Κάθε σκάνδαλο και το χρώμα του. Βάφεται «γαλάζιο» ή «πράσινο» ανάλογα με την πλευρά που καταλαμβάνει κανείς στο τερέν του blame game, ενός εθνικού σπορ που παίζεται με μόλις έναν κανόνα. Από τη θέση που βρίσκεται, ο παίκτης δεν έχει παρά να σηκώσει τη ρακέτα του και να πετάξει το μπαλάκι της ευθύνης από την άλλη πλευρά. Το παιχνίδι δεν έχει καν σφύριγμα λήξης. Τελειώνει όταν ατονήσει τόσο το ενδιαφέρον της κερκίδας ώστε να σβήσει και ο τελευταίος προβολέας της δημοσιότητας ή να μην έχει νόημα πια να γραφτεί ούτε ένα μονόστηλο. Στο μεταξύ, έχει χαθεί η μπάλα.
Κάθε σκάνδαλο έχει και τον εκπρόσωπό του από το ζωικό βασίλειο. «Ακρίδες», «τρωκτικά», «κοράκια», «βδέλλες», εδώ δεν έχει κανείς παρά να διαλέξει είδος και ταξινόμηση από την Εγκυκλοπαίδεια των Ζώων. Ποιος δεν έχει ακούσει για κάποια «γάτα» που ελίσσεται αιλουροειδώς ανάμεσα σε πρόσωπα και καταστάσεις, τρίβεται εκεί που πρέπει να τριφτεί και κρύβεται όπου πρέπει να κρυφτεί μέχρι να εξαφανιστεί όταν καταλάβει ότι κινδυνεύει;
Στην αργκό της διαφθοράς ξεχωρίζουν μια σειρά από λέξεις. «Λαμόγια», «αεριτζήδες» και «νταραβεριτζήδες». Αλλά και «ρεμούλες», «αρπαχτές» και «στησίματα». «Τα παίρνει» ή «τα πιάνει» σημαίνει πως κάποιος χρηματίζεται. Η δωροδοκία λέγεται «μίζα». Και επειδή η ελληνική γλώσσα δεν τσιγκουνεύτηκε ποτέ τον πλούτο της, προσφέρει στο πεδίο και κάτι πιο λόγιο: οι «ημέτεροι» είναι οι δικοί μας άνθρωποι ή – στα ελληνικά που δεν έχει καμία θέση η ενηλικίωση με όλα τα βάρη, τις ευθύνες και τους κανόνες της – τα «δικά μας παιδιά». Από όλον αυτόν τον γλωσσολογικό πλούτο προκύπτει ένας απίθανος συνδυασμός μιας καθομιλουμένης που δανείζεται από άλλες γλώσσες και μιας αρχαίας γλώσσας που έχει διατρέξει ατόφια τους αιώνες από την εποχή των τραγικών ποιητών για να παραμείνει ζωντανή έως τις μέρες μας. Είναι το «πάρτι ημετέρων».
Λογίως, η κυβέρνηση αποδίδει μια σειρά από υποθέσεις διαφθοράς σε «χρόνιες παθογένειες». Λογίως, αυτή και άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν πως θα σπάσουν το «απόστημα» και, πιο λαϊκά, πως «το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκαλο». Στο μεταξύ, νέα σκάνδαλα εμφανίζονται στον ορίζοντα με την παλέτα των χρωμάτων τους και τον πλούτο της πανίδας τους. Η ροή μοιάζει ασυγκράτητη, με λίγη έμπνευση από τη μυθολογία θα σκεφτόταν κανείς τη Λερναία Υδρα. Και ένα κεφάλι να κόψεις, θα εμφανιστούν όχι δύο όπως στον άθλο του Ηρακλή αλλά δέκα. Γιατί;
Ενδεχομένως μια εξήγηση να βρίσκεται στην αρχιτεκτονική των συνεργειών του ιδιωτικού τομέα με το κράτος. Στην αρχιτεκτονική μιας γραφειοκρατίας που περισσεύει και μηχανισμών ελέγχου που υπάρχουν όπως υπάρχουν. Καθώς το κράτος είναι ο μεγάλος πελάτης της χώρας, δεν έχει κανείς παρά να παρακάμψει όπως μπορεί μικρά και μεγαλύτερα εμπόδια. Να κάνει τη «γάτα» όσο χρειαστεί έως ότου οι σωστές γνωριμίες, που κάποια στιγμή μπορεί να φτάσουν και σε κάποιο υπουργικό γραφείο, να τον μεταμορφώσουν οβιδιακά σε «τρωκτικό».
Ποιο είναι λοιπόν το πλαίσιο κανόνων που πρέπει να τεθεί και για να περιοριστεί σε αυτό το τεράστιο εύρος συναλλαγών η διαφθορά, αλλά συγχρόνως να μην πνιγεί η ιδιωτική οικονομία από την πολλή χαρτούρα; Αυτός μοιάζει να είναι ο αρχαίος γρίφος της ιστορίας – αρχαίος επειδή εδώ και πάρα πολύ καιρό διατηρείται άλυτος.
Τίποτε δεν δείχνει πως θα τον λύσει αυτή η κυβέρνηση. Το ελληνικό κράτος εξάλλου παραμένει πελατειακό με τον τρόπο του. Δεν μπορεί να διορίσει πια «στρατιές ημετέρων» στο Δημόσιο, αλλά είναι αυτό που μοιράζει το χρήμα είτε από τα ευρωπαϊκά ταμεία είτε από τα δικά του. Στο μεταξύ, τα «λαμόγια» αποκτούν νέες δεξιότητες, σαν η διαφθορά να είναι το μοναδικό αδιάλειπτο πρόγραμμα κατάρτισης και διά βίου μάθησης.
Τι μένει; Να προσφέρει η γλώσσα και άλλες συγκινήσεις από τον πλούτο της. Οι λέξεις «χιόνι» ή «βέρα» να αποκτήσουν και άλλο νόημα από αυτό που έχουν σήμερα. Χιόνι, το «μαύρο χρήμα» που μετατρέπεται σε λευκό. Βέρα, η «ανάθεση έργου» που λύνεται μόνο στα δικαστήρια. Γιατί όχι;
