Μέτρα στήριξης ή πολιτική «ασπιρίνης»

Τα μέτρα σχεδιάζονται «με το σταγονόμετρο» ώστε να διατηρηθούν δημοσιονομικές εφεδρείες, καθώς κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τη διάρκεια της κρίσης. Με απλά λόγια, οι πολίτες καλούνται να αντέξουν σήμερα γιατί το κράτος φοβάται το αύριο.

Μέτρα στήριξης ή πολιτική «ασπιρίνης»

Η νέα ενεργειακή κρίση που πυροδοτείται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή φέρνει για ακόμη μία φορά την ελληνική κοινωνία αντιμέτωπη με ένα γνώριμο έργο: εκρηκτικές αυξήσεις στα καύσιμα και κυβερνητικά μέτρα που περισσότερο θυμίζουν διαχείριση εντυπώσεων παρά ουσιαστική παρέμβαση.

Μέσα σε λίγες μόλις εβδομάδες οι τιμές των καυσίμων έχουν εκτοξευθεί ακόμη και πάνω από 30%, με την τιμή των καυσίμων να φλερτάρει ή και να ξεπερνά τα 2 ευρώ το λίτρο. Η άνοδος αυτή δεν αποτελεί απλώς έναν αριθμό στις αντλίες. Μεταφέρεται ακαριαία στο σύνολο της οικονομίας, στις μεταφορές, στην εφοδιαστική αλυσίδα, στα τρόφιμα και τελικά στο ίδιο το καλάθι του νοικοκυριού. Ηδη καταγράφονται αυξήσεις, επιβεβαιώνοντας ότι η ενεργειακή ακρίβεια λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής πληθωριστικών πιέσεων. Η πραγματικότητα για τους πολίτες είναι αμείλικτη. Κάθε αύξηση στα καύσιμα μετατρέπεται σε αλυσιδωτή επιβάρυνση στο σύνολο της οικονομίας. Το κόστος μεταφοράς ανεβαίνει, οι τιμές στα τρόφιμα ακολουθούν και το ήδη πιεσμένο εισόδημα των νοικοκυριών εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας. Δεν πρόκειται απλώς για «ακρίβεια». Πρόκειται για συστηματική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα η απάντηση της κυβέρνησης είναι ξανά το γνωστό «fuel pass». Μερικές δεκάδες ευρώ, που βαφτίζονται «στήριξη», αλλά στην πράξη καλύπτουν ελάχιστα λίτρα καυσίμου. Είναι σαν να προσπαθείς να σβήσεις πυρκαγιά με ένα ποτήρι νερό και να περιμένεις και χειροκρότημα. Πρόκειται, στην ουσία, για πολιτική «ασπιρίνης». Ανακουφίζει πρόσκαιρα, αλλά δεν θεραπεύει το πρόβλημα. Και το πρόβλημα είναι βαθύτερο, η υπερφορολόγηση των καυσίμων, η εξάρτηση από τις διεθνείς τιμές και η απουσία δομικών παρεμβάσεων. Αντί για γενναίες μειώσεις φόρων ή ουσιαστικά μέτρα συγκράτησης της αγοράς, επιλέγεται η διανομή μικρών επιδομάτων που εξανεμίζονται πριν καν φθάσουν στην τσέπη του πολίτη.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει τους περιορισμούς της. Τα μέτρα σχεδιάζονται «με το σταγονόμετρο» ώστε να διατηρηθούν δημοσιονομικές εφεδρείες, καθώς κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τη διάρκεια της κρίσης. Με απλά λόγια, οι πολίτες καλούνται να αντέξουν σήμερα γιατί το κράτος φοβάται το αύριο. Αυτό που προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση δεν είναι μόνο η ανεπάρκεια των μέτρων, αλλά η επιμονή σε αυτά. Παρά την εμπειρία των προηγούμενων κρίσεων, όπου αποδείχθηκε ότι οι οριζόντιες επιδοτήσεις δεν συγκρατούν ούτε τις τιμές ούτε την κερδοσκοπία, η ίδια συνταγή επαναλαμβάνεται. Γιατί; Διότι είναι πολιτικά εύκολη. Δίνει την ψευδαίσθηση δράσης χωρίς να αγγίζει τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος.

Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που ασφυκτιά, μια κοινωνία που νιώθει απροστάτευτη και, κυρίως, εξαπατημένη. Διότι δεν πρόκειται για αδυναμία κατανόησης της κρίσης – πρόκειται για συνειδητή επιλογή διαχείρισης της δυσαρέσκειας αντί της επίλυσης του προβλήματος. Η ενεργειακή κρίση δεν είναι παροδικό φαινόμενο και δεν αντιμετωπίζεται με επιδόματα-σταγόνα στον ωκεανό. Απαιτείται στρατηγική, τόλμη και ουσιαστικές αποφάσεις. Διαφορετικά, η κοινωνία θα συνεχίσει να πληρώνει το τίμημα μιας πολιτικής που απλώς κερδίζει χρόνο χωρίς να λύνει το πρόβλημα.

Ο κ. Γιώργος Κορομηλάς είναι φορολογικός σύμβουλος, πρόεδρος του Ινστιτούτου Οικονομικών και Φορολογικών Μελετών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version