Επί δεκαετίες, η συζήτηση για την ανάπτυξη παραμένει εγκλωβισμένη σε μια μονοδιάστατη δημοσιονομική προσέγγιση. Η έμφαση δίνεται συνήθως στους φορολογικούς συντελεστές, στα επενδυτικά κίνητρα και στην απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων. Πρόκειται για κρίσιμες μεταβλητές, που όμως δεν αρκούν για να εξηγήσουν γιατί ορισμένες οικονομίες επιτυγχάνουν διατηρήσιμη μεγέθυνση, ενώ άλλες παραμένουν ευάλωτες σε κρίσεις και εγκλωβίζονται σε κύκλους στασιμότητας.
Η σύγχρονη οικονομική θεωρία και η διεθνής εμπειρία συγκλίνουν σε ένα σαφές συμπέρασμα. H ποιότητα των θεσμών, η σταθερότητα των ρυθμιστικών κανόνων και η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες της βιώσιμης ανάπτυξης. Δεν πρόκειται για συμπληρωματική συνθήκη, αλλά για θεμελιώδη προϋπόθεση που καθορίζει το πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας.
Οπως έχει επισημάνει ο νομπελίστας οικονομολόγος Douglass North, οι θεσμοί λειτουργούν ως συστήματα κινήτρων που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των οικονομικών δρώντων. Παράλληλα, συνέδεσε την αποδοτικότητα μιας οικονομίας με την ποιότητα του θεσμικού της πλαισίου και όχι απλώς με τη διαθεσιμότητα πόρων και τεχνολογίας. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος δικαίου δεν είναι αφηρημένη νομική έννοια, αλλά κοινωνικό συμβόλαιο που εγγυάται έλεγχο των εξουσιών, αιτιολόγηση των αποφάσεων και συνεπή εφαρμογή των κανόνων.
Η οικονομική σημασία αυτής της εγγύησης είναι κρίσιμη, καθώς η ποιότητα των θεσμών μειώνει την αβεβαιότητα, ένα από τα μεγαλύτερα κόστη για την οικονομική δραστηριότητα. Η αβεβαιότητα εκδηλώνεται μέσα από καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις, διοικητική ασυνέπεια, πολυπλοκότητα κανόνων και βραδύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης. Οταν οι κανόνες είναι προβλέψιμοι και εφαρμόζονται σταθερά, το ρίσκο μειώνεται και ενισχύεται η προθυμία για επενδύσεις.
Η συζήτηση για τους θεσμούς δεν μπορεί να παραμένει αφηρημένη. Η ποιότητά τους αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο παράγεται και εφαρμόζεται η νομοθεσία. Στο σημείο αυτό, η Ελλάδα εμφανίζει ένα διαχρονικό έλλειμμα, την απουσία συστηματικής ρυθμιστικής διακυβέρνησης. Εργαλεία όπως οι ex ante εκτιμήσεις αντικτύπου, η ουσιαστική δημόσια διαβούλευση και οι ex post αξιολογήσεις υφιστάμενων ρυθμίσεων παραμένουν περιορισμένα ή τυπικά.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος κακής νομοθέτησης, νομοτεχνικής ανεπάρκειας και κατάχρησης υπουργικών αποφάσεων και ερμηνευτικών εγκυκλίων, που εξειδικεύουν όσα ο νόμος δεν ρυθμίζει σαφώς. Οι νόμοι συχνά ψηφίζονται χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και στη συνέχεια συγκρούονται με την πραγματικότητα. Ετσι, η εφαρμογή τους καθίσταται προβληματική και οδηγεί σε συνεχείς τροποποιήσεις ή σε αναζήτηση λύσεων μέσω ανώτερων κανόνων δικαίου. Το φαινόμενο αυτό υπονομεύει τη σταθερότητα του ρυθμιστικού περιβάλλοντος και εντείνει την αβεβαιότητα.
Παράλληλα, αναδύεται μια νέα πρόκληση, η αυξανόμενη και κοστοβόρα εξάρτηση από εξωτερικούς συμβούλους στη χάραξη πολιτικής, γνωστή ως «συμβουλοκρατία». Η ανάθεση δημόσιων λειτουργιών, ακόμη και της σύνταξης νομοσχεδίων, σε ιδιώτες χωρίς μεταφορά τεχνογνωσίας αποδυναμώνει τη θεσμική μνήμη, τη λειτουργική αυτονομία της δημόσιας διοίκησης και την ικανότητά της να σχεδιάζει δημόσιες πολιτικές.
Η θεσμική αναβάθμιση απαιτεί συγκεκριμένες παρεμβάσεις. Πρώτον, η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης αποτελεί προϋπόθεση για την ασφάλεια των συναλλαγών. Η καθυστέρηση στην επίλυση διοικητικών διαφορών μεταφράζεται σε οικονομικό κόστος και λειτουργεί αποτρεπτικά για επενδύσεις. Ενα αποτελεσματικό δικαστικό σύστημα είναι βασικός παράγοντας ενθάρρυνσης της παραγωγικότητας.
Δεύτερον, ο ψηφιακός μετασχηματισμός της δημόσιας διοίκησης μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης διαφάνειας. Η εμπειρία χωρών όπως η Εσθονία δείχνει ότι η ψηφιοποίηση δεν περιορίζεται στη βελτίωση της εξυπηρέτησης, αλλά μειώνει δραστικά τα περιθώρια αυθαιρεσίας και το διοικητικό κόστος.
Τρίτον, η αποτελεσματική εποπτεία των αγορών και η ενίσχυση των ανεξάρτητων αρχών διασφαλίζουν συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού. Η ανάπτυξη δεν είναι απλώς αποτέλεσμα επενδύσεων, αλλά και της ποιότητας των κανόνων που διέπουν την οικονομική δραστηριότητα.
Η συζήτηση αποκτά ουσιαστικό νόημα όταν μετακινηθούμε από την οπτική του επενδυτή προς την οπτική του πολίτη. Ο πολίτης είναι ο τελικός αποδέκτης της ανάπτυξης και η αποδοχή των μεταρρυθμίσεων εξαρτάται από το αίσθημα ασφάλειας που βιώνει όχι μόνο ως φυσική προστασία, αλλά και ως προβλεψιμότητα νόμων και περιφρούρηση δικαιωμάτων.
Γεγονότα που συγκλόνισαν την ελληνική κοινωνία, όπως το δυστύχημα στα Τέμπη, ανέδειξαν ότι η ασφάλεια δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα υποδομών, αλλά θεσμικό ζήτημα πρόληψης, ελέγχου και λογοδοσίας. Αντίστοιχα, η δημόσια συζήτηση για τις παρακολουθήσεις υπενθύμισε ότι η προστασία της ιδιωτικότητας αποτελεί προϋπόθεση εμπιστοσύνης στο κράτος, χωρίς την οποία καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αποκτήσει κοινωνική νομιμοποίηση.
Η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι βιώσιμη χωρίς την άμβλυνση των ανισοτήτων. Οι κοινωνίες με υψηλά επίπεδα ανισότητας, όπως η Ελλάδα, εμφανίζουν χαμηλότερη εμπιστοσύνη στους θεσμούς και περιορισμένη κοινωνική κινητικότητα. Το κοινωνικό κράτος δεν αποτελεί εμπόδιο αλλά μηχανισμό σταθεροποίησης. Η σύνδεση της κοινωνικής πολιτικής με την αγορά εργασίας διασφαλίζει ότι η μεγέθυνση μεταφράζεται σε πραγματικές ευκαιρίες.
Συνοψίζοντας, η ενίσχυση των θεσμών με πυρήνα το κράτος δικαίου και επίκεντρο την ασφάλεια του πολίτη συνιστά τη ρεαλιστικότερη στρατηγική ανάπτυξης. Δεν υπόσχεται άμεσες υπερβάσεις, αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για σταθερή πρόοδο, ανθεκτικότητα και κοινωνική συνοχή. Σε μια εποχή αυξημένων αβεβαιοτήτων, η ποιότητα των θεσμών είναι ίσως το μόνο πραγματικά διατηρήσιμο συγκριτικό πλεονέκτημα που μπορεί να καταστήσει την ανάπτυξη κοινωνικά βιώσιμη.
Η κυρία Μυρτώ Λέτσου είναι δικηγόρος, LLM European Law. Ο κ. Δημήτρης Λιάκος είναι οικονομολόγος.
