Η εκλογική ανατροπή στην Ουγγαρία συνιστά μια στιγμή ιστορικής πολιτικής καμπής με ευρύτερη σημασία για τη μετακομμουνιστική Ευρώπη και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Σε ένα εκλογικό σύστημα που συνδυάζει μονοεδρικές περιφέρειες με πλειοψηφική κατανομή και έδρες λίστας που κατανέμονται αναλογικά και ανασχεδιάστηκε μετά το 2010 από το Fidesz μέσω της πρακτικής της χειραγώγησης των εκλογικών περιφερειών (gerrymandering) προκειμένου να υποβαθμιστούν οι εκλογικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης και να ενισχυθούν εκείνες της κυβερνώσας πλειοψηφίας, το Tisza κατέγραψε μια σαρωτική νίκη.
Με 92 μονοεδρικές έδρες και 44 έδρες λίστας, συγκέντρωσε 136 από τις 199 έδρες, δηλαδή υπερπλειοψηφία δύο τρίτων, υπερβαίνοντας ακόμη και εκείνη που διέθετε ο Βίκτορ Ορμπαν στην κορύφωση της πολιτικής κυριαρχίας του. Με εκλογική συμμετοχή που άγγιξε το 80% (περίπου δέκα μονάδες υψηλότερη από την προηγούμενη αναμέτρηση), η νίκη του Πέτερ Μαγιάρ συνιστά έναν εκλογικό θρίαμβο. Η επικράτηση αυτή δείχνει ότι όταν η κοινωνική μετατόπιση είναι βαθιά, ακόμη και ένας χειραγωγημένος πολιτικός χάρτης και θεσμοί σχεδιασμένοι να παγιώσουν πλειοψηφίες μπορούν να λειτουργήσουν αντίστροφα μετατρέποντας την πολιτική φθορά σε εκλογική κατάρρευση.
Ο Πέτερ Μαγιάρ, ένας 45χρονος δικηγόρος και ευρωβουλευτής, ανέδειξε το κόμμα Tisza ως βασικό φορέα ανατροπής εκτοπίζοντας τη δεκαεξάχρονη κυριαρχία του Fidesz υπό τον Βίκτορ Ορμπαν. Προερχόμενος ο Μαγιάρ από το οικοσύστημα του Fidesz, στις τάξεις του οποίου κινήθηκε οργανωμένα για περίπου δύο δεκαετίες, αξιοποίησε ένα καθοριστικό πλεονέκτημα: την εσωτερική πρόσβαση στο σύστημα Fidesz και την αξιοπιστία που του δίνει η ιδιότητα ενός μυημένου γνώστη (insider) για ένα σημαντικό κομμάτι ψηφοφόρων που σε προηγούμενες εκλογές είχαν ψηφίσει το Fidesz.
Επιπλέον, μια τέτοια ιδιότητα επέτρεψε στον Μαγιάρ να μετατρέψει την εκ των έσω γνώση για το οικοσύστημα Fidesz σε ένα δημόσια νομιμοποιημένο αφήγημα ρήξης. Ακριβώς όπως στην αγορά η αξιοπιστία των εσωτερικών πληροφορητών αποτελεί ένα σήμα εμπιστοσύνης για τους επενδυτές, έτσι και στα πολιτικά καθεστώτα, ιδίως στα ημι-ανταγωνιστικά και αυταρχικά που οι πληροφορίες υπόκεινται σε περιορισμούς, οι αποστασίες στελεχών σηματοδοτούν αδυναμία για το σύστημα εξουσίας και οι εσωτερικές ρωγμές είναι συχνά πιο διαβρωτικές από τη δράση της παραδοσιακής αντιπολίτευσης (O. J. Reuter & D. Szakonyi 2019*).
Η αποσκίρτηση στελεχών από τον στενό πυρήνα της εξουσίας δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική απώλεια γι’ αυτήν, αλλά αποκαλύπτει την από τα μέσα ευθραυστότητα του καθεστώτος επιταχύνoντας τη θεσμική αποσύνθεση και αποσταθεροποίησή του.
Το Tisza διαθέτει ένα πολυσέλιδο (συνολικά 243 σελίδων) πολιτικό πρόγραμμα που όσον αφορά τον πολιτικό του προσανατολισμό συνδυάζει τον οικονομικό πραγματισμό με την αποκατάσταση της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών. Συγκεκριμένα, στον οικονομικό τομέα προτείνει μείωση φόρων, ιδίως για όσους το εισόδημα βρίσκεται κάτω από τον μέσο μισθό, αλλά και εισαγωγή ετήσιου φόρου για τους πολύ πλούσιους και το τμήμα της περιουσίας τους που υπερβαίνει το ένα δισεκατομμύριο φιορίνια (περίπου 2,5-3 εκατ. ευρώ)· προτείνει, επίσης, σταθερό προϋπολογισμό, ανάκτηση ευρωπαϊκών πόρων και αύξηση δαπανών για την υγεία και το κοινωνικό κράτος.
Στον θεσμικό-πολιτικό άξονα δίνει έμφαση στην αποκατάσταση του κράτους δικαίου, την ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης, τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την ενίσχυση του συστήματος «ισορροπιών και ελέγχων». Ταυτόχρονα, διατηρεί σκληρή στάση όσον αφορά την απαγόρευση της παράτυπης μετανάστευσης και δίνει έμφαση στην εθνική κυριαρχία και στα ισχυρά σύνορα. Σε ζητήματα ενεργειακής πολιτικής, προωθεί την αποδέσμευση της χώρας από τη ρωσική ενέργεια έως το 2035 ενισχύοντας το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μέχρι το 2040 (Reuters 7/2/2026).
Σε ό,τι αφορά το κομματικό μανιφέστο του Tisza, πρόκειται για ένα εγχείρημα να συγκροτηθεί μια μετα-ορμπανική πλειοψηφία χωρίς, όμως, να συγκρουστεί με τα εδραιωμένα συντηρητικά αντανακλαστικά της ουγγρικής κοινωνίας. Η ίδια η προεκλογική εκστρατεία του Tisza επικεντρώθηκε σε ζητήματα διαφθοράς, οικονομικής στασιμότητας, ολιγαρχοποίησης («λίγες οικογένειες κατέχουν τη μισή χώρα» επαναλάμβανε ο Μαγιάρ μετατοπίζοντας την αντιπαράθεση από τον άξονα της ταυτότητας σε εκείνον της διακυβέρνησης), υποβάθμισης του συστήματος υγείας και των συνθηκών διαβίωσης.
Ο Μαγιάρ απέφυγε να τοποθετηθεί σε ιδεολογικά φορτισμένα θέματα, προπάντων εκείνα που προκαλούν πολιτισμικές συγκρούσεις (π.χ. τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας) και κράτησε χαμηλούς τόνους στο Ουκρανικό ζήτημα, παρότι επέκρινε ανοικτά τη ρωσική στάση. Το βράδυ της νίκης κυριάρχησε το σύνθημα «Ευρώπη» και εκ μέρους των νικητών δόθηκε η υπόσχεση «επιστροφής στην Ευρώπη», σηματοδοτώντας την απόφαση για επανευθυγράμμιση της Ουγγαρίας στην ΕΕ, χωρίς ωστόσο μια τέτοια στάση να συνοδεύεται από υιοθέτηση ενός κοσμοπολιτικού αφηγήματος.
Η διεθνής διάσταση της εκλογικής αναμέτρησης υπήρξε αποκαλυπτική για τη συμβολική σημασία της Ουγγαρίας στο ευρύτερο ιδεολογικό τοπίο μιας αυταρχικοποιούμενης Δύσης. Η ανοιχτή στήριξη των Ντόναλντ Τραμπ και Τζέι Ντι Βανς στον Βίκτορ Ορμπαν δεν αφορούσε μόνο μια διμερή πολιτική σχέση, αλλά την ανάδειξη της Ουγγαρίας ως προτύπου διακυβέρνησης που αντιπαρατίθεται στο φιλελεύθερο ευρωπαϊκό μοντέλο. Για τον Τραμπ, ο Ορμπαν ενσαρκώνει μια εκδοχή της Δύσης ως προτύπου «πολιτισμικής αυτοάμυνας» εναντίον της woke ατζέντας, των πολιτικών της πράσινης μετάβασης και της πολυπολιτισμικότητας.
Ταυτόχρονα, όμως, η νίκη του Μαγιάρ δεν συνιστά μια ευθύγραμμη φιλελεύθερη αντεπίθεση. Η επιφυλακτική αντιμετώπισή του από έγκυρα διεθνή μέσα (Guardian, Die Zeit) που τον χαρακτήρισαν πολιτικά αχαρτογράφητο και, επί του παρόντος, απρόβλεπτο, αντανακλά ακριβώς αυτή τη ρευστότητα: η Ουγγαρία εισέρχεται σε μια μεταβατική φάση, όπου η αποδόμηση του ανελεύθερου (illiberal) μοντέλου δεν σηματοδοτεί την αυτόματη αποκατάσταση του φιλελεύθερου παραδείγματος.
Ωστόσο, ο Πέτερ Μαγιάρ δεν αποτελεί ένα είδωλο του Βίκτορ Ορμπαν. Παρακολουθώντας τη διαδρομή του από τις τελευταίες Ευρωεκλογές έως τις πρόσφατες εθνικές εκλογές, δεν προκύπτει η εικόνα ενός αυταρχικού ηγέτη. Η περίπτωσή του μπορεί να ιδωθεί ως παράδειγμα ενός μετα-ανελεύθερου πολιτικού αρχηγού: προέρχεται από το εσωτερικό του ορμπανικού καθεστώτος, από το οποίο χαράσσει μεν σαφείς γραμμές αποστασιοποίησης, χωρίς ωστόσο να επιχειρεί ιδεολογική ρήξη με τον πολιτισμικό του πυρήνα.
Παράλληλα, η επανευθυγράμμιση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ενωση εντάσσεται σε ένα μεικτό αφήγημα εθνικής ταυτότητας και θεσμικής αποκατάστασης, ενώ η πολιτική σύγκρουση με το σύστημα Fidesz μετατοπίζεται από τον «πολιτισμικό πόλεμο», με επίκεντρο κυρίως το μεταναστευτικό, σε ζητήματα διαφθοράς και ποιότητας της διακυβέρνησης.
Στην Ουγγαρία δεν συντελείται μια απλή συνέχεια ούτε λαμβάνει χώρα μια συνηθισμένη εναλλαγή εξουσίας. Δοκιμάζεται ένα μοντέλο μετα-ανελεύθερης (post-illiberal) πολιτικής επανευθυγράμμισης που, με βάση το πολιτικό αφήγημα, υπόσχεται να αποκαταστήσει τις θεσμικές λειτουργίες και τις ευρωπαϊκές συμμαχίες, χωρίς να αποξενωθεί από την κοινωνική βάση που υποστήριξε το προηγούμενο καθεστώς.
Με άλλα λόγια, δοκιμάζεται μια μορφή «κανονικοποίησης μετά τον αυταρχισμό» και το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο αυτό το είδος επανευθυγράμμισης μπορεί να αποτελέσει ένα σταθερό πλαίσιο δημοκρατικής διακυβέρνησης που θα αναζωογονήσει ουσιαστικά τον πλουραλισμό και τον ελεύθερο ανταγωνισμό στην κομματική και πολιτική σκηνή, χωρίς να αποδειχθεί μια μεταβατική φάση σε ένα αχαρτογράφητο πολιτικό τοπίο.
Η κυρία Βασιλική Γεωργιάδου είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθύντρια και πρόεδρος του ΔΣ του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).
- O. J. Reuter & D. Szakonyi (2019). «Elite Defection under Autocracy: Evidence from Russia». American Political Science Review 113(2): 552–68.
