Διότι καλοπροαίρετο το τιπ, θεάρεστο να αναγνωρίζεις, μέσω συμβολικής κίνησης, τον κόπο του εργαζομένου. Αλλά σε οικονομικές συνθήκες που το τιπ για τον εργαζόμενο μόνο συμβολική λειτουργία δεν έχει, κάτι πηγαίνει στραβά. Πράγματι: τα τιπ στις ΗΠΑ βουλώνουν τρύπες που δημιουργεί η δυσαναλογία ανάμεσα στο κόστος ζωής και στο εισόδημα. Οσο οι εργαζόμενοι στηρίζονται στα τιπ για να επιβιώσουν τόσο μπερδεύονται ως προς το ότι, όταν αποτυγχάνουν, δεν φταίνε κάποιοι τσιγκούνηδες πελάτες, αλλά οι χαμηλοί μισθοί.

Το σύστημα παγκοσμίως δουλεύει στον αυτόματο. Δουλεύει με τιπ, εθελοντισμό, καλές προθέσεις, με εκμετάλλευση προστατευμένη στο ψυχολογικό σελοφάν του κοινωνικού καθήκοντος. Η νοοτροπία είναι απλή: Ασ’ τους και θα τα βολέψουν μόνοι τους. Δεν χρειάζονται αυξήσεις μισθών, δεν χρειάζονται θεσμική προστασία. Απλώς θα ταΐσουν ο ένας τον άλλο.

Ο δράστης του εμπρησμού στην αποθήκη της Kimberly-Clark στην Καλιφόρνια, που συνέβη στις αρχές Απριλίου, αιτιολόγησε την πράξη του ως εξής: «Θα έπρεπε να μας πληρώνατε αρκετά για να μπορούμε να ζήσουμε». Η πράξη – όσο κατακριτέα και επικίνδυνη – αποτελεί μια πιο ρεαλιστική απεικόνιση του προβλήματος. Οι εργαζόμενοι ενός εργοστασίου δεν έχουν επαφή με καταναλωτές και άρα ούτε «βολικά» τιπ. Εξετάζουν από άλλη οπτική το γεγονός ότι για την ανέχειά τους φταίνε οι χαμηλοί μισθοί. Και ενίοτε τρελαίνονται με τη συνειδητοποίηση. Αντίστοιχα, η φωτιά λόγω διαρροής προπανίου και άρα εγκληματικής αμέλειας στο εργοστάσιο Βιολάντα, που άφησε πίσω της νεκρές, αποτελεί άλλη μια ρεαλιστική απεικόνιση του προβλήματος. Οι εργαζόμενοι ενός εργοστασίου δεν αντιμετωπίζονται ως άτομα, αλλά ως προεκτάσεις του εργοστασίου. Συντηρούνται στον βαθμό που συντηρούνται τα ντουβάρια.

Κάπως έτσι, παντού στον κόσμο φάμπρικες καίγονται – αλλά όχι με τη χαρωπή επαναστατική έννοια. Οι φάμπρικες καίγονται από εργαζόμενους που ξεσπούν και προβαίνουν σε πράξεις ακραίου μηδενισμού. Καίγονται από διοικητικές αποφάσεις που θέτουν το κέρδος πάνω από την ασφάλεια των εργαζομένων. Οι φάμπρικες καίγονται εντός ενός κόσμου που καίγεται πρώτος. Διότι το χρήμα τυφλώνει τόσο τους ανθρώπους που το συσσωρεύουν όσο κι εκείνους που το στερούνται, καθώς η ανάγκη του (σκοπεύοντας είτε στον πλουτισμό είτε στην καθημερινή επιβίωση), προτού αποστραγγίσει την ίδια τη ζωή, αποστραγγίζει τη λογική της – και άρα την πικρή αλήθεια των πραγμάτων όπως είναι.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version