Η έκφραση είναι ύποπτη. Μοιάζει να προϋποθέτει ότι η ζωή είναι ένα αντικείμενο το οποίο μπορεί να βαθμολογηθεί, να συγκριθεί, να αναβαθμιστεί, σαν λογισμικό που περιμένει την επόμενη ενημέρωση. Η ίδια η γλώσσα προδίδει μια βαθύτερη μετατόπιση: κάποτε ο άνθρωπος αναρωτιόταν τι είναι η ζωή· σήμερα αναρωτιέται πώς θα τη βελτιστοποιήσει. Πρόκειται για μια διαφορά που μοιάζει μικρή, όσο μικρή μοιάζει η απόσταση ανάμεσα σε έναν ναό και σε ένα εμπορικό κέντρο. Και όμως εντός της μετακινήθηκε ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός.
Οι Ελληνες δεν γνώριζαν την «ποιότητα ζωής». Γνώριζαν τον βίο. Ο βίος δεν ήταν ιδιοκτησία, ήταν τρόπος υπάρξεως. Δεν είχε δείκτες, είχε ήθος. Ο Σωκράτης δεν ενδιαφερόταν να ζήσει περισσότερο αλλά αληθέστερα. Ο Αριστοτέλης δεν αναζητούσε την ευτυχία ως συναίσθημα αλλά ως μορφή ολοκλήρωσης. Οι Στωικοί δεν επιχείρησαν να νικήσουν τον πόνο, επιχείρησαν να αφαιρέσουν από τον πόνο το δικαίωμα να ορίζει την ψυχή.
Επειτα ήρθε η νεωτερικότητα και αντικατέστησε τη μεταφυσική με τη μέτρηση. Το νόημα με τον δείκτη. Σήμερα μπορούμε να υπολογίσουμε σχεδόν τα πάντα: πόσο κοιμόμαστε, πόσο περπατάμε, πόσο γερνάμε, πόσο κοστίζει η παράταση της ζωής μας. Εκείνο που εξακολουθεί να διαφεύγει είναι η μόνη ερώτηση που είχε σημασία εξαρχής: γιατί επιθυμούμε να παραταθεί;
Κάθε πολιτισμός αποκαλύπτεται από όσα φοβάται περισσότερο. Ο δικός μας δεν φοβάται τόσο τον θάνατο όσο την ελάττωση της απόλαυσης. Δεν τρομάζει μπροστά στην παύση της ύπαρξης όσο μπροστά στην απώλεια της λειτουργικότητας. Γι’ αυτό και η ποιότητα ζωής έγινε σχεδόν θρησκεία. Δεν υπόσχεται σωτηρία· υπόσχεται καλύτερη διαχείριση του χρόνου μέχρι το αναπόφευκτο. Και όμως, κάθε μεγάλη λογοτεχνία υποψιάστηκε το αντίθετο. Οι στιγμές που καθορίζουν έναν άνθρωπο σπάνια υπήρξαν οι πιο άνετες. Ενας έρωτας που διαλύει την αυτάρκεια. Μια απώλεια που μετακινεί τη γεωγραφία της ψυχής. Ενα παιδί που γεννιέται. Ενα βλέμμα σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου.
Υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν ενενήντα χρόνια χωρίς να συναντήσουν ποτέ τον εαυτό τους. Υπάρχουν άλλοι που μέσα σε μία μόνο στιγμή είδαν ολόκληρη την ύπαρξη να ανοίγει μπροστά τους σαν πληγή και σαν αποκάλυψη μαζί.
Η μοναδική αληθινή ποιότητα ζωής είναι η ικανότητα να παραμένει κανείς παρών μέσα στην τραγικότητα χωρίς να ζητά αποζημίωση από κάπου. Να αποδέχεται ότι η ύπαρξη δεν υπήρξε ποτέ υπόσχεση ευτυχίας αλλά πρόσκληση επίγνωσης. Ολα τα υπόλοιπα, η άνεση, η υγεία, η επιτυχία, η διάρκεια, αποτελούν ευλογίες όταν υπάρχουν. Καμία τους όμως δεν απαντά στην ερώτηση που ψιθυρίζει κάθε άνθρωπος λίγο πριν κοιμηθεί: άξιζε; Εκεί αρχίζει το παιχνίδι.
