Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς ότι το άρθρο 16 του Συντάγματος περί μη κρατικών πανεπιστημίων συνιστά αναχρονισμό και οπισθοδρόμηση για μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η πρόσφατη θέση του κόμματος ΕΛΑΣ μάς έδωσε μια θαυμάσια ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι το πολυδιαφημισμένο ιδεολογικοπολιτικό στίγμα αυτού του κόμματος δεν είναι παρά ένα «ποτ πουρί» θέσεων, οι οποίες παίζουν μεταξύ τους γροθιές.
Η βασική θέση του κόμματος, ότι εάν αναλάβει ποτέ τη διακυβέρνηση της χώρας δεν θα καταργήσει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια που έχουν ιδρυθεί, είναι μια θέση καθαρά συντηρητική. Ερχεται σε πλήρη αντίθεση με τη βασική πολιτική στάση της Αριστεράς, οιασδήποτε μορφής, που καθήλωσε την τριτοβάθμια εκπαίδευση για πέντε δεκαετίες και οδήγησε χιλιάδες παιδιά στο εξωτερικό, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν οικονομικά, κοινωνικά, ακόμη και πληθυσμιακά, για τη χώρα.
Παράλληλα επιβεβαιώνει, και ουσιαστικά υιοθετεί, μια συγκρουσιακή πολιτική απόφαση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αυτή δηλαδή της διά νόμου παράκαμψης του άρθρου 16, προκειμένου να επιτραπεί η δημιουργία στην Ελλάδα είτε αυτοτελών ξένων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων είτε παραρτημάτων ήδη υπαρχόντων ξένων πανεπιστημίων.
Και πότε ακριβώς διατυπώνεται αυτή η θέση, η οποία προκαλεί ήδη νευρικό κλονισμό στην Αριστερά και ανοίγει πόλεμο μεταξύ της ΕΛΑΣ και του εναπομείναντος ΣΥΡΙΖΑ; Την ώρα που το ίδιο κόμμα, διά στελεχών του, τα οποία ανήκουν στον στενό πυρήνα των συνεργατών του κ. Τσίπρα, διατυπώνουν, μέσα από μια καθαρά αριστερίστικη ορολογία, προτάσεις όπως:
- Αύξηση της φορολογίας μερισμάτων 15%.
- Υπερφορολόγηση του 1% των φορολογουμένων που θεωρητικά είναι «πλούσιοι».
- Φορολόγηση της υπερπολυτελούς διαβίωσης, όπως αυτή «περιγράφεται» από σκάφη, πισίνες και ακριβά αυτοκίνητα.
- Θέσπιση ενός «πατριωτικού φόρου», τον οποίο θα καταβάλλουν επίσης οι πλούσιοι.
- Σκέψεις για φορολόγηση της εφοπλιστικής κοινότητας κ.λπ.
Θέσεις οι οποίες προσιδιάζουν σε ένα κόμμα με αριστερές καταβολές και δηλωτικές της πρόθεσής του να παραμείνει προσηλωμένο σε αυτές. Ομως, όσο και να έχει κανείς μια διάθεση να αποδεχθεί ότι, διασταλτικά, μπορεί να χωρέσουν στο ίδιο πλαίσιο όσα προαναφέρθηκαν, με τη θέση για τα μη κρατικά πανεπιστήμια και πάλι καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια προφανή προσπάθεια να συγκεραστούν αλληλοσυγκρουόμενες θεωρίες.
Αυτό ίσως να ήταν αποδεκτό αν ο στόχος ήταν καθαρός – δηλαδή ένα νέο κόμμα, σύγχρονο, μελετά την υφιστάμενη κατάσταση και αποφασίζει να απαντήσει θετικά στις καινούργιες ανάγκες της κοινωνίας.
Αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Οι θέσεις για την οικονομία δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια λαϊκίστικη, ψηφοθηρικού χαρακτήρα προσέγγιση σε ένα κομμάτι της κοινωνίας που πίστεψε το 2015 στις «δεσμεύσεις» του κ. Τσίπρα και τον έφερε στην εξουσία.
Είναι δηλαδή μια απόπειρα να επανασυνδεθεί με αυτούς τους πολίτες που αυτοκατατάσσονται στο αντισυστημικό μπλοκ και εκείνος γνωρίζει άριστα πώς να το χειριστεί: ο διχαστικός λόγος εκείνης της εποχής, σε συνδυασμό με μπόλικες δόσεις ακραίου λαϊκισμού, ήταν το εφαλτήριό του για την εξουσία. Μαζί με ολοφάνερα ψευδή «συμβόλαια» του τύπου «με έναν νόμο και ένα άρθρο θα επαναφέρω μισθούς και συντάξεις στα προ του μνημονίου επίπεδα».
Αρα τι κάνει τώρα το κόμμα ΕΛΑΣ; Προσπαθεί από τη μία (με τη θέση για το άρθρο 16) να αποδείξει ότι δεν είναι αντισυστημικό και από την άλλη να στείλει το μήνυμα στους αντισυστημικούς ψηφοφόρους που θεωρούν τους «πλούσιους» ταξικό εχθρό ότι η φορολόγηση της πισίνας που διαθέτουν (ειρήσθω εν παρόδω, τέτοιος φόρος ισχύει!) θα βελτιώσει τη δική τους ζωή.
Δεν είμαι σε θέση να ξέρω αν αυτή η τακτική τού «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ» θα έχει αποτέλεσμα. Γνωρίζω όμως ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο κ. Τσίπρας επιχειρεί να ισορροπήσει πατώντας ταυτόχρονα σε δύο βάρκες. Εχει αποπειραθεί πολλές φορές στο παρελθόν να το κάνει, και όχι πάντα με θετικό αποτέλεσμα.
Ακόμη και πρόσφατα, την περίοδο πριν από την εξαγγελία της ΕΛΑΣ. Ξεκίνησε, στις εκδηλώσεις-προοίμιο της ίδρυσης, με το βιβλίο του, να εμφανίζεται ως πολιτικά απόγονος του Ανδρέα Παπανδρέου. Υιοθέτησε ανερυθρίαστα θέσεις και συνθήματα του ΠαΣοΚ, μιμήθηκε ακόμη και τη φωνή ή τη γλώσσα του σώματος του ιδρυτή του. Κι όταν διαπίστωσε πως έχει μικρή διείσδυση στον χώρο της Κεντροαριστεράς και του ΠαΣοΚ (απόδειξη ότι τον ακολούθησε ένας μικρός αριθμός – ούτε δέκα – από μεσαία περιφερειακά στελέχη), αποφάσισε να κινηθεί στη γνώριμη για αυτόν περιοχή της αντισυστημικής ψήφου, υποδυόμενος εκ νέου τον φιλολαϊκό ηγέτη.
Ηδη έχει βρει απέναντί του τον ΣΥΡΙΖΑ που καθήμαξε και τη Νέα Αριστερά, η οποία έχει ανοιχτούς παλιούς λογαριασμούς μαζί του. Οσο προχωράει ο καιρός και πλησιάζουν οι εκλογές, το μόνο βέβαιο είναι ότι όσοι συστρατεύτηκαν πίσω του στο ταξίδι του 2015-2019 θα «φωτίσουν» ακόμη περισσότερο την προσωπικότητά του. Γιατί αυτοί ξέρουν (όρα υπόθεση Ποινικών Κωδίκων). Εμείς δεν έχουμε παρά να περιμένουμε…
